Ονειρεύτηκε, ότι είχε ένα φορτηγό.
Το φόρτωνε με χώμα και το κουβαλούσε, για να γεμίσει την μεγάλη λακκούβα, με τ’ αποκαΐδια, που ήταν στο ξερό χωράφι, έξω από το χωριό.
Θα ‘φτιαχνε εκεί τον κήπο, που είχε δει σε κάποιες σελίδες ενός περιοδικού.
Θα φύτευε λεμονιές, πορτοκαλιές, ροδιές και πολλά λουλούδια, όλων των χρωμάτων, να μοσχοβολά ο τόπος.  Θ’ άλλαζε η ζωή τους.
Θα τα φρόντιζε η μητέρα του. Της το υποσχέθηκε!
Μια μέρα θα τα καταφέρω.
Είχε κι αυτή τ’ όνειρό της. Να με δει ευτυχισμένο.
Όπως όλες οι μάνες, σκέφτονται για τα παιδιά τους.
Να ‘χουμε όλα τα καλά στο σπίτι. Όπως οι καλοντυμένοι περαστικοί,
που δεν προβληματίζονται, πώς να ξοδέψουν τα λεφτά τους.
Θα ‘βαζαν κρεβάτια. Για να μην κοιμούνται στο χώμα.
Θα είχαν νερό και τουαλέτα, για να μην τρέχουν στο δρόμο.
Θα ζωγράφιζε το σπίτι τους, για να διώξει το γκρίζο, το μουντό παρελθόν. Θα φώναζε τους φίλους του, να το θαυμάσουν.
Να δούνε την ομορφιά.
Αυτός είναι ο παράδεισός μου.
Ζωή χωρίς όνειρα, δεν αντέχεται.
Το πρωί θα πήγαινε σχολείο.
Να διάβαζε βιβλία, να μάθαινε γράμματα, που κάνουν τον άνθρωπο έξυπνο.
Αυτά του λένε συνέχεια οι μεγαλύτεροι.
Δεν ξέρει τι είναι αυτό το μαγικό «έξυπνος», αλλά δεν μπορεί, κάτι καλό θα είναι, γιατί όλοι του επαναλαμβάνουν. Ο έξυπνος έχει χρυσάφι, στο μυαλό!
Κι όταν θα γύριζε σπίτι…
Το απομεσήμερο, μέσα στη λιμνούλα, που γέμιζε νερό από το ρυάκι,
θα ‘βαζε καράβια, που ‘φτιαχνε μαζί με τον πατέρα του.
Κι ύστερα θα τα καμάρωνε ν’ αρμενίζουν…
Επιτέλους το πέτυχα!
Χαμογελώ! Αυτό που μου λείπει, πιότερο στη ζωή μου.
Όπως όλα τα κανονικά παιδιά.
Σαν κι αυτά τα χαρούμενα, που μου δείχνουν, στις φωτογραφίες με τα παιγνίδια.
Αλήθεια, πως είναι να κοιμάσαι ευτυχισμένος;
Nα μπαίνεις κάτω από λευκά σεντόνια, να κουκουλώνεσαι και να μην θέλεις να σηκωθείς από το κρεβάτι σου;
Τα καλά όνειρα, έχουν άραγε τραγούδια και χρώματα;
Από την κόλαση της πατρίδας του,
Στην ξενιτιά, σκουπίδι.
Ούτε θυμάται πόσες μέρες περπατούσαν. Μόνο τον ουρανό με τ’ άστρα έβλεπε. Τη μέρα, κοιμόντουσαν σε σπηλιές και χαμόσπιτα. Δεν έπρεπε να τους δει περαστικό μάτι, για να τους καταγγείλει. Αν τους έπιαναν θα τους γύριζαν πίσω. Ήταν παράνομοι. Μόνο το σκοτάδι, ήταν η κρυψώνα,
γι’ αυτούς τους κυνηγημένους.
-Κάντε κουράγιο και φτάνουμε.
-Κουράστηκα, δεν μπορώ…
-Πίσω από κείνο το βουνό, είναι ο λυτρωμός μας…
Στον ύπνο του, έβλεπε τρομακτικά πράγματα. Πετάγονταν από το φόβο. Κοίταζε γύρω του, για να δει αν ήταν αληθινά. Κι εκεί που ξαναπλάγιαζε ν’ αποκοιμηθεί, τον τραβολογούσαν και πάλι. Ξύπνα, ήρθε η ώρα. Φεύγουμε…
Πρέπει μέχρι αύριο, να είμαστε στη θάλασσα. Να περάσουμε απέναντι.
Μετά εκεί, θα κοιμάσαι όσο θέλεις…
Από τότε που καταλάβαινε, μόνο για πόλεμο άκουγε να λένε.
Ο θείος του, ο ξάδελφός του, ο απέναντι, πολλοί, που μόνο τα ονόματά τους ήξερε, χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μεγάλωσε μέσα στο κλάμα.
Άνθρωποι κουτσουρεμένοι. Χωρίς πόδια, με κομμένα χέρια, ανήμποροι.
Μια μέρα, ήρθαν στο χωριό στρατιώτες. Μιλούσαν παράξενη γλώσσα. Δεν καταλάβαινε τι έλεγαν. Κουνούσαν νευρικά τα χέρια τους κι έδειχναν προς τη πλευρά των χωραφιών.
Ο πατέρας μου, με πήρε από το χέρι και φύγαμε μαζί τους. Ένας από τους δικούς μας Αφγανός, μας έλεγε να κάνουμε γρήγορα. Καθίσαμε πίσω από μια μάντρα. Δίψαγα. Μου ‘δωσαν να πιώ. Ένα παγούρι, με λίγο νερό…
- Δεν μπορείτε πια να μείνετε στο σπίτι σας.
Είναι επικίνδυνη ζώνη. Θα πεθάνετε από τη ραδιενέργεια!
Ο μπαμπάς μου δεν κατάλαβε τι είναι αυτό.
Μέχρι τώρα βλέπαμε τις σφαίρες. Τους βομβαρδισμούς και τις εκτελέσεις. Τούτο λοιπόν το παράξενο πράγμα, δεν ξέραμε τι είναι. Κανένας στον τόπο μας δεν είχε μιλήσει, δεν γνώριζε γι’ αυτό το φαρμάκι.
«Είναι θάνατος που δεν φαίνεται», μας είπαν.
Δεν έχει στολή φαντάρου, δεν κρατάει τουφέκι;
Σέρνεται στη γη, απλώνεται. Μπαίνει στο ποτάμι, τριγυρνάει στον αέρα.
Όποιος κτυπηθεί απ’ αυτό το θανατερό, σβήνει με φοβερούς πόνους.
Τρόμαξε η μάνα μας. Μάζεψε τα λίγα ρούχα που είχαμε, πήρες δυό κουβέρτες, μας άρπαξε από το χέρι, εμένα και την αδελφή μου και κάθισε έξω από σπίτι.
- Εγώ δεν ξαναμπαίνω μέσα. Θα φύγουμε από το χωριό. Θα πάμε εκεί που τραβούν κι οι άλλοι. Στον τόπο, που λένε ότι έχουν δουλειές και λεφτά. Στην Ευρώπη. Εκεί βοηθάνε όλους τους πρόσφυγες. Εκεί τα παιδιά μας, δεν θα πεθάνουν από τις βόμβες και τον θάνατο, ακόμα κι απ’ αυτόν, που λένε ότι δεν φαίνεται. Αυτά μου είπαν κι οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς…
Ο πατέρας μου φοβήθηκε.
- Δεν έχουμε λεφτά. Δεν μπορούμε να πληρώσουμε, αυτά που ζητάνε για να μας πάνε εκεί. Είναι μακριά. Πως θα τα καταφέρουμε…
Στην άκρη του χωριού ήρθε και ο γείτονας. Είχε μαζί, όλη την φαμίλια του. Το είχαν πάρει κι αυτοί απόφαση. Το βράδυ θα φεύγαμε μ’ ένα φορτηγό.
Ο πατέρας πλήρωσε τον οδηγό, με το χρυσό περιδέραιο, που έβαλε η μητέρα μου στο γάμο της. Ήταν δώρο των γονιών της. Κληρονομικό. Δεν είχαμε τίποτε άλλο, εκτός από λίγες πίτες και μια σακούλα ρύζι.
Από τότε πέρασαν μέρες. Περπατάμε και θυμάμαι ακόμη το σπίτι μας…Στο Αφγανιστάν, σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Air Force Time ( την 1η Μαρτίου 2010), ένας μεγάλος αριθμός άχρηστων υλικών (στρατιωτικού και ιατρικού εξοπλισμού), που είναι άκρως τοξικά και ραδιενεργά, αποφασίστηκε να καούν και να εγκαταλειφθούν, χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία και προφυλάξεις, σε αγροτικές εκτάσεις, μακριά από τις αμερικανικές και συμμαχικές βάσεις. Προσωρινά δεν υπάρχει άλλη λύση.
Είναι υλικά, που αν συνεχίσουν να βρίσκονται κοντά στους στρατώνες, αποτελούν κίνδυνο για την υγεία του προσωπικού.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση της στρατιωτικής διοίκησης, από την καύση, οι διοξίνες που εκλύονται στην ατμόσφαιρα και η επικινδυνότητα της επιχείρησης καταστροφής των επικίνδυνων αυτών υλικών, εξανάγκασε την αμερικανική διοίκηση, να προβεί σε απομάκρυνση των τοπικών πληθυσμών.
Η αμερικανική διοίκηση, σύμφωνα με τον ανώτατο διοικητή στο Αφγανιστάν Στάνλεϊ Μακ Κρύσταλ, θα λάβει υπ’ όψιν της, τις περιβαλλοντικές καταστροφές, που προκαλούνται, από αυτή την αναγκαστική όπως τονίζουν διαδικασία αποδόμησης των υλικών και θα δημιουργήσουν κατάλληλη μονάδα στο Αφγανιστάν, όπως και στο Ιράκ, που επίσης υπάρχει παρόμοιο πρόβλημα.
Η αμερικανική διοίκηση, ζητάει συγνώμη από τους τοπικούς πληθυσμούς, για τον αναγκαστικό εκπατρισμό τους. Υπάρχει σχέδιο, για την αποκατάστασή τους και την οικονομική τους ενίσχυση. Περιμένουν την έγκρισή του.
Στην χώρα των Γιουνάνι
Στρατόπεδο προσφύγων, Παγανή Μυτιλήνη.
Ούτε που το κατάλαβα, το πώς σωθήκαμε…
Με άρπαξε σφιχτά η μητέρα μου και βρεθήκαμε σε μια βάρκα.
Από ‘κει που μ’ άφησε, άκουγα μόνο φωνές και λόγια ακαταλαβίστικα.
Ήταν νύχτα και δεν έβλεπα τίποτε. Τα ρούχα μου ήταν βρεμένα.
Κρύωνα. Μου έριξαν στην πλάτη μου μια κουβέρτα. Την τράβηξα με δύναμη να κουκουλωθώ. Τα δόντια μου έτρεμαν.
Μας άφησαν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Εκεί κοιμήθηκα. Το πρωί είδα, ότι όλοι έτρεχαν κοντά στα σύρματα, που είχε το μεγάλο παράθυρο. Ο ήλιος ήταν δυνατός και με τύφλωνε. Μας φέρανε γάλα και παξιμάδια. Το ρούφηξα και ζήτησα κι άλλο…
Η μητέρα μου ντράπηκε. Κι άλλες γυναίκες γύρω μας, ζητούσαν γάλα. Κάτι μας είπαν, μα δεν κατάλαβα. Μού ‘φεραν μπισκότα. Τα κοίταζα και ντρεπόμουνα να τα πάρω. Λες κι ήταν όνειρο και φοβόμουνα μην τυχόν τ’ αγγίξω και φύγουν από μπροστά μου.
Αυτό το μέρος έγινε για πολλές μέρες το σπίτι μας. Ήταν μαζεμένος πολύ κόσμος, από όλα τα μέρη της Γης.
Μας έδωσαν ένα αριθμό, για να τον έχουμε ως όνομα. Ήμασταν πολλοί και δεν θυμόντουσαν πως μας λένε.
Στα παιδιά, τους έδωσαν μπλουζάκια και παπούτσια. Τα δικά μου τα είχα χάσει, πριν έλθω εδώ μέσα.
Μερικά τυχερά παιδιά, είχαν κάτι παιγνίδια και παίζαμε μ’ αυτά.
Μετά από λίγες μέρες, μας άφησαν να βγούμε έξω (μόνο τα παιδιά με τις μητέρες τους), να παίξουμε σ’ ένα άδειο οικόπεδο για τρείς ώρες.
Ο πατέρας μου έμεινε μέσα. Οι άνδρες, δεν μπορούσαν να περάσουν τα σύρματα. Απαγορεύονταν.
Ήρθε ένας και τους μιλούσε στα Παστούν. Ο πατέρας μου έπρεπε να δηλώσει τα στοιχεία της οικογένειάς του. Αν είχαμε τύχη, αν περνάγαμε γρήγορα από την επιτροπή, αν κάναμε εμβόλιο, σε λίγες μέρες θα πηγαίναμε στην Αθήνα. Είναι η μεγάλη πόλη των Γιουνάν.
Εκεί μας είπαν, θα πάτε με βαπόρι. Πρώτη φορά θα δω τι είναι αυτό.
Θα σας στείλουν στα μέρη, που έχουν δουλειές.
Τα παιδιά θα πάνε σε σχολείο. Αλήθεια; Είναι αλήθεια όλα αυτά;
Αχ! Ας τελειώσουν στην χώρα αυτή, τα βάσανά μας;
Ήταν 29 Μαρτίου. Ανήμερα της Μεγάλης Δευτέρας. Οι εφημερίδες έγραψαν:
Το δράμα της οικογένειας Νατζάφι, από το Αφγανιστάν.
Το φαγητό τους, η επιβίωσή τους, έβγαιναν από τα παραπεταμένα, στα σκουπίδια. Μέσα στη βαθιά νυχτιά, οι τρωγλοδύτες των Αθηνών, αναζητούν τ’ αποφάγια.
Πασπατεύουν στη βρώμα, σε κάδους απορριμμάτων, για ότι μπορεί να τους δώσει λεφτά, ότι πουλιέται, ότι ανταλλάσσεται.
Ο 15χρονος Χαμιντουλάχ, περιεργάστηκε τη σακούλα. Διαμελίστηκε από τη βόμβα, που ‘σκασε στα χέρια του.
Μια τραγική μάνα, μια αδελφή, ένας πατέρας, η ελπίδα για καλύτερη ζωή, στο ξένο τόπο, έσβησε μονομιάς. Χάθηκε το χαμόγελο του, μέσα στα αίματα.
Το νερό, που κύλαγε τα όνειρα…
Απόγευμα, στο κέντρο της Αθήνας. Η κίνηση στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, όσο χαμηλώνει ο ήλιος, λιγοστεύει.
Εκείνη την ώρα μπορεί να βγει, για να κάνει το λαθραίο έμπορα.
Ν’ απλώσει στα πόδια των περαστικών, το καραβόπανο με τα μπιχλιμπίδια.
Όσα πάρει… Με φόβο να τον πιάσουν. Να τον κτυπήσουν. Να τον βρίσουν. Να νιώσει για μια ακόμη μέρα, ένας κοινωνικός παρίας. Ένα σκουπίδι της πόλης. Τα όνειρά του έχουν ξεφτίσει. Αναζητεί μια έξοδο από την παγίδα.
Βολεύεται σ’ ένα δωμάτιο, με πολλούς άλλους. Οι περισσότεροι είναι Αφρικανοί. Μερικοί Ασιάτες, λιγότεροι οι ξανθοί, που έχουν έρθει από την Ανατολική Ευρώπη κι είναι αυτοί, που αφεντεύουν το δωμάτιο και το σπίτι.
Μια κονσέρβα, λίγο ψωμί και αν έχει καλή παρέα, πίνουν μια μπύρα στα πέντε ή στα έξι. Δηλαδή μια γουλιά, όσο να τους πάει κάτω το φαγητό. Κι αν έρθει και στο κέφι, πιάνει το τραγούδι. Να μην ξεχνά τον τόπο του.
Μετά μια βόλτα στο δρόμο, μέσα στην νύχτα. Κοντά στον τοίχο των σπιτιών, για να προλάβει να κρυφτεί, αν τυχόν πέσει επάνω σε αστυνομική περίπολο.
Μια φορά τον έπιασαν. Τη δεύτερη του είπαν, ότι θα τον απελάσουν.
Ξαπλωμένος, κοιτά το ταβάνι. Λες και περιμένει από ‘κει την απάντηση.
Σου αξίζουν όλα αυτά; Τόση ταλαιπωρία για ένα πείσμα;
Κλείνει τα μάτια. Η εικόνα της μάνας του. Της αδελφής του.
Ονειρεύεται εικόνες του χωριού του.
Πάνω σ’ εκείνο το κλαρί. Τότε που έλεγε, ότι το χώμα της πατρίδας του, είναι γι’ αυτόν η ευτυχία.
Όλα του γύρισαν ξαφνικά. Από την γαλήνη της Αιθιοπίας, τον κατάπιε η δυστυχία της Αθήνας. Αχ, αυτό το σακατεμένο όνειρο. Αξιοπρεπής δουλειά!
Από ένας χαρούμενος βοσκός, κατάντησε φοβισμένος τυχοδιώκτης, χωρίς ελπίδα. Μια σκιά, μια ψυχή αθέατη, που δεν να το θέλει, να προκαλεί!
«Θα φύγω, και θα γυρίσω μια μέρα να ζήσουμε κοντά σας, όπως πρώτα. Θα έχουμε χρήματα, καλύτερη ζωή, θα δείτε που θα τα καταφέρω»…
Πούλησαν το μισό κοπάδι, για να βρει λεφτά. Του είπαν, ότι μ’ αυτά που τους δίνει, θα τον ταχτοποιήσουν σ’ ένα εργοστάσιο. Σε πέντε χρόνια, θα παίρνει τόσα πολλά, όσα δεν είχε, στη ζωή του όλη. Του έδωσαν μια διεύθυνση.
Εκεί που θα πάς, αυτός θα φροντίσει για σένα. Σ’ αυτόν θα λες για τα χρήματα, που θα στέλνεις στο χωριό σου. Μετά, τον χτύπησαν φιλικά στον ώμο. Του είπαν καλή τύχη και τον άφησαν στα κύματα να βολοδέρνει.
Δεν θυμάται, πόσες μέρες πέρασε κρυμμένος.
Από την φυλακή, βρέθηκε στο δρόμο κυνηγημένος. Αυτό που του ‘χαν πει, αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν, ένα μεγάλο ψέμα. Και τώρα τι γίνεται;
Ο εγωϊσμός του, δεν τον αφήνει να γυρίσει στον τόπο του. Φοβάται την κοροϊδία. Χρήματα να ζήσει, δεν έχει. Διστάζει να κλέψει. Ντρέπεται να ζητιανεύει… Φίλους, δεν βρίσκει… Υπάρχει κάτι άλλο, που δεν σκέφτηκε;
Όλα ξεκίνησαν, όταν ήρθαν στον τόπο του, εκείνοι οι μηχανικοί.
Η κυβέρνηση της Αιθιοπίας, αποφάσισε, χωρίς να σκεφτεί τους χωρικούς, του ποταμού Όμο, ότι στον τόπο τους, εκεί που η φύση έφτιαξε την παραδεισένια ομορφιά, θα γίνει το μεγαλύτερο φράγμα της Αφρικής.
Αναγκαστικά θα χαλάσουν τα βοσκοτόπια. Τα χωράφια που τους έδιναν φαγητό, θα πλημμυρίσουν από τη λίμνη. Το μεγάλο φαράγγι, που έφερνε τους τουρίστες για να κάνουν ράφτινγκ κι άφηναν χρήματα στην τοπική κοινωνία, θα φύγουν. Ο τόπος τους, δεν έχει μέλλον για τους ντόπιους. Πρέπει να τον εγκαταλείψουν… Οι νέοι το πήραν απόφαση. Στην Ευρώπη!
Η λίμνη Τουρκάνα, μια από τις μεγάλες και ιστορικές λίμνες της ανατολικής Αφρικής, κινδυνεύει να στεγνώσει. Ο ποταμός Όμο που την γεμίζει, θα κόψει τη ροή του. Θα φτιάξουν φράγματα, για να δώσουν ρεύμα στην Κένυα.
Για τους κατοίκους της φτωχής περιοχής, η καλή τους λίμνη, τους δίνει τη δυνατότητα να θρέφουν τις φαμίλιες και να εξάγουν τα ψάρια, στις αγορές των μεγαλουπόλεων. Ο τόπος, έχει τροφή για όλους. Δύσκολα τα βγάζουν πέρα, αλλά επιβιώνουν. Είναι ολιγαρκείς. Με κανόνες πατροπαράδοτους.
Τα νερά, δίνουν βλάστηση στον υδροφόρο ορίζοντα, που φτάνει μέχρι τα πιο απομακρυσμένα χωράφια. Νομάδες βοσκοί, γεωργοί μικροκαλλιεργητές, χρόνια έτσι επέζησαν. Τώρα, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο του ξενιτεμού.
Ο πολιτισμός της λίμνης Τουρκάνα και των παραποτάμιων πληθυσμών του Όμο (που υπολογίζονται σήμερα στις 30.000), χάνονται στα βάθη των αιώνων. Σ’ αυτό το μέρος, εντοπίστηκαν απομεινάρια, από τους πρώτους σκελετούς των ανθρώπων. Το 1984 βρέθηκε σε ανασκαφή, το «Παιδί της Τουρκάνας», σκελετός της εποχής του «Homo Εrectus» (2-3 εκατ. χρόνια).
Το παλαιότερο όνομα της λίμνης ήταν «Θάλασσα Γιαντέ», εξ αιτίας του τουρκουάζ χρώματος, που φαίνεται από μακριά. Αργότερα την είπαν «Καλοκόλ» από τα πολλά ψάρια και οι εξερευνητές, την σημείωσαν: ως «Λίμνη Ρούντολφ».
Είναι η μεγαλύτερη λίμνη, μέσα στην έρημο της Αφρικής κι έχει κοινά χαρακτηριστικά, με την αφυδατωμένη πλέον λίμνη Αράλη (μια από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές του πλανήτη).
Ο ποταμός Όμο, με την πλούσια πανίδα (που ζει κατά μήκος της κοίτης, με ιπποπόταμους, κροκόδειλους και άλλα σπάνια ερπετά), είναι η κύρια πηγή ζωής, για τους πληθυσμούς, στη νότια Αιθιοπία. Η αρχαιολογική σκαπάνη κι οι ανθρωπολογικές μελέτες, για τους αυτόχθονες πολιτισμούς, κέντρισε το ενδιαφέρον των ταξιδιωτών και σήμερα είναι από τα σημεία εκείνα της Αφρικής, που έχουν μεγάλο πολιτιστικό ενδιαφέρον.
Όμως τ’ αναπτυξιακά τεχνοκρατικά σχέδια της Κυβέρνησης της Αιθιοπίας, υποστηρίζονται πλέον, από το ενδιαφέρον που έχουν δείξει οι Κινέζοι, να επενδύσουν στην κατασκευή του τεράστιου φράγματος, γνωστού με την ονομασία «Gibε 3», ύψους 243 μ. Ας σημειωθεί, ότι οι επενδύσεις για το εν λόγω έργο, είχαν μπλοκαριστεί επί χρόνια, από τη διεθνή κατακραυγή, για την ζημιά, που θα επέλθει στη ζωή των γηγενών.
Όμως τώρα, η κινέζικη διείσδυση στην αφρικανική ήπειρο, εκμεταλλεύτηκε την περίπτωση και δίνει 500 εκατ. δολ. για να υλοποιηθεί το μεγαλύτερο φράγμα της Μαύρης Ηπείρου, που θα παράγει 1.8 MW ηλεκτροπαραγωγής.
Ενέργεια άχρηστη για την περιοχή, που ζει νομαδικά και λιτά. Το ηλεκτρικό θα εξαχθεί στην Κένυα, που είναι η χώρα, με τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Η οικονομία, με τις αποκαλούμενες «επενδύσεις των σκουπιδιών».
Η διεθνής κοινή γνώμη, κινητοποιείται γι’ αυτήν την μεγάλη οικολογική καταστροφή. Η Αιθιοπία που είναι βουτηγμένη στα χρέη, πιστεύει ότι έτσι θα κερδίσει χρήματα, για να ξεπληρώσει τα δάνεια που χρωστάει…
Κι αρχίζει ο φαύλος κύκλος της μετανάστευσης, των οικολογικών προσφύγων, των κοινωνικών αδιεξόδων, που γεννιούνται στην γειτονιά μας, στην πόλη μας, στον κόσμο ολάκερο.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ |