Έπρεπε να σηκωνόμασταν να τους δεχτούμε, στυλωμένοι χωρίς απληστία, χωρίς την ταραχή των σύννεφων , ναυτικά χρόνια βασισμένα στο τυπικό των τρυφερών πλασμάτων, πρόσωπα των γιαγιάδων του κόσμου, δέντρα, κλήματα, το μόνο σημάδι.
Μαύρες θεόρατες πόρτες, μικρές κάμαρες, αλύγιστες θύελλες, μοναχές γυναίκες, άσπρο μοσχάρι, χέρια που κλαίνε σιγανά, οδύνη, στοργή που σκεπάζει τη σιωπή, ακίνητοι στα κρεβάτια μας, γυρεύουμε άδεια, ταξιδιώτες που μόλις γεννήθηκε η κόρη μας.
-Έλα, έλα τώρα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας.
-Και η γη…
-Συγχώρησε τη…
Μέρες καβαλαραίων, κόκκινα μαντήλια, σταυρωτά άγρια μάτια, μέρες με μαρτίνια στο χέρι που γυρεύουν βοήθεια, φόβος που στάζει λιγοψυχιά και ιδρώτα.
Ξημέρωσε. Η αυγή κατέβη στις καρδιές και ξάπλωσε στα τσιγάρα που ξαγρύπνησαν. Η μεγάλη πέτρα άκουγε ατάραχα το χώμα να γελά, τα δέντρα να πίνουν από τους πόρους των άστρων, δύσκολη ώρα, μεγάλη πόρτα, πέντε σύντροφοι με δαδιά.
-Ψάξτε τον…
Κάρφωσα τα χείλια μου σα γέρικο ελάφι, δάγκωσα τις φουσκωμένες φλέβες μου, αλμύρα και κατεβαίνει το κοπάδι των λύκων, πουλιά που γείραμε στη γη κι αρχίσαμε να κλαίμε, χέρια με μονότονες φωνές, χέρια που γυρεύουν να κάμουν μια άναντρη πράξη, χέρια που στέκονται βουβά, χέρια άρρωστα, προίκα μιας κόρης.
Βουβά νεκρά κύματα, ήχοι που γεννηθήκανε ψηλά στην καθαρή γοητεία ενός ανεξερεύνητου παράθυρου, προσευχές στα μάτια των παιδιών, χρυσοί δράκοι στο λαιμό, άγρια ουρλιαχτά που κόβουν τον αγέρα σε σπαραγμών τραγούδια, αδιάφορα δράματα της νύχτας.
-Ελάτε…
-Το μάθατε λοιπόν…
-Γι αυτό λέτε…
Τα χρώματα ρίχνουν νερό, κίτρινο δέρμα, ρυτίδες που βγάζουν ονόματα, νύχτες που οι γοργόνες φωνάζουν, άστρα που γίνανε ανώνυμα, κύματα που σαλεύουνε σαν δέντρα, ποτάμια με νερά που φτερουγίζουν, ίσκιοι, κουπιά , γαλήνη.
-Θα σΆ αγαπώ...
-Θα μΆ αγαπήσεις…
-Θα σΆ αγαπώ…
Τα σύννεφα βασάνισαν τη νοσταλγία του ποταμού, έκοψαν μικρά ξύλα, πέθαναν αργά, κατάλαβαν το χώμα, ακουμπήσανε τα χέρια τους στο στήθος, σκεπάσανε με τις χούφτες τους το φόβο, ρωτάνε αν θα πληρώσουνε με θάνατο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|