4. Η στρατηγική εντοπισμού του μεταμοντέρνου υπήκοου και το κίνημα της ελληνικής νεολαίας τον Δεκέμβρη του 2008
Σε αντίθεση με ότι συνέβη στην εικοσαετία 1920-1940, φαίνεται δύσκολο για τις καπιταλιστικές ολιγαρχίες να κατορθώσουν να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους θέτοντας την μία κοινωνική ομάδα κατά μιας άλλης. Αρχίζοντας από την Κομμούνα του Παρισιού το 1871 η συνηθισμένη τεχνική ήταν να βάζουν τους αγρότες ενάντια στους εργάτες, από τη στιγμή που σε μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών χωρών (όχι όμως στα Βαλκάνια, στην νότια Ισπανία και στην τσαρική Ρωσία) οι αγρότες είχαν ικανοποιηθεί μερικώς με την πρόσβαση στην μικρή ατομική ιδιοκτησία. Κατόπιν ήλθε η περίοδος της ρατσιστικής αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλιστικού εθνικισμού, που διήρκεσε από το 1871 μέχρι το 1914 τουλάχιστον. Τέλος, υπήρξε η ρήξη ανάμεσα στα κοινωνικά και πολιτικά συλλογικά συμφέροντα μεταξύ των μισθωτών τάξεων, των εργατικών και προλεταριακών από την μία πλευρά, και στις ενδιάμεσες ομάδες της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης και των νέων μεσαίων στρωμάτων που προήλθαν από τη νέα μαζική παραγωγή (ταιυλορισμός, φορντισμός κ.λπ.) και από την αύξηση του τομέα των εμπορικών υπηρεσιών. Και παρόλα αυτά, η γενίκευση της νέας ελαστικής και επισφαλούς εργασίας καθιστά σχεδόν αδύνατον για τις ολιγαρχίες που βρίσκονται στην εξουσία να κατορθώσουν να θέσουν σταθερά μία κοινωνική ομάδα ενάντια στην άλλη. Παραδόξως, αυτή η στρατηγική του διαίρει και βασίλευε μπορούσε να έχει επιτυχία μόνο σε μία ιστορική φάση που υπήρχαν ακόμη παραδοσιακοί κοινοτικοί δεσμοί στην κοινωνία, και ο εντοπισμός του υπηκόου-καταναλωτή στερημένου οιασδήποτε πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας δεν είχε φθάσει ακόμη στα σημερινά επίπεδα σε όλη την Ευρώπη.
Η στρατηγική της εξουσίας σήμερα – και το είδαμε καθαρά στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας 1989-2009 – δεν είναι λοιπόν η αντιπαράθεση μιας κυριαρχούμενης κοινωνικής ομάδας με μια άλλη κυριαρχούμενη κοινωνική ομάδα, αλλά έγινε ο εξατομικευμένος διαμελισμός της κοινωνίας, έτσι ώστε όλα τα άτομα απομονωμένα να φθάσουν να αισθανθούν ένα κοινό αίσθημα αδυναμίας, και να πεισθούν βαθειά πως κάθε συλλογική ενέργεια είναι άχρηστη. Το παλιό «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!» αντικαθιστά η γενικευμένη κραυγή των ναυαγών: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!»
Τα άτομα μέσης ηλικίας και οι ηλικιωμένοι, που έζησαν τους ιστορικούς και πολιτικούς κύκλους των κινητοποιήσεων των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα, έχουν μεγάλη δυσκολία να κατανοήσουν την κατάσταση της νεολαίας σήμερα, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή αφορά τα παιδιά τους και τα ανήψια τους. Αυτό πάντως δεν είναι κάτι νέο, γιατί ιστορικά συνέβη πάντοτε μία γενιά να μη μπορεί να καταλάβει τα προβλήματα της προηγούμενης ή της επόμενης γενιάς. Και παρόλα αυτά, η σημερινή νέα γενιά είναι η πρώτη γενιά ιστορικά που όχι μόνο βρίσκεται μπροστά στη διαδεδομένη και μαζική εμπειρία των αποκαλούμενων «μειούμενων προσδοκιών» (diminishing aspectatives), αλλά και μπροστά στη γενική ανασφάλεια για τη ζωή και το μέλλον που προκλήθηκε από την πρόσφατη νίκη του απόλυτου χρηματιστικού καπιταλισμού ενάντια σε όλους αδιακρίτως τους αντιπάλους του του 20ου αιώνα (τον ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα στις διάφορες μορφές του, τα αντιμπεριαλιστικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τους λαϊκισμούς διαφόρων τύπων, τις αναδιανεμητικές σοσιαλδημοκρατίες της αριστεράς, τα φασιστικά κινήματα με λαϊκή βάση, κ.λπ.).
Αν ο ιστορικός κομμουνισμός του 20ου αιώνα υπήρξε μερικώς ένα μεγάλο φαινόμενο κοινωνικής μηχανικής «προστατευμένος κάτω από γεωδαισικό τρούλο» (χρησιμοποιώ εδώ την ορθή έκφραση του Frederic Jameson), σήμερα ο καπιταλισμός αχαλίνωτος επιχειρεί ένα τερατώδες πείραμα μαζικής ανθρωπολογικής χειραγώγησης. Αυτή είναι η αληθινή «βιοπολιτική», όχι αυτή στην οποία αναφέρεται η κάστα των πανεπιστημιακών καθηγητών της μόδας. Γίνεται πράγματι προσπάθεια να παραχθεί τεχνητά μία ολόκληρη γενιά η οποία δεν θα έχει πλέον δικαίωμα σε σταθερή και σίγουρη εργασία, ούτε σε μία εργασία η οποία εκμεταλλεύεται «φυσιολογικά» σύμφωνα με τον παλιό αστικο-καπιταλιστικό τρόπο. Η ελαστική και επισφαλής εργασία, πράγματι, δεν είναι παρά η εξωτερική μορφή ενός βαθύτερου πειράματος συνολικής κοινωνικής μηχανικής, η παραγωγή του επισφαλούς ατόμου, περιβαλλόμενου από επισφαλή τέχνη, επισφαλή φιλοσοφία, από μία γενικώς επισφαλή κουλτούρα. Ακόμη μία φορά ο Jameson πέτυχε την καρδιά του ζητήματος όταν βεβαίωσε πως το μεταμοντέρνο είναι το γενικό πολιτιστικό προφίλ της εποχής της ελαστικής παραγωγής, αν και σταμάτησε στα μισά του δρόμου, και δεν τόλμησε να εξάγει όλα τα συμπεράσματα, σύμφωνα με τα οποία το μεταμοντέρνο είναι η πολιτιστική μορφή ενός μεγάλου σχεδίου συλλογικής κοινωνικής εξημέρωσης, κατακερματισμού και ολοκληρωτικής εξατομίκευσης όλων των ανθρώπινων όντων. Πρόκειται περί ενός «αφηρημένου»προτσές που είχε προβλεφθεί με λαμπρό τρόπο από τον Μαρξ. Οι νέοι λοιπόν στο σύνολό τους κατέστησαν «πειραματόζωα» ενός γιγαντιαίου προτσές ανθρωπολογικής εξημέρωσης, και κατά συνέπεια κοινωνικής και πολιτικής.
Από την στιγμή που είναι οι νέοι οι προνομιούχοι αποδέκτες αυτού του αποκρουστικού πειράματος ανθρωπολογικής μηχανικής, είναι φυσικό οι ίδιοι οι νέοι να καταστούν εν δυνάμει ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο συλλογικής δράσης. Είναι λοιπόν ελάχιστα πιθανόν να περιμένουμε μία αποτελεσματική συλλογική πολιτική δράση ενάντια στην καπιταλιστική μεταμοντέρνα μορφή ζωής της ελαστικής και επισφαλούς εργασίας από τα κρατικά συνδικάτα, από την εργοστασιακή εργατική τάξη ή από ότι απομένει από την αγροτική τάξη στην Ευρώπη, ενώ αντιθέτως καθίσταται πιο πιθανόν να συμβεί από τους νέους ως τέτοιοι. Αυτό που έλεγε ο Μαρκούζε το 1968, ότι δηλαδή οι νέοι ήταν ένα επαναστατικό υποκείμενο παρά την διαταξική φύση των φοιτητικών τους κινημάτων, το οποίο κατά την γνώμη μου δεν ήταν αληθές, και δεν ήταν αληθές διότι δεν ήταν ακόμη αληθές, μπορεί ίσως να καταστεί αληθές στην πεντηκοστή επέτειο του 1968, δηλαδή το 2018.
Η δική μου καθόλου δεν είναι μία ουτοπική ευχή, ή μία απλή εξτρεμιστική επιθυμία. Η δική μου είναι μία υπόθεση βασισμένη στην μέθοδο ανάλυσης του Μαρξ, η οποία ξεκινά από τις ιδιαίτερες μορφές του καπιταλισμού, οι οποίες όντας ιδιαίτερες παράγουν ιδιαίτερες ιστορικές αντιθέσεις. Τα είκοσι χρόνια αισχρού όργιου χρηματοοικονομικοπιστωτικού πλουτισμού του καπιταλισμού, νικητή του ιστορικού κομμουνισμού του 20ου αιώνα (1988-2008), τροποποίησαν πράγματι ριζικά την ταξική σύνθεση σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, φέρνοντας αντικειμενικά κοντά τα βαθύτερα οικονομικά συμφέροντα των προλεταριακών και μικροαστικών στρωμάτων. Δεν πρόκειται όμως για την αφηρημένη «προλεταριοποίηση» στην οποία συχνά αναφέρθηκαν οι οικονομιστές ερμηνευτές του μαρξισμού, από τη στιγμή που ο όρος «προλεταριοποίηση» μπορεί να εξαπατήσει, καθόσον οδηγεί στο να σκεφτούμε σε μία συνειδητή μαζική συναίνεση στις αποκαλούμενες «προλεταριακές αξίες». Μία νεολαία που έχει υποβληθεί στην θεραπεία σοκ αυτού του τύπου της ανθρωπολογικής μηχανικής, είναι πλέον για πολλούς λόγους πέρα από την διχοτομία του 20ου αιώνα Προλεταριάτο/Μικροαστική τάξη, και επιπλέον είναι ήδη έτοιμοι στην υπέρβαση «από αριστερά» της παλιάς διχοτομίας Δεξιά/Αριστερά (πιθανώς όχι ακόμη στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα ήδη στην Ιταλία, όπου πλέον Δεξιά και Αριστερά, Μπερλουσκόνι και Βελτρόνι, είναι πλέον απολύτως δυνατόν να περάσεις τον ένα για τον άλλο.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα παράδοξο. Τα ίδια τα γεγονότα του ελληνικού «μακρύ Δεκέμβρη» του 2008 που ξέσπασαν με αφορμή την δολοφονία στα Εξάρχεια του νεαρού δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πρέπει να ερμηνευθούν ιστορικά ως κάτι το εν δυνάμει πιο σημαντικό από τον ίδιο τον γαλλικό Μάη του 1968. Και στις δύο περιπτώσεις προφανώς (τον γαλλικό Μάη του 1968 και τον ελληνικό Δεκέμβρη του 2008) βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι παρόμοιο, δηλαδή σε ένα μαζικό κίνημα της νεολαίας, ή ακριβέστερα σε μία συλλογική δράση της νεολαίας, που συμπεριφέρεται εκ των πραγμάτων ως εάν να ήταν ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, φορέας γενικών πολιτικών διεκδικήσεων. Το γεγονός πως αυτή η νεολαία αυτοερμηνεύεται και αυτοπροσδιορίζεται ως G700 (Γενιά των 700 Ευρώ τον μήνα) αποκαλύπτει μία μεγάλη ικανότητα ιστορικής αυτοσυνείδησης (βλ. Βάλια Καϊμάκη στον «Le Monde Diplomatique”, Ιανουάριος 2009).
Ο γαλλικός Μάης του 1968 υπήρξε ένα μεγάλο γεγονός σίγουρα, αλλά είναι αναμφίβολο πως 40 χρόνια μετά βρισκόμαστε μπροστά σε μία μερική ενσωμάτωσή του στη νέα ελαστική και «φιλελευθεροποιημένη» διαχείριση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (βλ. Γιώργος Καραμπελιάς στο «Άρδην», αρ. 69, Απρίλης-Μάης 2008). Δολοφονήθηκε ο Πατέρας Αστός με το μυστακοφόρο και γενειοφόρο Υπερεγώ του, αλλά η εξουσία πέρασε στον Θείο, ενδεδυμένο με κάζουαλ μπλούζα, ικανό να μιλάει αγγλικά για μπίζνες και να κάνει λελογισμένη χρήση ναρκωτικών. Τα παιδιά του ΄68 ήθελαν το μάξιμουμ πρόγραμμα του Απαγορεύεται η Απαγόρευση, αλλά καθώς καμμία κοινωνία δεν μπορεί να αναπαραχθεί στην βάση αυτής της ουτοπικής ρήσης, στο τέλος απαγορεύθηκε μόνο το προφίλ της παλιάς παραδοσιακής αστικής τάξης αλα Ντε Γκωλ, ενώ αντιθέτως αυξήθηκε η φαινομενικά σοφτ εξουσία του νέου καπιταλισμού, διευθυνόμενου από μία πρωτοφανέρωτη εκσυγχρονιστική τριάδα, το επαγγελματικό πολιτικό στρώμα, το μηντιακό τσίρκο χειραγώγησης και το νέο εκσυγχρονιστικό πανεπιστημιακό ιερατείο, απείρως πιο αποδοτικό από τους παλιούς μαυροφορεμένους παπάδες.
Η νέα φοιτητική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 φαίνεται αντιθέτως να είναι πολύ λιγότερο αφομοιώσιμη. Αυτοί οι νέοι απολάμβαναν ήδη την φιλελευθεροποίηση των κοινωνικών ηθών που προκλήθηκε από το κίνημα του ΄68. Αυτό είναι προφανές για αυτούς και ο κόσμος του πριν το ΄68 είναι για πολλούς από αυτούς το ίδιο «ιστορικός» όπως θα μπορούσε να είναι η καθημερινή ζωή πριν από το 1868 ή το 1768. Και αντιθέτως αναρωτιέμαι με ποιόν τρόπο οι σημερινές καπιταλιστικές ολιγαρχίες που κυριαρχούν στον πλανήτη θα μπορούσαν «να αφομοιώσουν» πραγματικά τα ιστορικά και πολιτικά νοήματα του ελληνικού κινήματος του 2008.
Αλλά για να καταλάβουμε καλά το νόημα αυτού του κινήματος είναι απαραίτητο να ανοίξουμε μία παρένθεση για τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής και πολιτικής ελληνικής πραγματικότητας.
5. Μία παρένθεση για τον πολιτικό ρόλο της συλλογικής δράσης της ελληνικής νεολαίας.
Οι νέοι δεν αποδέχονται ευχαρίστως να δολοφονείται χωρίς λόγο ένας συνομήλικός τους από την αστυνομία (ας ανατρέξουμε στην ιταλική περίπτωση του Κάρλο Τζουλιάνι στην Γένοβα το 2001). Την αισθάνονται ως την μέγιστη και πλέον ανυπόφορη αδικία που μπορεί να γίνει και έχουν απολύτως δίκιο. Και εντούτοις, στην Ελλάδα η άδικη δολοφονία ενός νέου στάθηκε συχνά η ευκαιρία μιας συλλογικής συνειδητοποίησης μιας ολόκληρης γενιάς. Ανάμεσα στα πολλά θα αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα.
Η γενιά μου θα θυμάται σίγουρα τα γεγονότα του Ιούλη του 1965, γνωστά στην Ελλάδα ως τα Ιουλιανά. Όπως είναι γνωστόν επρόκειτο για ένα είδος κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος που επιχειρήθηκε από την μοναρχία και από την παλιά πολιτική τάξη της Δεξιάς με την υποστήριξη του στρατού και της αστυνομίας. Οι μεγάλες μαζικές διαδηλώσεις αυτού του καλοκαιριού του 1965 (όπως μεγάλο μέρος των ιστορικών παραδέχεται σήμερα) είδαν το τέλος της μακράς περιόδου, που διήρκεσε 16 χρόνια (1949-1965), που ακολούθησε τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1946-1949). Σε αυτές τις διαδηλώσεις δολοφονήθηκε ένας νέος, ο Σωτήρης Πέτρουλας, μέλος της μικρής ομάδας που συγκεντρωνόταν γύρω από τον μεγάλο επαναστάτη ιστορικό Νίκο Ψυρούκη, μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες μορφές του 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Η κηδεία του Πέτρουλα (στην οποία συμμετείχα και εγώ, και ακόμη δεν την έχω ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια) ήταν κατά μία έννοια η σφραγίδα του τέλους της μακράς μεταπολεμικής περιόδου του 1949-1965. Η ίδια η δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974) δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει μία αντιδραστική σταθερότητα διαρκείας της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της. Η ελληνική κοινωνία αποδείχθηκε ώριμη, όχι βέβαια για μια κομμουνιστική επανάσταση, αλλά τουλάχιστον την πρώτη μεταρρυθμιστική-λαϊκιστική περίοδο του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, πριν από τον επακολουθήσαντα νεοφιλελεύθερο εκφυλισμό αλά Σημίτη (βλ. Δαμιανού Βασιλειάδη Ο μύθος του Ανδρέα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2007).
Όλοι γνωρίζουν στην Ελλάδα τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973. Γραφτήκαν πολλά στην Ελλάδα για την γενιά του Πολυτεχνείου του 1973, και για το πώς ένα μέρος της (η Δαμανάκη κ.λπ.) χρησιμοποίησε τις δάφνες του «αντιφασιστικού ηρωισμού» της για να ανέλθει στα σκαλιά της (αποκρουστικής) ελληνικής πολιτικής και μηντιακής ολιγαρχίας. Αλλά αυτό συνέβη συστηματικά σε όλες τις επαναστάσεις, από την αγγλική επανάσταση του 1640 μέχρι την γαλλική επανάσταση του 1789, από την ρωσική επανάσταση του 1917 μέχρι την αντιφασιστική ιταλική αντίσταση του 1945. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να είναι ένα επιχείρημα ενάντια στην πλήρη αναγνώριση ενός γεγονότος όπως η εξέγερση του Πολυτεχνείου της Αθήνας το 1973, το οποίο παραμένει ένα από τα πλέον σημαντικά γεγονότα ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα (κατά σειρά σημαντικότητας θα τοποθετούσα πριν από όλα και πάνω από οτιδήποτε την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, αμέσως ύστερα το δίκαιο ΟΧΙ στον Μουσολίνι το 1940, και τα υπόλοιπα κατόπιν). Η γενιά του Πολυτεχνείου, με όλα της τα λάθη, ήταν πάντα το πολιτικό υποκείμενο του εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας.
Ο άδικος θάνατος του Αλέξη Γρηγορόπουλου μπορεί να είναι η απαρχή μιας ευρείας συνειδητοποίησης μιας ολόκληρης γενιάς ελλήνων. Κανείς δεν επιδοκιμάζει ή εκτιμά την άχρηστη και επιβλαβή δράση των «κουκουλοφόρων», αλλά θα ήταν ανόητο και εγκληματικό να συρρικνώσουμε σε αυτό το νόημα του ελληνικού Δεκέμβρη του 2008. Κατά τα λοιπά υπήρξαν μερικά σχόλια στον μεγάλο ευρωπαϊκό τύπο για τα γεγονότα στην Ελλάδα που ηχούν ως κώδωνας κινδύνου. Μία μεγάλη γαλλική εφημερίδα ανάφερε λίγο-πολύ ότι: «Στην Αθήνα η σπίθα ήταν τυχαία, ο φόνος ενός νέου φοιτητή από ένα ανόητο και εγκληματία αστυνομικό. Αλλά οι πραγματικές αιτίες είναι βέβαια άλλες, και ακριβέστερα η ανεργία και η ελαστική και επισφαλής εργασία στην οποία είναι καταδικασμένη μία ολόκληρη γενιά. Ευτυχώς αυτή η εξέγερση δεν έγινε σε μία «σημαντική» χώρα, στο Παρίσι, το Λονδίνο ή το Βερολίνο. Ευτυχώς έγινε σε μία χώρα σχετικά φτωχή και περιθωριακή όπως η Ελλάδα. Αν συνέβαινε σε μία σημαντικότερη χώρα, θα βρισκόμασταν μπροστά σε ένα γεγονός πολύ πιο σημαντικό από τον γαλλικό Μάη του ΄68».
Και πράγματι είναι έτσι. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτά τα θλιβερά γεγονότα για να μη περιορισθούμε σε σκέψεις γύρω από ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από είκοσι χρόνια, αλλά να προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα γενικό απολογισμό όλων των ιστορικών και πολιτικών προβλημάτων που σήμερα είναι ανοιχτά.
6. Η σημασία ενός γενικού ιστορικού απολογισμού του 20ου
Αιώνα
Οι νέοι έχουν δικαίωμα να διαβάσουν ένα αξιόπιστο ιστορικό απολογισμό του 20ου αιώνα, και βέβαια εγώ δεν είμαι ούτε κατ΄ελάχιστον σε θέση να τους τον προσφέρω, διότι είμαι φιλόσοφος και όχι ιστορικός, και ούτε καν γνωρίζω τι σημαίνει να κάνεις μία ιστορική έρευνα αρχείου. Αυτό είναι καθήκον που αφορά επαγγελματίες ιστορικούς, αλλά οι ιστορικοί της γενιάς μου και της προηγούμενης δεν είναι σε θέση να το φέρουν σε πέρας, διότι σε μεγάλο βαθμό είναι δεσμώτες ιδεολογικών φαντασμάτων και ψυχολογικών συμπλεγμάτων ενοχής των γενιών τους. Θα δώσω εδώ μόνο λίγα παραδείγματα για να γίνω κατανοητός.
Ο Francois Furet είναι ένας γνωστός γάλλος ιστορικός, συγγραφέας μερικών βασικών μελετών της γαλλικής επανάστασης του 1789. Σε νεαρή ηλικία ήταν κομμουνιστής, κατόπιν απαρνήθηκε τον κομμουνισμό για συζητήσιμους λόγους, εύλογους και σεβαστούς πάντως (τον εικοστό αιώνα υπήρξαν εύλογοι και σεβαστοί λόγοι για να απογοητευτείς από τον κομμουνισμό και να τον εγκαταλείψεις, και θα ήταν μία πράξη ιδεολογικού φανατισμού το να μη το παραδεχτείς ανοιχτά). Αυτό αντιθέτως που είναι λιγότερο εύλογο και σεβαστό είναι να μετατρέπεις την δική σου θεμιτή πολιτική και υπαρξιακή απογοήτευση σε ιστοριογραφικό κριτήριο για την συνολική ερμηνεία του ιστορικού κομμουνισμού του 20ου αιώνα. Όμως ο Furet αυτό έκανε (βλ. Le passe’ d’ une illusion, Laffont, Paris 1995). Ο κομμουνισμός μετατράπηκε σε μία ουτοπική αυταπάτη διανοουμένων, προορισμένος να διαψευσθεί από τις σκληρές απαντήσεις της ιστορίας. Με αυτόν τον τρόπο ο Furet έγραψε μία υπαρξιακή αυτοβιογραφία, ναρκισσιστικού τύπου αναπόφευκτα, μεταμφιεσμένη σε σοβαρό ιστορικό έργο. Δεν θα το επέτρεπα ούτε στον εαυτό μου, που δεν είμαι ιστορικός αλλά ένας απλός φιλόσοφος. Σε ένα σοβαρό ιστορικό, δεν το συγχωρώ.
Ο Έρικ Χομπσμπάουμ υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς μαρξιστές ιστορικούς του 20ου αιώνα, συγγραφέας ενός από τους πιο γνωστούς απολογισμούς του 20ου αιώνα (βλ. στα ιταλικά Il Secolo Breve, στα ελληνικά Η εποχή των άκρων). Ο Χομπσμπάουμ είναι που πρότεινε να περιγραφεί ο 20ος αιώνας ως ο αιώνας της εποχής των άκρων 1917-1991, ταυτίζοντάς τον εκ των πραγμάτων με τα 74 χρόνια «σοβιετικής» ζωής του ιστορικού κομμουνισμού του 20ου αιώνα. Πρόκειται περί μιας αμφιλεγόμενης πολιτιστικής και ιστοριογραφικής επιλογής. Από την μία πλευρά, τιμά αναμφίβολα το φαινόμενο του κομμουνισμού, ταυτίζοντάς το με έναν ολόκληρο αιώνα, του οποίου θεωρούνταν το πλέον σημαντικό γεγονός όλων. Από την άλλη πλευρά, ο κομμουνισμός «εκμηδενίζεται» ευγενικά ως αποκλειστικό φαινόμενο του 20ου αιώνα, που πρέπει να «θαφτεί» μαζί με τον αιώνα που τον γέννησε.
Η γενιά του Χομπσμπάουμ σφραγίστηκε πύρινα από τον αρνητικό ρόλο των εθνικισμών λόγω της ξεσπάσματος των δύο παγκόσμιων πολέμων. Από αυτό το γεγονός όμως ο Χομπσμπάουμ συμπέρανε εσφαλμένα πως δεν υφίστανται τα έθνη, και πως είναι μονάχα «φανταστικές κοινότητες» που εφευρέθηκαν από συγγραφείς, ποιητές και πολιτικούς. Πρόκειται για μια βαθιά λαθεμένη θεωρία. Τα έθνη υπάρχουν, δεν είναι καθόλου «φανταστικές κοινότητες», και είναι καθόλα λογικό να υπερασπίζεται η ιστορική συνέχεια με εύλογα επιχειρήματα (βλ. Γιώργος Κοντογιώργης, «Έθνος και εκσυγχρονιστική νεοτερικότητα», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2006).
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αποκαλούμενη «απαράβλητη μοναδικότητα» του Άουσβιτς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Άουσβιτς υπήρξε ουσιαστικά ένα ασυγχώρητο έγκλημα, που καμμία πλαστή ιστοριογραφική «συγκυριακή ένταξη» δεν θα μπορέσει να περισώσει. Και παρόλα αυτά μεταφυσικά αυτό το έγκλημα δεν ήταν καθόλου μοναδικό και απαράβλητο. Οι εβραίοι υπέστησαν σίγουρα μία γενοκτονία, αλλά σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι. Οι αρμένιοι την υπέστησαν και αυτοί, καθώς επίσης και οι ερυθρόδερμοι αμερικάνοι τον 19ο αιώνα. Το Άουσβιτς ήταν έγκλημα, αλλά ήταν και η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, και σίγουρα όχι από τα μικρότερα. Ταυτόχρονα οι ευρωπαίοι διανοούμενοι αισθάνονται ακόμη το σύμπλεγμα ενοχής επειδή «επέτρεψαν τον Χίτλερ», φορτώνουν την ενοχή σε ολόκληρη την Ευρώπη, εφευρίσκουν την μοναδικότητα του Άουσβιτς, και με αυτόν τον τρόπο μετατρέπονται σε ανόητους υπηρέτες της νομιμοποίησης του πολιτικού σιωνισμού (να μη γίνει σύγχυση προφανώς με την εβραϊκή θρησκεία ή με τον εβραϊκό λαό) στην εγκληματική του στρατηγική αφανισμού των ιστορικών και εθνικών δικαιωμάτων του μαρτυρικού παλαιστινιακού λαού.
Θα μπορούσα να συνεχίσω. Αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στο να καταλάβουμε ότι οι νέοι έχουν δικαίωμα να προσεγγίσουν σε έναν ιστορικό απολογισμό του 20ου αιώνα που να μην έχει «φιλτραριστεί» από τα ιδεολογικά και ιστοριογραφικά φαντάσματα της γενιάς μου και της προηγούμενης γενιάς. Ο 20ος αιώνας έχει δικαίωμα να αναγνωσθεί και να ερμηνευθεί στη βάση όλων αυτών που συνέβησαν πραγματικά στην διάρκειά του. Αντιλαμβάνομαι πως δεν είναι εύκολο, αλλά τουλάχιστον είναι ανάγκη να δοκιμάσουμε.
Σύμφωνα με τον γάλλο φιλόσοφο Αλέν Μπαντιού (βλ. Le Siecle, Seuil, Paris 2005) ο 20ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας της πολιτικής, και ακριβέστερα της κυρίαρχης πολιτικής απόφασης. Όπως ήδη σημείωσα προηγουμένως, αυτή η υπεροχή της πολιτικής απόφασης επί των απλών οικονομικών κινήσεων πήρε πολύ διαφορετικές μορφές ακόμη και αντιτιθέμενες, που πάνε από τη μία στον κομμουνισμό μέχρι την άλλη πλευρά στον φασισμό, με μία σειρά ενδιάμεσων θέσεων (τις σκανδιναβικές σοσιαλδημοκρατίες, τους λαϊκισμούς αλά Περόν και Νάσερ, κ.λπ.). Και ακριβώς είναι αυτή η υπεροχή της πολιτικής επί της οικονομίας, που εδώ θέλω να υπογραμμίσω χωρίς υπεισέλθω στην αποτίμηση της διαφοροποιημένης ιστορικής και ηθικής κρίσης (κανένας δεν θα με πείσει ποτέ να θέσω τον Στάλιν και τον Χίτλερ στο ίδιο επίπεδο, και αν πρέπει να το κάνω πάσει θυσία, θα θέσω μαζί και τον Τσώρτσιλ και τον Τρούμαν), που οι σημερινές καπιταλιστικές ολιγαρχίες πρέπει να καταδικάσουν, να δαιμονοποιήσουν και να εξορκίσουν μέσω του εκτεταμένου δικτύου των διανοουμένων-ιδεολόγων τους, παρουσιάζοντας ακριβώς τον εικοστό αιώνα ως τον τρελό αιώνα των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Αυτή η ιδεολογία της δαιμονοποίησης του 20ου αιώνα είναι στην πραγματικότητα (και σε μερικές δεκαετίες θα είναι σίγουρα ξεκάθαρο) ένα είδος προληπτικού εμβολιασμού. Επιδιώκεται έτσι να τρομάξουν τις νέες γενιές και να τους στείλουν το ακόλουθο μήνυμα: είδατε ποιες συνέπειες επιφέρει το να αποδίδεις στην πολιτική την υπεροχή επί της οικονομίας; Αυτή η υπεροχή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στον κομμουνισμό, στον φασισμό και στον λαϊκισμό! Κατά συνέπεια, από εδώ και στο εξής αφήστε σε εμάς στην ολιγαρχία, στις τράπεζες, και στους «αυθόρμητους» μηχανισμούς της οικονομίας, να κάνουμε κουμάντο! (Συνέχεια στο επόμενο φύλλο) |