Ώρες της λιτανείας με μαλλιά που σηκώνουν κύματα αφρισμένα και σπέρνουνε κατάρτια σε άγρυπνες στεριές και σε γαλάζιες φυλακές με διάπλατους φεγγίτες.
Εράσμια βιβλία του μεσημεριού που ανιστορούν λαγγεμένα δρομάκια όλο δίψα και τους σπασμούς των φορεμάτων του νερού.
Άψυχη θάλασσα και ένα προφίλ που αναπηδάει στο μαξιλάρι μου σε κάμαρη γεμάτη τσαλιμάκια και άθλιες κονσέρβες κομψών ψυχιατρείων, γκριμάτσα νέφους πορφυρού, παγιδευμένο δηλητήριο αράχνης.
Φιλιά, ξερά φιλιά σαν τα πουλιά που δέρνουν τα κλαδιά με γκρίζα αγκαλιάσματα. Ενθύμια αγάπης και χιονιά και την πυξίδα να κρατά το ματωμένο της μαχαίρι και η κιμωλία να χαράζει δίπλα στο μπαστούνι μνήμες αδοκίμαστες, ρυάκια ρίγους και παγωμένες νοσταλγίες.
Ένα σκυλί που τ' άγρια τριαντάφυλλα θρηνήσανε με φράχτες τοξωτούς και πορφυρά ελεφάντινα γιοφύρια. Ένα σκυλί, άσπρη αυλή μέσα στους βράχους του κορμιού σου, γαλάζιο σαν την καρδιά του Απρίλη, κυρτή λαμπάδα πυρκαγιάς αγγέλων που ανεβαίνουνε στις στέγες, άσαρκο όνειρο, φριχτό και σιχαμένο.
Έζησα στη σκιά κι ο θάνατος μισεί το γκρίζο, γελάει γιατί έχει ένα πιόνι που θα γίνει βασίλισσα, γελάει γιατί νομίζει πως με νοιάζει αν τη λεκάνη μου την μπέρδεψαν με της πουτάνας που πάντα γούσταρα στο επαρχιακό δρομάκι των επαρχιακών μου ονείρων, ίδιες λεκάνες, ο τελευταίος οργασμός, εκδίκηση, καθέλκυση, μαΐστρος.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Πηγαίναμε σκυφτοί χέρι με χέρι, φοβισμένα παράθυρα στις νύχτες των μπαλκονιών, κακοφωτισμένες κουβέρτες που προχωράγανε ζητώντας να κλάψουν.
Ακούγαμε τα βήματά τους στο πλακόστρωτο. Στα κεραμίδια και στα πισσόχαρτα είχανε φυτρώσει κίτρινα φώτα με αργυρά λυγερά κορμιά, τσουλούφια ανέμελα μέσα στο μαύρο κουβάρι που μας τύλιγε. Άμα κρατάει γερά η καρδιά μπορείς να χαιρετήσεις, μπορείς να χαμογελάς στις τρομπέτες με τα κοκαλιάρικα πρόσωπα και τα αδιάβροχα καπέλα¨ κι ας ήταν οι μούρες των σπιτιών στολισμένες με βαρέλια γεμάτα σκουπίδια που άναβαν σαν γιορτινές λαμπάδες τις νύχτες που πλέκαμε τα όνειρα.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Τα πρωινά μας χώριζαν, νερό παντού και λάσπη κίτρινη που μουδιάζει τα λόγια και τα σκυλιά. Ρούχα και μάτια βαμμένα για το παζάρι του καθρέφτη και τα δέντρα μεγεθυσμένα στην άκρη του κρεβατιού να ξαπλώνουν τεμπέλικα περιμένοντας το σφίξιμο των χεριών μας για να τσακωθούν.
Ποιος θα φυλάξει τις όχθες που σαλεύουν στα τετράδια μας?
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα.....
Όσο για μένα έπλαθα τον ίσκιο μου, έβαζα κόκκινα σημάδια στο φουστάνι σου μήπως βρω το δρόμο για ασβεστωμένα ξωκλήσια των ματιών σου. Περίμενα το κάρο του ήλιου να πλατσουρίσει δίπλα στα πεζοδρόμια, μισόγυμνη ροδιά καρφωμένη στο χώμα.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Τα άστρα τρίζανε και σου τρύπαγαν με τα σιγανά τραγούδια τους το δέρμα. Τα δάκρυα τρέμανε στα μικρά βελούδινα κλαριά των μισοσκόταδων καθώς τα πόδια μας χτυπάγανε άγρια τους ντενεκέδες του συνεργείου. Τηλέφωνο, νοσοκομείο, τα μαλλιά της μάνας και οι ανοιχτές πληγές από το ξύλο. Η τηλεόραση και οι φλέβες μας στη διαπασών, μαθητευόμενα στρωσίδια να γλιστράμε κατά τις πόρτες μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες στα μεσόφρυδα.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Μας ανεβάζανε στην ταράτσα από την πίσω σκάλα, βλέπαμε την αυγή και το χάραμα, κοντοζυγώναμε δισταχτικά τις γκρίζες μας ζακέτες και ύστερα αφήναμε τα βλέμματα μας να πουληθούν στο αντικρινό μαγαζί με τις παγωμένες καρέκλες. Φέρνουνε κι άλλους, στάμνες γεμάτες ασετιλίνη και πηγάδια στρωμένα με κεριά, στρατιωτικά παπούτσια καλογυαλισμένα.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Προσκυνάγαμε, στασίδια που στέκουν και μιλάνε, ακουμπισμένοι δίπλα στο λιβάνι των εικόνων, τρεμοπαίζαμε, ψάλαμε μες τη βροχή, χωρίς σκουλαρίκια, αβάφτιστοι, έτοιμοι να ανοίξουμε τα βαρέλια των δρόμων, ξεφλουδισμένα θρανία και τα σύννεφα να περνούν από τα τρύπια μπλουζάκια μας, στραβόξυλα στα χέρια ενός φωνακλά καραβομαραγκού.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Μας είχαν χτίσει τα ονόματα, μας φορτώσανε σωλήνες και ψίχουλα ριγμένα για τα πουλιά, πολλοί μαζί σα κοπάδι, κατεβαίναμε μόλις ρόδιζε ο ουρανός τη σκοτεινή σκάλα που μύριζε μούχλα.
Τότε ακούσαμε πως ο κόσμος ακόμα γελάει, λέγαν πως δένει φυλλάδια στα πόδια των περιστεριών για να μπορούν να τα βλέπουν τα κορίτσια καθώς ξεδιπλώνονται κατά τα ψηλά. Παράξενα φυλλάδια που μιλάγανε για τα δέντρα που φυτρώνουν στα βάθη της θάλασσας, για γλάρους με χρώμα θαλασσί, για ευτυχισμένα καρδιοχτύπια, για αυγουστιάτικα παιχνίδια, για τους στεναγμούς μιας βάρκας που ερωτεύτηκε το φεγγαρόφωτο.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
Είχαμε εξασφαλίσει το αυριανό μας φαγητό, είχαμε μακρύνει από τη ζωή μας, είκοσι δύο χρόνια βαρεμάρα, κλεισμένοι σε καλησπέρες που εμποδίζανε τη γλώσσα, σκαλισμένοι ταχυδρόμοι σε πέτρες και σε κορμούς, φάρμακα που δεν κάνουν καμιά θεραπεία, σβήσαμε τα φώτα στο σπίτι με τα μαβί γράμματα στα παραθυρόφυλλα, χαϊδέψαμε για τελευταία φορά τα αποτσίγαρα μας, παρηγορηθήκαμε, παθιαστήκαμε, ξεκαθαρίσαμε τους λογαριασμούς μας με τα μισοερειπωμένα αρχοντικά της Άνω Πόλης, πέσαμε ανάσκελα με ορθάνοιχτα τα μάτια, πήγαμε και βρήκαμε το ξεροβόρι που μας θέρισε.
Έτριβα, έτριβα το πάτωμα...
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|