|
Βούιζε πηγαίνοντας κατακόκκινη μέχρι τις λουλακιές αποθήκες με το φόβο. Κινδύνεψε να σκοτωθεί, τη σώσανε όμως τα μακριά της σκουλαρίκια, εκείνα με τη κόκκινη πετρούλα στο χρώμα του ροδιού.
Ανέβηκε στη γέφυρα, στη φασαρία της νύχτας, στη τζαμόπορτα που στέγνωνε, κρύφτηκε μισόγυμνη πίσω απ τις λάμψεις του αέρα, ένα φυσερό με χέρια τριγυρισμένο από μπαλκονόπορτες.
Πείναγε, άρχισε να δαγκώνει τη πετονιά για να την κόψει, οι ώμοι της έκλαιγαν, γυάλιζαν και έκλαιγαν ταυτόχρονα σα να παίζανε με τη βροχή στο ραδιόφωνο, με τη κουρτίνα στα μάτια, με τη φωνή που ξαπλώνει στον καναπέ, με τα γυμνά πόδια των κεραμιδιών, με την αναπνοή του τραπεζιού στη κουζίνα που τραγουδάει στο κοντινό απόγευμα.
-Το βράδυ θα με βοηθήσετε ν ανοίξω τα φύλλα της τριανταφυλλιάς. Με μέντα και ζάχαρη.
Ναρθείτε φορώντας τις ξεχασμένες φωτιές και τα κρυστάλλινα κουκουνάρια, φρεσκοποτισμένοι και με φτερούγες που ισοζυγιάζονται στο βραδινό φως.
-Σταματήσαμε να τον γυρεύουμε. Στα μάτια μας ένα κλαδί ροδιάς τρέμει στον αφρισμένο αέρα, κοκκινίζει δαρμένο το κουταβάκι που φυλάει τις κούκλες με τις μαλακές τρίχες το βράδυ, θυμωμένο βιβλίο συνταγών της Πόλης με μυρωδικά.
Σφουγγάρι, τραπέζι, μέτωπο, βάρκες με ξεφλουδισμένες ρίγες να φωνάζουν στις φωτογραφίες, να φωνάζουν στα ξημερώματα, στα στεγνωμένα καλοκαίρια, στις στέγες των στρατιωτών, στη μπλε μπογιά που καταπίνει τις αστραπές των παλαιών κτισμάτων.
Κούναγε το χαμόγελο της σα δόλωμα στα νερά της πλατείας, στο καφενεδάκι που πλημμυρίζει αφανισμένα τραγούδια, στις γειτονιές που σπάει τα πόδια της η σπίθα του σύννεφου, στους φόβους πως μεγαλώσανε τα κρεμασμένα μωρά της μπουγάδας και βγήκανε στον κόσμο, ζεστά και τακτοποιημένα, κυνηγημένα από μια μπάλα, από ξεφωνητά, από το κεραμίδι που βάλανε πάνω από τα κεφάλια τους.
-Θα συνηθίσουν, αλλά θα κλαίνε. ʼμα αγριεύει ο καιρός
-Απλώς κάνεις υπομονή
Ρώτα κι εμένα
Δεν συνηθίζεις ποτέ την απουσία
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|