|
Υιοθετώντας τις κατακτήσεις του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, και αποκτώντας συγγένειες με το έργο του Χανς Χόφμαν (Hans Hofmann), ακρογωνιαίος λίθος της διδασκαλίας του οποίου ήταν η ενότητα φόρμας και χρώματος, στο πλαίσιο της οποίας ο ζωγραφικός χώρος θα μπορούσε να γίνει «πλαστικός» λόγω της δημιουργικής αξιοποίησης του χρώματος, η ζωγραφική της Ανδρονίκης Χειλά, διακρίνεται για τη σταθερή αναζήτηση της «στερεότητας» και τη διάχυτη προσήλωση της στη σύνθεση, ως διαδικασία ενοποίησης των επιμέρους στοιχείων.
Εισάγει στη δουλειά της επίπεδες φόρμες, ανεπτυγμένες στο χώρο και επηρεασμένες συνήθως από χρωματικές σχέσεις, απορρίπτοντας συγχρόνως τη νατουραλιστική εικονογράφηση και συμμετρία των διάφορων μορφολογικών τύπων. Έχοντας πλήρη επίγνωση των δυνατοτήτων που παρέχει το εικαστικό της λεξιλόγιο, η όλη διαδικασία εκτέλεσης αναδεικνύεται αρκούντως εκφραστική, όχι τόσο από την άποψη της απεικόνισης, αλλά κυρίως λόγω της σημασίας που ενσωματώνει η απεικονιζόμενη φόρμα.
Χωρίς να αποκλείεται το στοιχείο του «τυχαίου», το αποτέλεσμα είναι πολύ πυκνό, ίσως υπερβολικά πλούσιο στο χρώμα όσο και στην υφή, δημιουργώντας μία ματιέρα πολύμορφη με εμφανή την αίσθηση του ανάγλυφου και τη συχνή παρουσία λαζούρας στη ζωγραφική επιφάνεια. Η έντονη απλοποίηση των μορφών, οι δυναμικές στρώσεις του υλικού και η φροντίδα στη σωστή απόδοση του χώρου, συντελούν στην δημιουργία ενός ζωτικού και έντονου συναισθήματος, που προσπαθεί να κάνει τη ψυχή του θεατή να πάλλεται, μέσω της συνύπαρξης σχημάτων και χρωμάτων. Κυριαρχούν τα βασικά (κίτρινο, κόκκινο, μπλε) τα οποία σε συνάρτηση με τους καθαρούς τόνους, προσδίδουν φωτεινότητα στις συνθέσεις. Η αντιπαράθεση των φωτεινών και των σκούρων, των θερμών και των ψυχρών, μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι πρωταρχική επιδίωξη της ζωγράφου είναι η επίτευξη της αρμονίας.
Συνδυάζοντας την τεχνική του αυτοματισμού, με μία «ηχηρή» εικονογραφία, συμβατή με το ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες σχέσεις, και απεκδυόμενη από κάθε αφηγηματικό ή περιγραφικό στοιχείο, ο χρωστήρας της καλλιτέχνιδας μας οδηγεί σε έργα έντονης πνευματικότητας. Η αρχή over-all composition (= πάνω απ’ όλα η σύνθεση), που κυριαρχεί στα έργα των καλλιτεχνών του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, είναι παρούσα κι εδώ. Συνίσταται στη δημιουργία έργων μεγάλων διαστάσεων, με αποτέλεσμα η σχέση έργου και παρατηρητή να αλλάζει : το έργο κυριαρχεί και περιβάλλει σχεδόν ολοκληρωτικά τον θεατή. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται καθώς τα έργα δεν έχουν πλέον συγκεκριμένο κέντρο, και τα όρια τους, δίνουν την εντύπωση ότι έχουν προσδιοριστεί απ΄τον παράγοντα τύχη, ενώ η ζωγραφική επιφάνεια δε διαθέτει φανερή διάρθρωση, ούτε χαρακτηρίζεται από κάποιου είδους ασυνέχεια.
Εμβαθύνοντας περισσότερο στη μελέτη του έργου της ζωγράφου, παρατηρούμε την προσπάθεια της να μεταφέρει το κέντρο βάρους από την έκφραση του καλλιτέχνη στην αντίληψη του θεατή, τον οποίο οδηγεί σ’ ένα ταξίδι στη φαντασία, στον κόσμο του υποσυνείδητου, χωρίς αυτός να αποσπάται από την αναζήτηση του αληθινού νοήματος. Απλώς αφήνει τον πίνακα να επιδράσει θετικά πάνω του, και οι δονήσεις των χρωμάτων να αναδυθούν ως ψυχικές διαθέσεις, έτσι ακριβώς όπως έχουν ενσωματωθεί πάνω στον καμβά.
Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με μία ζωγραφική που αν και σπάνια ανθρωπομορφική, στη πραγματική της υπόσταση είναι βαθιά ανθρωποκεντρική. Μία ζωγραφική ιδιαίτερη, με συγκινησιακή ευαισθησία και προσωπικό όραμα, που εικονοποιεί έναν αυθύπαρκτο εικαστικό κόσμο με εικόνες που αναβλύζουν στοχασμό.
ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΠΑΠΑΦΙΓΚΟΣ
Αρθρογράφος – συλλέκτης έργων τέχνης |