|
Γεννήθηκα χωρίς να χαμηλώνω το βλέμμα μου, στριφογυρνώντας σε ένα λαβύρινθο με γειτονιές που στοιβάζονται σαν τις ιστορίες μεταναστών στα τηλεοπτικά συνεργεία των και στα ψέματα των συγκρούσεων, αλήθεια ικανή να αλλάξει την ενήλικη πραγματικότητα.
Ο Γιάννης έβλεπε στα όνειρα του πως κρατούσε ένα ταλαίπωρο κεφάλι γεμάτο φαντάσματα που χαμογελούσαν, γεμάτο φιγούρες που χανόταν σε καφενεία γεμάτα ψιθύρους και πλάσματα της βλαστήμιας, εφιάλτες που καταβρόχθιζαν τη σιωπή, φρύδια που ξεσπούσαν στον αέρα που τελειώνει τη δουλεία του, πόρτες που ρούφαγαν τα βιαστικά βήματα.
Πεινούσα σαν λύκος, έκλεινα το φως μετρώντας τις σταγόνες μιας υπέροχης νύχτας χωρίς τα βότανα των άλλων και τις ωραίες στιγμές των έγχρωμων φωτισμών, χωρίς σοβαρά λάθη, χωρίς ημικρανίες της καληνύχτας, βδομάδες του μεταφερόμενου καθρέφτη, ημέρας που γυρίζουνε νωρίς στο σπίτι, ευτυχισμένος στα λάθη μιας νυχτερινής φωτογραφίας.
-Τα Σαββατοκύριακα συναντώ της μονομαχίες των ιδιωτικών αυτοκρατοριών, τα κόκκινα φορτηγά των αυτόματων όπλων, τα πλυσίματα των ρούχων, εξώφυλλα χωρίς λέξεις, αυτοκίνητα με βαθιές ρίζες, αιτίες θανάτου.
-Ο χρόνος είναι αντρικό αξεσουάρ, ροζ χρονογράφος των χειμερινών χρωμάτων, γυαλιστερό μαύρο γράφημα, επανέκδοση μιας οργής της γέφυρας που θερίζει τα στήθη των γραφείων.
-Ξέχασες τόσο γρήγορα τα κουκλάκια της κόλασης?
-Όλη αυτή η στάχτη στην άκρη του ματιού, όλες αυτές οι κλεφτές ματιές στον διάδρομο, όλα τα πλάσματα που σκαρώνουν μια ανάμνηση στο ασανσέρ , η άσπρη στολή της κοπέλας που δικαιολογεί τα μηνύματα, η πόρτα που κλειδώνει ξαφνικά.
Έτρεξε σ ΄αυτές τις μορφές, στροφές κραυγών και χρονογράφοι της σίγουρης σύνταξης, αυτοσχεδιασμοί και σπόροι της μνήμης, πλούσια αρώματα και μυστηριώδεις επιγεύσεις, λουράκια ομοιόμορφου ψησίματος, ένας μικρός δεινόσαυρος.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|