Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών το 1992 για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, που διοργανώθηκε στο Ρίο της Βραζιλίας, ήταν η πρώτη σύνοδος των ηγετών του κόσμου που εξέτασε σε βάθος τα αλληλένδετα παγκόσμια προβλήματα της περιβαλλοντικής καταστροφής και της κοινωνικο-οικονομικής υπανάπτυξης. Οι συμμετέχοντες στη Σύνοδο Κορυφής υιοθέτησαν τη Διακήρυξη του Ρίο και την Ατζέντα 21, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης που στοχεύει ,μεταξύ άλλων, στην άμεση ενημέρωση σχετικά με την κρισιμότητα της κατάστασης και την ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη στον κόσμο τον 21ο αιώνα.
Η Ατζέντα 21 ασχολείται με τα πιεστικά προβλήματα του περιβάλλοντος και περιλαμβάνει πάνω από 2.500 συστάσεις για δράση. Περιλαμβάνει προτάσεις για την καταπολέμηση της φτώχειας, την αλλαγή των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης, για την προστασία και βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων, για την προστασία της ατμόσφαιρας, των ωκεανών, της βιοποικιλότητας, για την αποτροπή της αποψίλωσης των δασών και την προώθηση της βιώσιμης γεωργίας. Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την εφαρμογή της Ατζέντα 21, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή ενσωμάτωση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης στη χάραξη, το σχεδιασμό και την υλοποίηση κυβερνητικών πολιτικών σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Η συνέχεια που δόθηκε στην Ατζέντα 21 συνέβαλε στην ευρεία αποδοχή και υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης, δια-τομεακής και συμμετοχικής προσέγγισης για τη βιώσιμη ανάπτυξη(Γρηγορίου κ.α,1993).
Η ιδέα για την Τοπική Ατζέντα 21 βρίσκεται στο κεφάλαιο 28 της Ατζέντα 21 και οι επεξεργασίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για την αποσαφήνιση και τον εμπλουτισμό της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, τόσο σε διεθνές όσο και σε τοπικό επίπεδο. Η Ατζέντα 21 προτείνει τρόπους ενδυνάμωσης σημαντικών ομάδων ( γυναίκες, συνδικάτα, αγρότες, παιδιά και νέους, αυτόχθονες λαούς, επιστημονική κοινότητα, τοπικές αρχές, επιχειρηματίες, βιομηχανία και μη κυβερνητικές οργανώσεις (Μ.Κ.Ο) ) με στόχο την ανάληψη δράσεων ,που προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη(UN,1992).
Στο κεφάλαιο 17 της Ατζέντα 21 προβλέπεται ότι τα παράκτια κράτη πρέπει να αναπτύξουν πολιτικές , οι οποίες θα αφορούν στην ολοκληρωμένη διαχείριση του παράκτιου χώρου, δημιουργώντας και ενισχύοντας τους μηχανισμούς συντονισμού για την ολοκληρωμένη διαχείριση και την αειφόρο ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών, του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων που εμπεριέχονται σ’ αυτούς. Τα μικρά νησιωτικά κράτη και τα νησιωτικά συμπλέγματα αποτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό χωρικό πεδίο για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, καθώς αφενός περιλαμβάνουν πολύτιμους φυσικούς πόρους ,ενώ αφετέρου, εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης και της ιδιοσυστασίας τους ,είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, η οποία μπορεί ακόμα και να απειλήσει την ίδια την ύπαρξή τους. Η αναφορά στα νησιά στο κεφάλαιο 17 αποτελεί απόδειξη του διεθνούς ενδιαφέροντος για τη βιώσιμη ανάπτυξή τους, μέσα από την ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της ευθραυστότητάς τους(Σπιλάνης,2005,250).
Η Πρώτη Παγκόσμια Διάσκεψη για την Αειφόρο Ανάπτυξη των Μικρών Νησιωτικών Κρατών, που πραγματοποιήθηκε στα νησιά Μπαρμπάντος το 1994, αποτέλεσε το πρώτο σημαντικό βήμα για την εφαρμογή του κεφαλαίου 17 της Ατζέντα 21.Καρπός της διάσκεψης αυτής ήταν η υιοθέτηση δύο σημαντικών κειμένων: της Πολιτικής Διακήρυξης και του Σχεδίου Δράσης για την Αειφόρο Ανάπτυξη των Μικρών Νησιωτικών Κρατών(Καραγεώργου,2005,91). Στην Πολιτική Διακήρυξη επαναλαμβάνονται οι προτροπές της Ατζέντα 21 αναφορικά με το ρόλο των γυναικών ,των νέων, ΜΚΟ, των αυτόχθονων πληθυσμών, καθώς και άλλων σημαντικών ομάδων πολιτών, μέσω κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με στόχο τη συμμετοχή τους στην επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης των νησιών(Τσάλτας,2005,73).
Οποιαδήποτε προσέγγιση για την ολοκληρωμένη διαχείριση νησιωτικών περιοχών απαιτεί την εισαγωγή ενός νέου τρόπου διακυβέρνησης ,ο οποίος βασίζεται στη συμμετοχή και στη συνεργασία όλων των τμημάτων της κοινωνίας των πολιτών. Η βιώσιμη διαχείριση των νησιωτικών περιοχών προϋποθέτει τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση ενός επωφελούς οικονομικού μοντέλου(Κάτσικας,2002,6).Η βιβλιογραφία(ενδεικτικά Bell ,2004, Fraser et al,2005), που αναφέρεται στην περιβαλλοντική διαχείριση, υπογραμμίζει την ανάγκη αλλά και τα πλεονεκτήματα της εμπλοκής της τοπικής κοινότητας ,όσον αφορά στη διαδικασία επιλογής δεικτών βιώσιμης ανάπτυξης στο πλαίσιο Τοπικών Ατζέντα 21,οι οποίες συνδέουν οργανικά την πορεία προς τη βιώσιμη ανάπτυξη με την χρηστή διακυβέρνηση(Allen et al,2002,1). Μέσω αυτής της εμπλοκής, οι καθημερινοί άνθρωποι, οι οποίοι αποκλείονταν παραδοσιακά από τη λήψη αποφάσεων, συμμετέχουν σε αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά τους, ενώ παράλληλα παρέχεται η δυνατότητα ενδυνάμωσης και εκπαίδευσης της τοπικής κοινότητας (Parker,1999,20) .
Το περιβάλλον δεν είναι απλώς ένα θέμα με το οποίο πρέπει να ασχολούνται μόνο οι ειδικοί. Όσο πολύπλοκος, πολύμορφος και πολυδιάστατος και εάν είναι ο τομέας του περιβάλλοντος, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι απαιτεί την πολυεπίπεδη συμμετοχή όλων των φορέων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που συμμετέχουν στην αναπτυξιακή διαδικασία, αλλά κυρίως την ευαισθητοποίηση, πληροφόρηση, την κινητοποίηση και ενεργό συμμετοχή των ίδιων των πολιτών(Δαούση,2000,1).Η περιβαλλοντική διακυβέρνηση αποτελεί τη βασική συνιστώσα της επίτευξης της αειφορίας και για το λόγο αυτό έχουν ενταθεί οι προσπάθειες, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο για την εφαρμογή των αρχών της Σύμβασης Άρχους (πρόσβαση στην πληροφορία, συμμετοχή του κοινού και πρόσβαση στη δικαιοσύνη). Ιδιαίτερα θα πρέπει να αναληφθεί μια σοβαρή προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού, καθότι η περιβαλλοντική πληροφόρηση αποτελεί το κλειδί της συμμετοχής στη λήψη σχετικών αποφάσεων, για τις οποίες προαπαιτείται κοινωνική αποδοχή και συναίνεση(Χονδρού,2002,13).
Η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση σε θέματα περιβάλλοντος είναι μια διαδικασία πολλών σταδίων , που ξεκινά από τη γνώση και καταλήγει στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών και φορέων (Scoullos,2002,2,Filho,1999,34). Η ευαισθητοποίηση περιλαμβάνει τις δράσεις επικοινωνίας και κινητοποίησης ,που αποσκοπούν στο να δίνει το κοινό σημασία στην ποιότητα και στην αειφόρο διαχείριση τόσο του εγγύς όσο και του μακρινού γεωγραφικά περιβάλλοντος, να έχει επίγνωση του ευάλωτου χαρακτήρα του περιβάλλοντος και των επιπτώσεων των υποβαθμίσεων αυτού, επίγνωση των πολύπλοκων περιβαλλοντικών φαινομένων και των μεταξύ τους διασυνδέσεων. Η ευαισθητοποίηση είναι η πρώτη βαθμίδα αφύπνισης προς την περιβαλλοντική συνειδητοποίηση και υπευθυνότητα. Η ευκολία πρόσβασης στην περιβαλλοντική πληροφορία, η δυνατότητα ελέγχου, η γρήγορη και επίκαιρη ενημέρωση για αποτελέσματα ελέγχου είναι ορισμένες από τις προϋποθέσεις που πρέπει να εξασφαλίζονται για την επίτευξη των στόχων του ευρωπαϊκού και εθνικού θεσμικού πλαισίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στόχος της χώρας μας για την περίοδο 2007 – 2013 είναι η ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης, επαγρύπνησης, ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών και φορέων, κρατικών και μη, η ενίσχυση στην ανάληψη δράσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα και η βελτίωση των δυνατοτήτων πρόσβασης στην περιβαλλοντική πληροφορία (YΠΕΧΩΔΕ,2005,6)
Η συμμετοχή είναι η - υπό διάφορες μορφές - ανάληψη δράσης από τους κατοίκους, είτε σημειακά, είτε μακροπρόθεσμα. 'Όπως και η πληροφόρηση/ ευαισθητοποίηση, έτσι και η συμμετοχή των πολιτών οφείλουν να είναι νομικά κατοχυρωμένες και να αποτελούν μέρος του επίσημου πολιτειακού θεσμικού πλαισίου: μέσω θεσμικά κατοχυρωμένων διαδικασιών διαβούλευσης του δημόσιου τομέα με το κοινό ή μέσω της συμμετοχής του πολίτη σε όργανα μελέτης ή λήψης αποφάσεων. Η συμμετοχή των κατοίκων στην προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων ενέχει επίσης και μια άτυπη πτυχή, όπως είναι παραδείγματος χάριν η υιοθέτηση προσωπικής και καθημερινής στάσης ευνοϊκής προς την αειφόρο διαχείριση του περιβάλλοντος (ΚΕΠΕΜΕΠ,2006).
Η συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που αφορούν την κοινότητά τους, στο πλαίσιο εφαρμογής Τοπικών Ατζέντα 21, αποτελεί εχέγγυο δημοκρατικότητας. Διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται αποτελούν προϊόν συναίνεσης και άρα είναι υλοποιήσιμες. Η συμμετοχική διαδικασία δεν έχει στόχο μόνο να πληροφορήσει τους πολίτες ,αλλά και να τους καταστήσει κοινωνούς της λύσης(Buchingham,1999,9). Όλες οι νέες ευρωπαϊκές οδηγίες (όπως π.χ η τροποποίηση της οδηγίας για τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων) ενσωματώνουν την υποχρέωση για τη διενέργεια διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής και αναφέρονται σε θεσμοθετημένες διαδικασίες διαβούλευσης, σε ενεργό συμμετοχή των πολιτών και στην υποχρέωση των αρχών να εξηγούν πώς ενσωμάτωσαν τα αποτελέσματα από αυτές τις διαδικασίες στις τελικές αποφάσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εξωτερικό έχουν αναπτυχθεί εργαλεία και μεθοδολογίες, οι οποίες υποστηρίζουν τις συμμετοχικές αποφάσεις και το συμμετοχικό σχεδιασμό, όπως τα εργαστήρια σεναρίων (scenario workshops), οι συναινετικές συνελεύσεις (consensual conferences), τα δικαστήρια πολιτών (citizens’ juries), και οι συμμετοχικές προσομοιώσεις (participatory modelling) με κοινό στόχο την υποστήριξη του δημιουργικού διαλόγου(Χρυσόγελος,2005,416-7).
Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πληροφόρηση και στη διαβούλευση με τους πολίτες, στην ενθάρρυνση των πολιτών να αναλάβουν ρόλο στη διαχείριση του περιβάλλοντος σε τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα η τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού έχει να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου, που είναι εφικτός μέσα από την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο. Τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, η διαχείριση των φυσικών πόρων, η διαχείριση αποβλήτων, η ατμοσφαιρική ρύπανση, ο αστικός σχεδιασμός, η αειφόρος κατανάλωση, η ενδυνάμωση των συμμετοχικών δημοκρατικών διαδικασιών σε τοπική κλίμακα περιλαμβάνονται στην Τοπική Ατζέντα 21 και αποτελούν τομείς όπου η δράση της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα (Τσάλτας,2004,101,Ακαδημία Αθηνών,2004,373).Παράλληλα, με στόχο την προώθηση των αρχών της αειφόρου ανάπτυξης στο χώρο των επιχειρήσεων, οι επαγγελματικές οργανώσεις, καταβάλλοντας προσπάθειες στο γεωργικό τομέα, στη βιομηχανία, στη βιοτεχνία και στον τουρισμό, πρέπει να αποτελέσουν τα κύρια κέντρα ευαισθητοποίησης για την προστασία των φυσικών πόρων. Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο εγκάρσιος χαρακτήρας της πληροφόρησης, ευαισθητοποίησης και συμμετοχής του κοινού, σε σχέση με θέματα, όπως παραδείγματος χάριν, ο οικοτουρισμός, η βιομηχανία, οι υδάτινοι πόροι, κλπ. Τέλος, ο ρόλος των ΜΚΟ είναι αναντικατάστατος και αναγνωρισμένος : είναι όργανα επαγρύπνησης, συγκέντρωσης και διάχυσης πληροφοριών και αποτελούν ενδιάμεσους φορείς για την ενημέρωση και την εκπαίδευση του κοινού (Χρυσόγελος,2005,411-416). |