Πρόλογος στη νέα ελληνική έκδοση
του βιβλίου «Το ασίγαστο πάθος»
(1989 – 2009)
προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο στις εκδόσεις ΠΙΡΟΓΑ
Στη μνήμη του Χρήστου Νάσιου
φίλου και μεταφραστή αυτού του βιβλίου
1. Είκοσι χρόνια μετά
Οι Τρεις Σωματοφύλακες του Δουμά, το Νησί των Θησαυρών του Στήβενσον και Τα παιδιά της οδού Πατησίων του Μολνάρ,* καθώς και ελάχιστα άλλα βιβλία, γέμισαν χαρά τους έφηβους πολλών γενιών. Διάβασα πρόσφατα αυτά τα αριστουργήματα που δεν είχα πάρει στα χέρια μου από την εποχή της παιδικής μου ηλικίας, και κατάλαβα πως η πραγματικά μεγάλη λογοτεχνία είναι λογοτεχνία για όλες τις ηλικίες, και όχι μόνο για την παιδική, γιατί κάθε ηλικία τη διαβάζει με διαφορετικό μάτι, με βάση την εμπειρία ζωής που απέκτησε στο πέρασμα δεκαετιών.
Οι αναγνώστες του Δουμά ξέρουν όμως, πως μετά τους Τρείς Σωματοφύλακες έρχεται η συνέχεια αυτής της ιστορίας, το Είκοσι χρόνια μετά. Ο Ντ΄Αρτανιάν, ο ‘Αθως, ο Πόρθος και ο Άραμις είναι το ίδιο διαθέσιμοι να μπλέξουν σε επικίνδυνες περιπέτειες, αλλά είναι κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτεροι, έχουν στιγμές θλίψης και στοχασμού, και δεν έχουν πλέον την αυθόρμητη φρεσκάδα της νεότητας. Και όμως, όποιος αγάπησε τους Τρεις Σωματοφύλακες θα αγαπήσει σίγουρα και το Είκοσι χρόνια μετά.
Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, παρόλα αυτά, δεν είναι βέβαια συγκρίσιμο με ένα σπουδαίο μυθιστόρημα περιπέτειας. Και όμως, το ασίγαστο πάθος για τον κομμουνισμό ήταν κατά τον εικοστό αιώνα μία περιπέτεια, αν και πιο πλούσια σε τραγωδίες και λάθη παρά σε ευτυχείς συγκυρίες. Έτσι όταν ο έλληνας εκδότης μου ζήτησε να γράψω είκοσι χρόνια μετά ένα νέο πρόλογο, για την επανέκδοση του Ασίγαστου Πάθους, το δέχτηκα ευχαρίστως.
Προφανώς, μόνο ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει αν αυτό το κείμενο είναι «επίκαιρο» ή όχι. Ξαναδιαβάζοντάς το, είναι προφανές ότι σίγουρα δεν θα το ξανάγραφα με τον ίδιο τρόπο, και όχι μόνο για τον προφανή λόγο πως γνωρίζω καλά τι συνέβη σε αυτή την εικοσαετία (1989-2009). Με αυτή την έννοια, αυτό το δοκίμιο είναι ήδη ένα ταπεινό ιστορικό ντοκουμέντο. Οι σκέψεις που θα ακολουθήσουν στοχεύουν να είναι μόνο εισαγωγικές σημειώσεις στην θεώρηση «του παρόντος ως ιστορία», για να θυμίσω μία συλλογή δοκιμίων του σπουδαίου αμερικανού μαρξιστή Πωλ Σουήζυ.
2. Η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση του φθινόπωρου του 2008. Το τέλος του μεγάλου όργιου για τη νίκη της τριετίας 1989-91.
Όταν το σύστημα των κρατών και των κομμάτων που ονομάσθηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» (που προσωπικά προτιμώ να ονομάζω «ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα», για να τον διακρίνω από τον θεωρητικό κομμουνισμό του Μαρξ), εισήλθε ταχύτατα σε φάση μη αναστρέψιμης αποσύνθεσης κατά την τριετία 1989-91, άνοιξε μία αβέβαιη φάση κατάθλιψης (για τους ηττημένους) και ευφορίας (για τους νικητές). Ένα συμβολικό δοκίμιο αυτής της περιόδου ήταν αυτό του Φράνσις Φουκουγιάμα με τίτλο Το Τέλος της Ιστορίας, μέτριο δοκίμιο που όμως καταδείκνυε κάτι περισσότερο από ένα αδιαφιλονίκητο γεγονός, μία σταθερότατη ιστορικο-πολιτική πρόθεση εκ μέρους των νικητών, αυτή του να εγγυηθούν για απροσδιόριστο χρόνο την ισχύ του χρηματιστικού καπιταλισμού. Η αντίδραση των μαρξιστών υπήρξε αβέβαιη, καθόσον γράφτηκαν πολλά δοκίμια (μεταξύ των οποίων και το δικό μου) για να υποστηρίξουν πως όχι, σίγουρα η ιστορία δεν τελείωσε. Δεν τελείωσε ποτέ στο παρελθόν και σίγουρα δεν θα τελείωνε ποτέ στο μέλλον.
Υπήρξε μία αδύναμη αντίδραση. Ο Μαρξ ποτέ δεν θα είχε συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο. Αντί να υποστηρίξει με ρητορικό τρόπο πως η ιστορία δεν θα μπορούσε σίγουρα ποτέ να τελειώσει, ο Μαρξ θα άρχιζε σίγουρα να μελετά τις νέες αντιθέσεις του νέου τύπου του τρόπου καπιταλιστικής παραγωγής που αναδείχθηκε νικητής από την μακρά πάλη με τον υπαρκτό ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα. Το 1991 αυτές οι νέες αντιθέσεις δεν ήταν ακόμη ορατές. Αλλά το 2009 είναι εμφανέστερες και έτσι μπορούμε να τις διαγνώσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Κατά πρώτον, η εικοσαετία 1989-2009 φαίνεται σήμερα ως ένα είδος παρατεταμένου οργίου που ακολούθησε τον εορτασμό της νίκης, όπου οι νικητές ήπιαν και μέθυσαν μέχρι να πέσουν κάτω από το τραπέζι ξερνώντας όλα όσα είχαν καταβροχθίσει. Η εικοσαετία 1989-2009, θεωρούμενη σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά φαινόμενα αναδιανομής του πλούτου ανάμεσα στις τάξεις, που πραγματοποιήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Πίσω από την αποκαλούμενη «παγκοσμιοποίηση», πράγματι, εξελίχθηκαν πρωτόγνωρες σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού, διαδικασίες αναδιανομής του παραχθέντος κοινωνικού πλούτου από τα χαμηλά προς τα ανώτερα οικονομικά στρώματα. Αυτό ακριβώς θυμίζει τα όργια των νικητών επί των ηττημένων στην αρχαιότητα. Δικαίως ο Κυριάκος Σιμόπουλος έδωσε μία αρνητική εικόνα του Αλέξανδρου του Μακεδόνα (βλ. Ο μύθος των μεγάλων της Ιστορίας, σελ. 31-221) ως βίαιου και μέθυσου. Οι νικητές του 1989 επιδόθηκαν σε ένα παρατεταμένο όργιο μέθης (οικονομικής) και βίας (ιμπεριαλιστικής) κατά την εικοσαετία της νίκης τους.
Όταν η σημερινή οικονομική κρίση άρχισε να γίνεται προφανής το καλοκαίρι του 2008, οι οικονομικές εφημερίδες της ολιγαρχίας άρχισαν να μιλούν για μία «δυσάρεστη έλλειψη ελέγχου των οργάνων που θα έπρεπε να ασκήσουν αυτόν τον έλεγχο». Ξεδιάντροπη έλλειψη ντροπής! Οι ελεγκτές δεν είχαν καμία πρόθεση να «ελέγξουν», διότι η χρηματιστική επιλογή του κεφαλαίου που κυριάρχησε την τελευταία εικοσαετία 1989-2009 δεν ήταν μόνο μία αναγκαιότητα που οφειλόταν στην όλο και μεγαλύτερη παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, αλλά πριν από όλα ήταν το πολιτικο-στρατιωτικό όχημα μιας ριζικής αναδιανομής του πλούτου και της εξουσίας μεταξύ των τάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο (συμπεριλαμβάνοντας κατά συνέπεια στο πλαίσιο αυτού του προτσές τόσο την Ινδία όσο και την Κίνα).
Κατά δεύτερον, δίπλα σε αυτό το ξεδιάντροπο όργιο για τη νίκη, που επέφερε μία από τις μεγαλύτερες αναδιανομές πλούτου και εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, γίναμε μάρτυρες ενός τυπικού διαλεκτικού φαινόμενου, όπως θα έλεγαν ο Χέγκελ και ο Μαρξ. Διαλεκτική είναι η ταυτόχρονη παρουσία στην ίδια δυναμική ενότητα δύο αντιτιθέμενων όψεων, που είναι ακριβώς αντίθετες, αλλά είναι αντίθετες στο πλαίσιο της ίδιας κοινωνικής ενότητας. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι η εγγύηση για απροσδιόριστο χρόνο της ισχύος του χρηματιστικού καπιταλισμού, του πλέον άγριου από όλες τις μορφές καπιταλισμού, συνοδεύτηκε από το τέλος της εγγύησης της σταθερότητας της μισθωτής εργασίας, η οποία μετατράπηκε σε ευέλικτη και επισφαλή.
Σε απόσταση είκοσι χρόνων (1989-2009), μίνιμουμ περίοδο για να μπορέσουμε να βγάλουμε ένα συνετό ιστορικό ισοζύγιο όσων έχουν συμβεί, μπορούμε να συνοψίσουμε τα δύο κύρια γεγονότα της περιόδου αυτού του ισοζυγίου σε παγκόσμια κλίμακα και όχι μόνο σε ευρωπαϊκή:
α) Η εικοσαετία 1989-2009, θεωρημένη σε παγκόσμια κλίμακα και όχι μόνο σε ευρωπαϊκή ή αμερικανική, είδε μία από τις μεγαλύτερες αναδιανομές του κοινωνικού πλούτου μεταξύ των τάξεων, και αυτή η αναδιανομή συνέβη από τα χαμηλά προς τα ανώτερα οικονομικά στρώματα, ανατρέποντας μία γενική ιστορική τάση που άρχισε τον εικοστό αιώνα ξεκινώντας από το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου (1914-1918).
Για να αποκλείσουν με κάθε τρόπο να γίνει αντιληπτό με ευκρίνεια το νόημα αυτής της εικοσαετίας, το ιερατείο των πανεπιστημιακών διανοουμένων και το μηντιακό τσίρκο προσομοίωσης της πραγματικότητας (εδώ είναι χρήσιμοι τόσο ο Μπουρντιέ και ο Λας, όσο ο Μποντριγιάρ και ο Ντεμπόρ) έστησε μία προσομοίωση και ένα προπέτασμα καπνού, σύμφωνα με τα οποία ο 20ος αιώνας καταδικάσθηκε ως τερατώδης αιώνας των ολοκληρωτισμών, των ιδεολογιών, των ουτοπιών που μετατρέπονται σε τρόμο, και άλλες ιστορίες για ανίατα διανοητικά καθυστερημένους και για χρόνια ηλίθιους. Σε αυτό το όργιο ηθικολογίας, αγνής καταδίκης του «ιδεολογικού» και «ουτοπικού» παρελθόντος, υπήρχε προφανώς κάτι που έπρεπε να κάνουν να ξεχαστεί, ότι δηλαδή η εικοσαετία που θα έπρεπε να κλείσει οριστικά τον φρικτό εικοστό αιώνα, δηλαδή η αγνή εικοσαετία της ελευθερίας και της παγκοσμιοποίησης 1989-2009, αντίκρυσε μία από τις μεγαλύτερες ολιγαρχικές αναδιανομές του παγκόσμιου πλούτου συνολικά μεταξύ των τάξεων, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
β) Η εικοσαετία 1989-2009, θεωρημένη σε παγκόσμια κλίμακα και όχι μόνο σε ευρωπαϊκή, είδε την διαλεκτική ανάπτυξη μιας νέας αντιφατικής ενότητας, την ενότητα της εγγύησης και της μη-εγγύησης. Όπως ανέφερα προηγουμένως, η εγγύηση της λειτουργίας του μηχανισμού αναπαραγωγής του χρηματιστικού κεφαλαίου «εγγυήθηκε» ακριβώς με το τέλος της εγγύησης μιας από τις πάγιες μακράς διαρκείας ιστορικές σταθερές μορφές της ανθρώπινης ζωής, της σχετικής σταθερότητας και εξασφάλισης μακροπρόθεσμα της θέσης εργασίας, αδιάφορο πόσο «αλλοτριωμένης».
3. Η ριζική ιστορική διαφορά ανάμεσα στην εικοσαετία 1920-1940 και την εικοσαετία 1989-2009
Για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την εποχή μας είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε μέσα από την ιστορική αναλογία με μία προηγούμενη ιστορική περίοδο. Πολύ συχνά η ιστορική αναλογία εξαπατά, και δεν επιτρέπει πραγματικά να κατανοήσουμε την εποχή μας, αντιθέτως μας οδηγεί σε ένα εντελώς λαθεμένο δρόμο. Για παράδειγμα, θεωρώ ότι ο Τρότσκυ εξαπατήθηκε όταν φαντάσθηκε πως ο Στάλιν ήταν το νέο «κομμουνιστικό» ισοδύναμο των γάλλων αντεπαναστατών του Θερμιδώρ του 1794. Όπως κι αν ήταν, καλός ή κακός, ο Στάλιν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο στην παγκόσμια ιστορία, και δεν ήταν καθόλου ένας «θερμιδοριανός». Αλλά σε αυτό θα επανέλθω αργότερα. Προς το παρόν φθάνει να γνωρίζουμε πως για να κατανοήσουμε το παρόν είναι συχνά χρήσιμο να πάρουμε υπόψη το παρελθόν, αλλά χρειάζεται να το πάρουμε υπόψη πολύ περισσότερο ως προς το διαφορετικό παρά ως προς την ομοιότητα.
Πιστεύω ότι η εικοσαετία που μόλις αφήσαμε πίσω μας (1989-2009) χαρακτηρίσθηκε από νέα φαινόμενα ριζοσπαστισμού σε σχέση με την εικοσαετία 1920-1940, αυτή που μεσολαβεί μεταξύ του τέλους του Πρώτου και της έναρξης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου. Η εικοσαετία 1920-1940 είναι σημαντικότατη όχι μόνο από ιστορικής αλλά κυρίως από ιδεολογικής απόψεως, διότι είδε τον σχηματισμό συνολικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών τόσο του κομμουνισμού όσο και διαφόρων μορφών του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. Κατόπιν αυτών, αφού ζητήσω συγγνώμη για την απαραίτητη απλοποίηση, πιστεύω πως η εικοσαετία 1989-2009 έκλεισε στο ουσιαστικό μέρος και έθεσε οριστικά στο αρχείο το ιδεολογικό και συμβολικό πανόραμα της εικοσαετίας 1920-1940. Όποιος εξακολουθεί να κινείται πολιτικά και ιδεολογικά στη βάση των συνολικών χαρακτηριστικών που αναδείχτηκαν στην εικοσαετία 1920-1940 μοιάζει με τους γάλλους στρατηγούς που κατασκεύασαν την περίφημη Γραμμή Μαζινό, πιστεύοντας πως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα ήταν η επανάληψη του Πρώτου. Και επειδή ο Πρώτος ήταν ένας μεγάλος πόλεμος χαρακωμάτων, θα έπρεπε να κατασκευάσουν ένα Υπερχαράκωμα για να κερδίσουν τον Δεύτερο. Όπως είναι γνωστό ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος διεξήχθη με τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα και με τα άρματα μάχης, και όχι πλέον με τα μυδράλια και ο Χίτλερ κατόρθωσε να νικήσει την Γαλλία σε δύο μήνες.
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε με αφορμή την διαπάλη μεταξύ εθνικισμών, αλλά οι πραγματικοί ένοχοι ήταν οι καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές ολιγαρχίες. Σε αυτό το σημείο ο Λένιν εξακολουθεί να έχει εκατό τοις εκατό δίκιο. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος γέννησε τόσο τον ρωσικό μπολσεβικισμό όσο (αν και με μερικά χρόνια καθυστέρησης) τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Βλέποντας τα πράγματα από απόσταση ενός αιώνα περίπου, μπορούμε να πούμε πως δεν διεξήχθη μόνο μία πάλη μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου και προλεταριάτου, αλλά ότι διεξήχθη επίσης και κυρίως μία αρκετά πιο συγκεκριμένη και καθοριστική πάλη μεταξύ μεσαίων τάξεων και μικροαστικής τάξης από την μία, και εργατικής τάξης και προλεταριάτου από την άλλη. Γνωρίζω καλά πως απλοποιώ με ανυπόφορο τρόπο, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να ειπωθεί ότι στην ουσία ο κομμουνισμός αντιπροσώπευσε τα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα του εργοστασιακού προλεταριάτου και των φτωχών αγροτών από την μία πλευρά, και οι διάφορες μορφές φασισμού τα συνολικά συμφέροντα της μικροαστικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων της εποχής από την άλλη.
Γνωρίζω καλά πως ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ εξυπηρέτησαν και τα συμφέροντα του ιταλικού και γερμανικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Αλλά αν ο ευρωπαϊκός φασισμός ήταν μόνο πολιτική έκφραση των στρατηγικών συμφερόντων του χρηματιστικού κεφαλαίου και τίποτε άλλο, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα είχε στην συμμαχία τον Τσώρτσιλ, τον Ρούσβελτ, τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι ενάντια μόνο στον Στάλιν. Δεν μιλάω για επιστημονική φαντασία καφενείου. Προσπαθώ να προσκαλέσω τον αναγνώστη σε ένα αναπροσανατολισμό τύπου Gestalt, έκφραση που χρησιμοποιούν οι ψυχολόγοι όταν σχεδιάζουν το ράμφος μιας χήνας που μπορεί να εκληφθεί και ως τα μεγάλα αυτιά ενός κουνελιού. Σύμφωνα με το πώς αποφασίζει κάποιος να δει το σχέδιο, μπορεί να δει μία χήνα ή ένα κουνέλι, και προφανώς η μορφή (στα γερμανικά Gestalt) αλλάζει τελείως.
Κατά την εικοσαετία 1920-1940 διεξήχθη στην Ευρώπη ένας γιγαντιαίος συμβολικός και ιδεολογικός εμφύλιος πόλεμος, που διαίρεσε σίγουρα όλες τις κοινωνικές τάξεις (υπήρξαν πράγματι κομμουνιστές και φασίστες ανάμεσα στους αριστοκράτες, τους αστούς, τους προλετάριους, τους αγρότες, τους διανοούμενους κ.λπ.) αλλά είδε βασικά από τη μία μεριά τους εργαζόμενους και τους προλετάριους (σοσιαλδημοκράτες ή κομμουνιστές), και από την άλλη την μικροαστική τάξη (φασίστες ή συντηρητικούς). Αυτή η κοινωνική πάλη συνδυάσθηκε, προφανώς, με την εθνική σύγκρουση ανάμεσα στην Γερμανία και την Αγγλία, από την μία πλευρά, και την Γερμανία και την Ρωσία από την άλλη. Αλλά δεν μπορεί να αμφιβάλει κανείς για το γεγονός ότι ο κομμουνισμός και ο φασισμός, μακράν από του να μπορεί να εκκαθαριστούν απλά ως «τρέλα ολοκληρωτισμού», υπήρξαν επίσης και κυρίως έκφραση διαφορετικών και ανταγωνιστικών ταξικών συμφερόντων.
Τα πράγματα αλλάζουν την εικοσαετία 1989-2009. Με την γενίκευση της ελαστικής και επισφαλούς εργασίας και με την χρηματοοικονομική κερδοσκοπία που συνοδεύει αυτή την καταστροφή της «σταθερής θέσης» εργασίας, ο νέος καπιταλισμός χτυπάει πλέον ταυτόχρονα τόσο τις παραδοσιακές εργατικές τάξεις όσο και την νέα μικροαστική τάξη. Φαινομενικά μοιάζει με μία θετική διεύρυνση των κοινωνικών ομάδων που εν δυνάμει ενδιαφέρονται για μία κριτική του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά. Και για το γιατί τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, πρέπει να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε με πιο συστηματικό τρόπο. Ο καπιταλισμός αλλάζει, και ως μαθητές του Μαρξ οφείλουμε να προσπαθήσουμε να σε ποια κατεύθυνση αλλάζει. Ο καιρός της επεξεργασίας του πένθους της τριετίας 1989-1991 πράγματι λήγει αυτά τα χρόνια ακριβώς.
συνέχεια >> |