|
Στα σπλάχνα της σίδερα και βαριά βουνά, αγιασμένο νερό στολισμένο με τ άστρο των αγαλμάτων του Φεγγαριού και μια βρύση που ιστορήθηκε, σε καράβια που ζούνε σε πλουμισμένους κόρφους.
Μενεξέδες στον ίσκιο και η γλώσσα της γλάστρας να διακοσμεί ξεφτισμένη τα θλιβερά κουρέλια των τρούλων, φαρμακεμένα από το φως και τη μεμβράνη του κάστρου με τις ραγισματιές των φιδιών.
Καθόταν στην πόρτα του ελαφιού, παλιό παραμύθι που σκάβει τη γη, γρύλιζε άγρια κατά μήκος της όχθης, με τα δυο της χέρια λίγο έξω από την αχνή φωνή του νερού, λαιμός με λάδι υγρό γεμάτος, παρακόρη του πυρός καρφωμένη στο βράχο των θνητών, κρασί ανακατεμένο με νερό σε μετέωρο κρατήρα.
-Καλωσόρισες, τι γυρεύεις?
-Ζυμώνω τον πηλό με στάχτη και σφραγίδες που χορεύουν στα στέκια των δράκων. Θα με δείξει και η τηλεόραση. Φόρεσε το στενό σου μπλουτζίν και πυροβόλησε τα κάγκελα της Κυριακής, ίσως τρομάξουμε τα γαλανά αγγελάκια και τα χάχανα από τους τουμπανιασμένους βλάκες. Είμαι περίεργος πως θα τελειώσει η ιστορία.
-Θέλω να μάθω, να μείνω μόνος, φωνές πάνω στο βήμα, ξέπνοοι καναπέδες, στρατός, πόρτες, ίδια σπίτια για όλους.
-Υποφέρω σ αυτή τη γη, μεταλλίκια στα γέλια, χειμώνες που καταπίνουνε βιβλία, καμώματα και παρακάλια, βιολί που βρίσκεις στο σταθμό, σ ένα σκασιαρχείο, μεγάλο μεράκι, χειρονομίες και αναμνήσεις, τα ποτήρια μας.
-Έπιασα τα μπροστινά καθίσματα, παράθυρο σε ήμερες θάλασσες, κασέτες σε πλαστικά σακουλάκια, στιγμές σε πόρτες, μπάλα στον γκρεμό, γήπεδα γρατζουνημένα και μια σφυρίχτρα να χαιρετάει την τηλεόραση.
-Έξω είναι ακόμα σκοτάδι, οι πεταλούδες δίνουν τα φτερά τους στο σκοτάδι και οι πατρίδες μιλάνε στα αεροδρόμια. Κράτα την αναπνοή σου, για να μην τρέξουν οι διαδρομές μιας σημαίας απ τα μάτια σου. Κράτα την αναπνοή σου, του ουρανού οι πορτοκαλιές δείχνουν αλλιώς σαν ετοιμάζονται να πάνε στην εκκλησία. Κράτα την αναπνοή σου μπρος τον άνεμο, ξέρεις η εικόνα που περιμένει δεν θα έρθει, ξέρεις πως το κερί της θάλασσας σμίγει στη λασπουριά με τα δεμένα χέρια του ουράνιου τόξου. Κράτα την αναπνοή σου στο λάλημα του κορυδαλλού. Κράτα την αναπνοή σου στα πέτρινα σκαλοπάτια του βελούδινου αφρού των διαστημάτων ενός προσκέφαλου, της πετυχημένης στολής ενός φόβου που κρατάει το σίδερο, των γραμμών του βυθού και της ζήλιας του λάθους.
-Γιατί είσαι μόνη σου, Κατερίνα, και δεν πας να παίξεις με καμιά παρέα?
-Δε με θέλουνε, γιατί δεν ξέρω να παίζω και τους τα χαλνώ. Είχα και μια αυλή γεμάτη λουλούδια που απαντούσαν στο χαιρετισμό μου αλλά δεν πρόφτασα να αγγίξω τα φύλλα τους. Πατούσα με το δάχτυλο το μαύρο καπέλο της αυλόπορτας και στεκόμουν εκεί στη μέση με το λαιμό μου να ανεβοκατεβαίνει σε μια γωνία-βιβλιοθήκη, λαξεμένο πρόσωπο στο ράμφος μιας βρύσης, παπούτσι μαύρο μέσα σε φέρετρο.
-Στις κηδείες οι διάβολοι ξεπλέκουν τους κερωμένους των επεισοδίων μιας παλιάς ζωής, τα παρασταίνουν καπνίζοντας την πίπα τους, σταφυλόχρωμα κεφάλια με φανέλες βρεγμένες από ξεπαγωμένα γιατί, μισθοφόροι βελασμάτων θρησκευτικής ατμόσφαιρας.
-Θα ξαναδουλέψω στα μπουρλότα, θα σκαρφαλώνω στους βράχους τις λαμπριάτικες μέρες, θα ρίχνω πετονιές στα ξεκούρντιστα νανουρίσματα των φρενοκομείων, κιάλι στα πλάσματα της φαντασίας ενός αλώβητου κοριτσιού, ακριβά πληρωμένος, πλασμένος για πόλεμο.
Μπροστά πηγαίναν μεγάλα χαρτονένια κουτιά με πέντε κουλουράκια ραντισμένα από τους φύλακες. Είχαν φτιάσει το σπίτι τους λαμπρό, άφηκαν φλουριά κι έγιναν άφαντοι, δεμένοι γερά στην ουρά του δράκου που είχε φυλαχτό το ζεστό ψωμί του κόσμου.
Ορθώθηκε πάνω στην ουρά της, καραβοκύρισσα με το θαλασσομάχαιρο στο χέρι, τρίβοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της τα μαγικά κλειδάκια των συρταριών του θαλασσινού νερού.
Τρεις μέρες τους δέρνανε πετώντας τους πάνω στις πέτρες, στις ξερολιθιές με τις γραμμές της πείνας των μεταμορφωμένων ταύρων και στις διάφανες κανάτες της καλαμιάς που βγαίνει μέσα από το πηγάδι.
Ένα ανθοδοχείο λιανοτράγουδων, μια ιστορία ακούραστης καμινάδας στα νυχτέρια που τρώνε τα χαμόγελα.
Ψωμί, νερό, σώμα, αντίσκηνα που μυρίζουν πουλιά, βότανα και ουρανό, η Έχιδνα να δαγκώνει τη σκόνη καβάλα στους ληστές με τα ζάρια, πλέαμε στο δάσος φυτεμένοι δίχως ρίζες και καμπαναριά.
-Κάθε πρωί βάζω στοίχημα, κρέμομαι μπροστά στο νεροχύτη και διορθώνω τα σκεπάσματα από τα τσιμέντα της παλιάς πόλης, χωρίς τίτλο, κούνια που στριφογυρίζει τρελή από τη χαρά της, παγκάκι σε ξέφρενο ρυθμό.
-Ανατριχιάζω, δακρύζω, όμορφος σα ψέμα, ζαχαροπλάστης της Πρωταπριλιάς, θυμωμένη ομίχλη στους γλωσσοδέτες των αϊτών του λούνα πάρκ, ένα πηγάδι που είδε τον Ήλιο και το Φεγγάρι, μεταμορφωμένος καροτσέρης ενός δάσους που σωπαίνει, ζήλια στα κόκκινα σου χείλη, μαύρο στις πόρτες των ματιών, ένα παράθυρο μητριά στα τρομαγμένα παιχνίδια ενός νάρθηκα που ψάλλει «Δόξα εν Υψίστοις».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|