Η χορήγηση της κανονικής άδειας προϋποθέτει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας. Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του δικαιούται άδεια, συγκεκριμένα ως εξής:
- Για το πρώτο ημερολογιακό έτος (έτος πρόσληψης) δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση. Επομένως ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου την αναλογία της άδειας. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι εργάσιμων ημερών (20).
- Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος η άδεια χορηγείται επίσης κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας στον εργοδότη. Η άδεια προσαυξάνεται κατά μια (1) μέρα μετά τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης. Έτσι η άδεια συνολικά είναι είκοσι πέντε (25) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου και είκοσι μια (21) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου. Η άδεια αυτή πρέπει να χορηγηθεί (τμηματικά ή ολόκληρη) μέχρι 31 Δεκεμβρίου του δεύτερου ημερολογιακού έτους.
- Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος (καθώς και για τα επόμενα) ο μισθωτός σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και μάλιστα από την 1 Ιανουαρίου δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδεια του, η οποία αφορά το ημερολογιακό αυτό έτος. Η άδεια αποτελείται από 21 ή 22 εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου και από 25 ή 26 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου αναλόγως αν ο συγκεκριμένος μισθωτός κατά το χρονικό σημείο λήψεως της άδειας του έχει ή όχι συμπληρώσει 24 μήνες απασχόλησης στον εργοδότη. Επίσης εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή υπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιανδήποτε σχέση εργασίας δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου και 25 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου.
Συνάγεται λοιπόν ότι ο εργοδότης μέχρι τη λήξη του πρώτου (α) ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθηκε ο μισθωτός, πρέπει να χορηγεί σε αυτόν αναλογούσα κανονική άδεια, δηλαδή 24/12 για τους επί εξαημέρου και 20/12 για τους επί πενθημέρου για κάθε μήνα (πλήρους) απασχόλησης. Κατά τον ίδιο τρόπο υπολογίζεται και η άδεια για το δεύτερο (β) ημερολογιακό έτος ενώ από την έναρξη του τρίτου (γ) ημερολογιακού έτους και μέχρι τη λήξη του χορηγείται ολόκληρη η άδεια.
Δε δικαιούνται κανονική άδεια οι εργαζόμενοι σε εργασίες ή επιχειρήσεις ασκούμενες από μέλη οικογένειας, οι εργαζόμενοι στο πρωτογενή τομέα της οικονομίας δηλαδή στη γεωργία, κτηνοτροφία, δασικές, αλιευτικές και ναυτιλιακές εργασίες και οι υπάλληλοι με διευθυντικό δικαίωμα.
Για την εξεύρεση των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι με διαλείπουσα ή μερική ή εκ περιτροπής εργασία πολλαπλασιάζουμε τις ημέρες πραγματικής εργασίας με τους εξής συντελεστές: για το 1 ημερολογιακό έτος με τον συντελεστή 0,08 για 12 μήνες συμπληρωμένους 0,08333333, για 24 και πλέον μήνες συμπληρωμένοι με το συντελεστή 0,08666666 και τέλος μισθωτοί με 10 ή 12 (ανάλογα την περίπτωση) χρόνια εργασίας με το συντελεστή 0,1.
Κατά την διάρκεια της άδειας του ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τις «συνήθεις αποδοχές». Δηλαδή τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά το αντίστοιχο χρόνο. Επίσης ο μισθωτός δικαιούται να λάβει και επίδομα αδείας. Για το επίδομα άδειας δεν υπάρχει ειδικός τρόπος υπολογισμού. Ακολουθεί κατά το ύψος τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό ότι δε μπορεί να υπερβεί για όσους αμείβονται με μισθό τις αποδοχές του 15θημέρου και για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο τις αποδοχές 13 ημερομισθίων. Τόσο οι αποδοχές άδειας όσο και το επίδομα άδειας προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της άδειας του.
Ο χρόνος χορήγησης της άδειας διακανονίζεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού. Σε περίπτωση μη χορήγησης της άδειας μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό αποδοχές αδείας απλές μεν όταν δεν υπάρχει το πταίσμα αυτού, διπλές δε όταν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη.
Πηγές:
Νιάρχος, Σ. (2006), Πρακτικός Οδηγός Ασφαλιστικών – Εργατικών Θεμάτων, Κεφάλαιο Στ
Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, (2007), σελ.784
«Επιμέλεια της στήλης: Δαρζέντα Μελίνα-Κοινωνική Ανθρωπολόγος και Οικονόμου Πηνελόπη-Κοινωνική Λειτουργός. Σύμβουλοι Απασχόλησης και Επιχειρηματικότητας Πολυδύναμου, σε συνεργασία με το Ενιαίο Κ.Ε.Κ. Νομού Κυκλάδων» |