Γράφει ο Σπύρος Γεωργίου
Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος 1924) έγραφε ποιήματα πολύ νωρίτερα από την χρονική στιγμή που διάλεξε για να εμφανιστεί στα γράμματα εκδίδοντας την πρώτη του συλλογή. Αυτό είναι γνωστό γιατί εκτός από τα όσα είχε δημοσιεύσει το 1943 στο περιοδικό «Οδυσσεύς» του Πύργου, υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του Τάκη Σινόπουλου. Μαζί είχαν τολμήσει, από νεαρή ηλικία, ένα πειραματικό τρόπο γραφής. Τη σύνθεση ενός ποιήματος εναλλάξ. Παρότι αυτή η συνεργασία δεν απέφερε και σπουδαία αποτελέσματα, έχει όμως ενδιαφέρον για την κριτική που εξασκεί ο Σινόπουλος στο μικρότερο φίλο του. Θεωρεί ότι ο Παυλόπουλος κατατρύχεται από ένα ορισμένο άγχος, που δεν τον αφήνει να ολοκληρώσει τις προσπάθειές του την ώρα του γραψίματος. Για να προχωρήσει στη σύνθεση του ποιήματος, αναγκάζεται να διακόπτει συχνά το νήμα της αφηγηματικής πνοής, ώστε να νιώσει σίγουρος πρώτα για ό,τι έχει προηγηθεί, διαπράττοντας έτσι ένα κεφαλαιώδες τεχνικό σφάλμα.
Ο Παυλόπουλος, επιρρεπής ως νεαρός στην κριτική αλλά και ανθεκτικότατος στο βάσανο του χρόνου, εκδίδει εν τέλει για πρώτη φορά ποιήματα το 1971, ήδη 47 χρονών. Δάσκαλος και συμπαραστάτης του ο Σεφέρης – έγκαιρα έχει αναφερθεί στα ανέκδοτα ποιήματά του με σταθμισμένα κολακευτικά λόγια. Εισέρχεται λοιπόν στην ποιητική σκηνή ώριμος και βραδυφλεγής: όταν έβαλε φωτιά στην ποιητική του ύλη άφησε τις φλόγες να σπινθηρίζουν καθησυχαστικά. Δεν ανάλωσε μεμιάς το «περιεχόμενο», το περιέσωσε μέσα από την σοφή τεχνική του αποστάγματος.
Έξη βιβλία σε διάστημα φανερής παραγωγής τριανταεπτά χρόνων, αποδεικνύουν την εντρύφησή του στην Καβαφικού τύπου προοπτική: τα ποιήματα γράφονται με συγκεκριμένο ρυθμό. Κατά τι λιγότερο από την ταχύτητα που επιτάσσει το διογκωμένο συναίσθημα, κατά πολύ περισσότερο αργό από εκείνον που θέλει να επιβάλλει η αγορά.
Είναι απόγονος του Σολωμού, γιατί βρέχει κι αυτός τα πόδια του στο ίδιο ποτάμι – στο ποτάμι του δημοτικού τραγουδιού, ιδιαίτερα των παραλογών. Δεν αποδέχεται τη συσπείρωση των στίχων σποραδικά σε αυτόνομες νησίδες εντόνου νοήματος ή αισθήματος. Για να απολαύσει κανείς ένα του ποίημα δηλαδή, θα πρέπει να το διαπλεύσει ολόκληρο – ό,τι απομένει στη μνήμη δεν είναι εύκολο να αποδοθεί σ’ έναν συγκεκριμένο στίχο. Όλοι τους υπηρετούν την εκτύλιξη της ποιητικής ιδέας, χωρίς να προσπαθούν ιδιοτελώς να συσσωρεύσουν κάτι κατά την υπεραιμία της ανάπτυξής της.
Ιδιαίτερα πρέπει να εκτιμηθεί και η σχέση του με τον Μπόρχες. Όταν στην Ελλάδα κατά την δεκαετία του ’80 τα γραπτά του αργεντινού συγγραφέα υμνούνται από τους ποιητικούς κύκλους, ο Παυλόπουλος μάλλον συνειδητοποιεί ότι από πολλά χρόνια πριν ήταν συγγενής του ποιητικά. Είναι ο ποιητής που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έλληνα ποιητή κατόρθωσε να μιλήσει με τον τρόπο του Μπόρχες χωρίς να προδώσει τον εαυτό του. Τα «μπορχεσιανά» ποιήματά του φέρουν τη σφραγίδα της γραφής του, δηλαδή παίρνουν πνοή μεν από το αμφίβολο όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας αποκαλύπτοντας μια περιοχή όμως ιδιαιτέρως προσωπική.
Ο Παυλόπουλος υπήρξε ποιητής που δεν εξουδετέρωσε το συναίσθημα. Τουναντίον, στα τελευταία ποιήματα που δημοσίευσε η θέση του απέναντι σ’ αυτό είναι αποκαλυπτική. Τα ποιήματα αυτά είναι μια απενοχοποίηση του βουβού κλάματος. Καταφέρνουν να μας μεταδώσουν με πολύ απτό τρόπο το βάρος του συναισθήματος, καθώς αυτό μεταποιείται από πρώτη ύλη σε νόημα. Όμως το νόημα εδώ λαμβάνει υπόσταση χάρη στη βαθιά πληγή που κάνει δυνατή τη ροή των δακρύων – αυτή είναι κατά τον Παυλόπουλο η μόνη αληθινή ανθρώπινη αντίδραση απέναντι στο δυσεξήγητο του σύμπαντος και της ιστορίας που γίνεται να αρθεί στο επίπεδο της κατανόησης.
Ο Παυλόπουλος έγραψε μερικά από τα πιο ωραία, αισθησιακά ποιήματα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Ίσως γιατί το άλλο φύλλο μπροστά του εμφανιζόταν όχι μόνο ως η προσωποποίηση της ομορφιάς, αλλά και ως η ίδια η είσοδος στο μυστήριο της ύπαρξης του κόσμου. Του χρωστάμε το ότι εισπνεύσαμε π.χ. το μυρωμένο σκοτάδι των μαλλιών μιας γυναίκας, σαν να επρόκειτο για την απέραντη νύχτα, καθώς και το ότι γευτήκαμε από το βουτηγμένο της δάχτυλο μυρωδάτη φέτα στην άλμη, δοκιμάζοντας έτσι τη γήινη γεύση της επιθυμίας.
Ζώντας σε όλη του τη ζωή στον Πύργο της Ηλείας, μακριά από το κέντρο της λογοτεχνικής αγοράς, υπήρξε μετρημένος και λιτός, όπως και στα ποιήματά του. Σ’ αυτά θα τον βρούμε πάντα περισσότερο ερωτικό απ’ ότι επαναστάτη, περισσότερο σοφό απ’ ότι πρωτότυπο, περισσότερο άνθρωπο του αγγίγματος απ’ ότι άνθρωπο του οράματος.
(Ο Γιώργης Παυλόπουλος έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Το κατώγι «Ερμής» 1971, Το σακί «Κέδρος» 1980, Τα αντικλείδια «Στιγμή»1988, Τριάντα τρία χάικού «Στιγμή» 1990, Λίγος άμμος «Νεφέλη» 1997, Που είναι τα πουλιά «Κέδρος» 2004 )
ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ
Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.
Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.
ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει
ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ
Μια Κυριακή απόγιομα
ένας νεκρός φαντάρος
μπήκε στον κινηματογράφο
πέντε μ’ εφτά.
Κάθησε μόνος σε μιαν άκρη
στο πίσω μέρος του εξώστη
χωρίς κανένας να τον βλέπει
κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.
Το έργο ήταν αισθηματικό
κάποτε το’ χε ξαναδεί
μαζί μ’ ένα κορίτσι
πάνε σαράντα χρόνια.
Μια Κυριακή απόγιομα
πέντε μ’ εφτά
πριν φύγει για το μέτωπο.
ΣΤΙΧΟΣ ΕΝΥΠΝΙΟΣ
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.
|