ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

Απόψεις

 
Του Δημήτρη Αντωνακάκη
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ - ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

 

«Αν   η   συνήθεια   είναι   μια   δεύτερη   φύση   τότε   μας εμποδίζει   να   γνωρίσουμε   την   πρώτη  (μας   φύση)  και είναι   απαλλαγμένη   από   τη   σκληρότητα   και   τη   μαγεία της».  Και παρακάτω,
«Απ' όλα  τ' ανθρώπινα  φυτά  η  Συνήθεια  είναι  αυτή  που χρειάζεται  λιγότερη      καλλιέργεια  και που πρώτη εμφανίζεται  στη  φαινομενική  έρημο  και  του  πιο  γυμνού βράχου»

Γράφει ο Προυστ.

Στο περίφημο δοκίμιό του για τον Προυστ, ο Σάμουελ Μπέκετ αναφέρει:

«Η ζωή είναι συνήθεια, ή καλύτερα:
η   ζωή   είναι   μια   αλληλουχία   από   συνήθειες,  είναι   μια   σύμβαση   ανάμεσα   στο άτομο    και    τις    ίδιες    τις    οργανικές    εκκεντρικότητές    του...   Είναι  το αλεξικέραυνο της ύπαρξής του».

Και παρακάτω συνεχίζει:
«Η  συνήθεια  έχει  σκοπό  να  κρύβει  την  ουσία -την  ιδέα- του  αντικειμένου  μέσα στην ομίχλη μιας έννοιας προσχηματισμένης.
Το θεμελιακό καθήκον της Συνήθειας, συνίσταται σε μια συνεχή προσαρμογή και αναπροσαρμογή    της    οργανικής    ευαισθησίας    μας    στις    συνθήκες    των κόσμων της.

Πόνος σημαίνει την παράλειψη αυτού του καθήκοντος και

Ανία σημαίνει τη σωστή του εκτέλεση.
Πόνος  που  ανοίγει  το  παράθυρο  στην  πραγματικότητα  και  που  είναι  ο  κύριος μοχλός της καλλιτεχνικής εμπειρίας και Ανία  που  θα  πρέπει  να  θεωρηθεί  σαν  το  πιο  ανεκτό  και  το  πιο  μακρόβιο  απ' όλα τα ανθρώπινα κακά. Διαφθείρει το ένστικτο (και είναι) ιδανικά απρόσιτο».
Αυτά   γράφουν   δύο   από   τους   πιο   ευαίσθητους   συγγραφείς   της   εποχής   μας, προσεγγίζοντας  τη   Συνήθεια,   που  είναι   ένα  από τα  βαθύτερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλα τα επίπεδα.
Αν,  λοιπόν,  παραβούμε   το   θεμελιακό   καθήκον   της   Συνήθειας   που   είναι   η συνεχής   προσαρμογή   στις   συνθήκες   των   κόσμων   της,  μας   περιμένει   ο πόνος, που  είναι, όμως, ο  μοχλός  της  καλλιτεχνικής  εμπειρίας, αλλά  και  ο φρέσκος αέρας της ανανέωσης.

Αν πάλι εκτελέσουμε σωστά το καθήκον μας απέναντί της, μας περιμένει το πιο ανεκτό και μακρόβιο από όλα τα ανθρώπινα κακά, η ανία.

Εμπρός γκρεμός, λοιπόν, και πίσω ρέμα.
Γιατί, όμως, τότε ομολογεί ο Μπέκετ ότι η Συνήθεια είναι το αλεξικέραυνο της ύπαρξή μας;

Ερώτημα προσωπικό για τον καθένα μας και μη περιμένετε αγαπητοί φίλοι να επιχειρήσω να δώσω εγώ απάντηση σε αυτό το καυτό φιλοσοφικό ερώτημα, που η καίρια επισήμανσή του θα έπρεπε να απασχολεί τον κάθε ένα μας, όταν αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις προτάσεις μεταμόρφωσης των Δημόσιων χώρων στις πόλεις μας, χώρων που ανήκουν σε όλους, χώρων για τους οποίους όλοι δικαιούνται να έχουν άποψη.

1.

Όλοι λοιπόν... Ποιοι όλοι;
Οι ηλικιωμένοι νοσταλγούν το παρελθόν, που ήταν κατά τεκμήριο γι' αυτούς καλύτερο, όχι μόνο γιατί τους θυμίζει τη νεότητά τους, αλλά και γιατί πράγματι οι δημόσιοι χώροι ήταν πιο ανθρώπινοι, καθώς δεν υπήρχαν τόσα αυτοκίνητα, αλλά και γιατί αλλιώτικα μετρούσε γι' αυτούς ο χρόνος. Έχουν όμως συνηθίσει σε αυτό που σήμερα τους προσφέρεται.
Οι μεσήλικες, θυμούνται πώς ήταν πριν, και γνωρίζουν πώς είναι σήμερα οι προς μεταμόρφωση χώροι, έχουν λοιπόν άποψη καθώς έχουν βρει τη βολή τους με τη σημερινή μορφή και η κάθε αλλαγή τους ξεβολεύει. Τέλος, και ίσως ακόμα σημαντικότερο, δεν θέλουν τις αλλαγές γιατί έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στη δημόσια διοίκηση.
Οι νέοι, πάλι, μοιράζονται ανάμεσα σε αυτούς που αδιαφορούν, αλλά ασκούν, όταν τους ζητηθεί, εύκολη κριτική και σε εκείνους που θα ήθελαν κάτι να αλλάξει, πιο πρόθυμοι να αποδεχθούν το ρίσκο της αλλαγής.
Και τέλος, είναι τα παιδιά που λαχταρούν τον ανοιχτό χώρο και ασφυκτιούν στους ελάχιστους φροντισμένους δημόσιους χώρους.
Και στις τρεις πρώτες κατηγορίες υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, που δεν είναι πρόθυμοι να συζητήσουν γιατί έχουν έτοιμες λύσεις που θέλουν να εφαρμοσθούν, λύσεις που συχνά τους βολεύουν και οι οποίες σπάνια είναι συσχετισμένες με τις γύρω περιοχές και με το συνολικό πρόβλημα της πόλης. ?στόσο μου φαίνεται πως περισσότερο από μια επιθυμία να διατηρηθεί αυτό που ήδη υφίσταται υπάρχει σ' αυτούς μια καλά κρυμμένη αποστροφή για το καινούργιο.
Και ευτυχώς υπάρχουν και στις τρεις κατηγορίες επίσης, εκείνοι που επιθυμούν να βελτιώσουν τη συνήθη εικόνα εγκατάλειψης των δημόσιων χώρων, αλλά δεν ξέρουν με ποιο τρόπο θα το πετύχουν, και οι οποίοι συχνά είναι ανοικτοί σε διάλογο.

Ανάμεσα σε όλους αυτούς είναι και οι ειδικοί.
Αυτοί πολλές φορές νομίζουν ότι ξέρουν -και πράγματι γνωρίζουν- μια σειρά από τις παραμέτρους των προβλημάτων.
Όμως δεν έχουν αφιερώσει τον χρόνο που απαιτεί μια σοβαρή μελέτη η οποία θα τους οδηγήσει σε μια συνθετική πρόταση.. Έτσι καθώς δεν έχουν μπροστά τους το σύνολο των προβλημάτων καταλήγουν συχνά σε αποσπασματικές προτάσεις επηρεασμένες τις περισσότερες φορές από προσωπικά συμφέροντα και επιθυμίες.
Αυτό το πλήθος των παραγόντων που επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεων, από ανθρώπους με διαφορετική παιδεία και κατάρτιση, αλλά με παρόμοιες λίγο-πολύ προτιμήσεις και αξίες -εάν ακόμα υπάρχουν- διαμορφώνει αυτό που ονομάζεται σημερινή παράδοση, με όλα τα ερωτηματικά που ήδη ανέφερα. Και δεν έχει καμία σημασία αν στους κόλπους αυτής της παράδοσης υπάρχουν γνώμες αντίθετες έως και αντιφατικές.

Πώς μπορεί λοιπόν να κινηθεί κανείς ανάμεσα σε όλους αυτούς τους πολίτες με νηφαλιότητα και να τους πείσει για την πρότασή του, όταν οι απαιτήσεις προέρχονται από τόσες ανομοιόμορφες πλευρές;
Όταν ο δημόσιος χώρος χρησιμοποιείται ως πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευομένων πολιτικών παρατάξεων. Αντιπαραθέσεων οι οποίες τροφοδοτούν αντιπαλότητες, χειραγωγούν τους πολίτες και δεσμεύουν την κριτική τους σκέψη. Αντιπαραθέσεων που καταργούν το νόημα ενός διαλόγου, ο οποίος καλοπροαίρετα θα έπρεπε να αναζητήσει προτάσεις που θα προσεγγίζουν τη βέλτιστη λύση, συμβιβάζοντας τις επιμέρους λογικές απαιτήσεις;
Έτσι λοιπόν, καθώς δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν όλες οι πλευρές, το αποτέλεσμα που θα προκύψει πρέπει να είναι ένας συμβιβασμός, ο οποίος όμως δεν θα πρέπει να ακυρώσει τη βασική ιδέα παρέμβασης. Σ' αυτήν πρέπει να υπαχθούν με μέτρο και λογική οι επιμέρους απαιτήσεις, χωρίς να την εξουδετερώσουν. Και γι' αυτό πρέπει αυτή η βασική ιδέα κατ' αρχήν να συζητηθεί και αυτήν να αποδεχθεί η μεγάλη πλειοψηφία.

2.
Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι συμφωνούμε ως εδώ, κι ας δούμε από κοντά τα προβλήματα που παρουσιάζει η παρέμβαση σ' ένα δημόσιο χώρο σήμερα.
Πριν απ' όλα: Το θέμα σε μια ανάπλαση δεν είναι ν' ανατρέψει ό,τι προϋπήρξε. Αν δεχθούμε ότι η παράδοση πρέπει να είναι ζωντανή, τότε έχουμε υποχρέωση να την ανανεώνουμε, να την πάμε παραπέρα.
Γιατί, όπως γράφει ο Οκτάβιο Πας, «Το παρελθόν δεν είναι καλύτερο από το παρόν. Η τελειότητα δεν βρίσκεται πίσω μας, αλλά μπροστά, δεν είναι ένας χαμένος παράδεισος, αλλά μια γη που πρέπει να αποικήσουμε, μια πολιτεία που πρέπει να κτίσουμε».
Αυτά που έγιναν στο παρελθόν, το απώτερο ή το πρόσφατο, αξίζουν την προσοχή μας, γιατί δώσανε λύσεις στις ανθρώπινες ανάγκες, στην καθημερινότητα, στις εορτές, στις τελετές. Στους ταπεινούς και τους επώνυμους.
Και οι λύσεις αυτές, περασμένες από το δακτυλίδι του χρόνου, λειάνθηκαν, πήρανε ανθρώπινη μορφή, ακόμα και αν δεν είχαν. Έτσι γίνανε αυθεντικοί καθρέφτες της ζωής, της φύσης, της γης.

«... Κάθε πράγμα που διαρκεί, μόνο από το γεγονός ότι διαρκεί, γίνεται σεβάσμιο, και η λαμπράδα που παίρνει σκίζοντας τα χρόνια το κάνει ευγενικό»...
«μας συγκινεί μόνο και μόνο επειδή μακραίνει με κάποιο τρόπο τη ζωή μας ως τα περασμένα.»

Σεφέρης Α' σελ. 126

Αυτά έγραψε ο Σεφέρης, πριν από 59 χρόνια, το 1939.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη περιγραφή της συγκίνησης που μας προκαλεί ένα έργο, καθώς ταυτιζόμαστε μαζί του, έτσι όπως μας παρασύρει στο παρελθόν, με ιστορικές αναφορές, με γεγονότα καθημερινά ή συγκλονιστικά, με περιπέτειες προσώπων που βρέθηκαν με τις ενέργειές τους στο κέντρο μιας στιγμής πριν χρόνια πολλά ή μόλις χθες.

Ίσως αυτή η συγκίνηση να είναι ο στόχος αυτών που επιδιώκουν και υποστηρίζουν την «διατήρηση» κάποιων στοιχείων της πόλης, στο όνομα της ιστορικής μνήμης, σ' αυτή την δύσκολη επιχείρηση -δύσκολη και κάπου επικίνδυνη, γιατί περιέχει δυνάμει την έννοια μιας συντηρητικής στάσης, επιχείρηση που αναζητά τα στοιχεία που θα τροφοδοτήσουν τις ρίζες μας σ' αυτή την προσπάθεια «να μακρύνουμε την ζωή μας προς τα πίσω».

«Πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε ότι, η καλλιτεχνική αξία ενός έργου είναι βασικά διάφορη... απ' όλες αυτές τις αξιόλογες συγκινήσεις, που κάποτε είναι πολύ δύσκολο να τις ξεχωρίσουμε...»

Η διάκριση όμως είναι απαραίτητη «για να πλησιάσουμε και να κρίνουμε αυτά τα παλιά έργα χωρίς την επίδραση των φαντασμάτων», όπως λέει πάλι ο Σεφέρης.

Εδώ βρισκόμαστε σε ένα καίριο σημείο. Αν δεν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε αυτή την σύγχυση, τότε είναι μοιραίο να προσδιορίσουμε την πορεία μας και τις μελλοντικές μας ενέργειες κάνοντας επιλογές όπου η μορφή ενός έργου ή η αναβίωση των ανεπανάληπτων ιστορικών συνθηκών που συνδέονται με αυτό, θα αποτελούσαν το βασικό μας κίνητρο, κίνητρο και στις δύο περιπτώσεις φορμαλιστικό, που όπως και να το κάνουμε, σπάνια έχει σχέση με τις σημερινές καθημερινές ανθρώπινες ανάγκες ή με τις απαιτήσεις μιας πόλης, όπου οι συνθήκες ζωής αλλά και οι συνθήκες διαμόρφωσης του κτισμένου περιβάλλοντος είναι ριζικά διαφορετικές από τις αντίστοιχες μιας περασμένης ιστορικής στιγμής.
Κι αυτό γιατί συχνά το αισθητήριό μας σε σχέση με την καλλιτεχνική αξία ενός έργου λειτουργεί κάτω από αυτή την σύγχυση, προκειμένου να το εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε την σημασία του για την πόλη.
Όμως το πρόβλημα είναι να καταθέσουμε και για τους άλλους -κύρια όμως για μας τους ίδιους- την δική μας απόκριση γι' αυτή την αξιολόγηση, που θα σχετίζεται με τον τρόπο που εμείς σήμερα βλέπουμε το έργο, μέσα από τις νέες απαιτήσεις των καιρών.
Και η απόκρισή μας, καθώς και τα κριτήρια που θα την προσδιορίσουν, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το «στίγμα» της υπόστασής μας μέσα στον σημερινό κόσμο, στο μέτρο που:

ο Επηρεάζει τις επιλογές μας σε σχέση με τις προτεραιότητες

ο Και προσδιορίζει την καθημερινή μας στρατηγική.

3.

Ας γίνουμε συγκεκριμένοι:
Είναι γνωστό ότι η αρχιτεκτονική πραγματοποιείται μέσα στο πλαίσιο μιας κοινότητας, για να την εξυπηρετήσει. Είναι προφανές, μ' αυτή την λογική, ότι όταν ανατίθεται σε κάποιον αρχιτέκτονα ένα Δημόσιο έργο, από τις αρχές που εκπροσωπούν αυτήν την κοινότητα, κατατίθεται ταυτόχρονα σ' αυτόν η εμπιστοσύνη της κοινότητας, για την σοβαρότητα και την υπευθυνότητα με την οποία θα προχωρήσει στον σχεδιασμό του έργου.
Υπευθυνότητα κάτω από προϋποθέσεις, αφού έτσι κι αλλιώς όλες οι προτάσεις του δημιουργού πρόκειται να περάσουν από διαδικασίες ελέγχου και -στις καλές περιπτώσεις- διαλόγου, απ' τον οποίο θα πρέπει να προκύψει το κατά το δυνατόν βέλτιστο αποτέλεσμα, κοινός στόχος όλων.
Η ευθύνη λοιπόν για τον Δημόσιο χώρο και την διαχείρισή του, εκκινεί από την αναθέτουσα αρχή, περνά στον υπεύθυνο μελετητή, ύστερα στον κατασκευαστή και ξαναγυρίζει στο τέλος πάλι πίσω στον εργοδότη, στην αναθέτουσα αρχή, η οποία έχει συμφέρον να προβάλει το έργο και τους συντελεστές του. Πρέπει να το προβάλλει ως ένα έργο πολιτισμού.

Καθώς, όμως, κάθε μελέτη πραγματοποιείται σε φάσεις, είναι σωστό
-και επιθυμητό- να ενημερώνεται η κοινότητα για τις επιλογές της διοίκησης και τις προτάσεις των αρχιτεκτόνων συν τω χρόνω, και έτσι να καλλιεργείται και να κατευθύνεται η αποδοχή της πρότασης ανάπλασης, μέσα από τη σωστή ενημέρωση και την γνώση των εμποδίων.
Ταυτόχρονα θα μεταφέρει χωρίς εμμονές την πραγματικότητα που οφείλει να εξυπηρετήσει το έργο.
Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να μεταδοθεί στο μελετητή με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, και εκείνος οφείλει, αφού τη λάβει υπόψιν του, αφού εκτιμήσει τη σοβαρότητα της αναγκαιότητας των απαιτήσεών της, να οριστικοποιήσει την πρότασή του.
Τότε είναι που πρέπει να συζητηθούν οι επιλογές του. Όμως να συζητηθούν, να γίνει διάλογος ήρεμος, ειλικρινής, όπου ο καθένας θα έρθει με τη σκεύή των επιχειρημάτων του, αλλά και με την πρόθεση να διαπραγματευθεί τις απαιτήσεις του μέσα στο ευρύτερο σύνολο των προβλημάτων της πόλης.

Η ενημέρωση αυτή προϋποθέτει καθιέρωση συναντήσεων με το κοινό ή με εκπροσώπους του, που θα ανανεώνουν την αρχική κατάθεση εμπιστοσύνης στους μελετητές και με σεμνότητα, σοβαρότητα και αυτοκυριαρχία θα διατυπώνου τις εκάστοτε παρατηρήσεις τους, καταθέτοντάς τις προτάσεις τους στην διακριτική δυνατότητα αποδοχής ή απόρριψής τους από τους μελετητές, οι οποίοι έχουν την τελική ευθύνη συντονισμού της μελέτης ως υπεύθυνοι για να πραγματοποιήσουν το έργο, το οποίο άλλωστε αποτελεί και πνευματική τους ιδιοκτησία.
Εδώ θα αναφέρω ένα παράδειγμα, για να γίνει σαφές τι εννοώ:
Όταν ο Γιάννης Δεσποτόπουλος διώχθηκε από το ΕΜΠ στη δεκαετία του 40 για τις σοσιαλιστικές του ιδέες, κατέφυγε στη Σουηδία. Εκεί εκτός από την διδασκαλία του ανέθεσαν ένα δημοτικό σχολείο. Μόλις αυτό έγινε γνωστό του ζήτησαν οι δημοσιογράφοι να διατυπώσει τις αρχές και τις επιδιώξεις αυτής της μελέτης, πράγμα που έκανε. Αυτό επανελήφθη σε κάθε φάση της μελέτης. Αυτού του είδους η ενημέρωση αποτελούσε συστηματική τακτική του τύπου για κάθε δημόσιο έργο. Φυσικά η ενημέρωση αυτή συνοδευόταν από σχόλια και τεκμηριωμένη κριτική σχετικά με την επιτυχή έκβαση των προθέσεων του μελετητή. Μια τέτοια ελεγχόμενη πορεία καθιστά περισσότερο υπεύθυνο και το μελετητή και τη διοίκηση.

Στο διάστημα της μελέτης και της κατασκευής του έργου -χρονικό διάστημα ιδιαίτερης έντασης και προσήλωσης- θα έπρεπε να απαιτείται κάθε δυνατή διευκόλυνση στους συντελεστές του έργου για να καταστεί δυνατή η εγγύτερη δυνατή προσέγγιση στις εγκεκριμένες επιλογές των υπευθύνων, και στις επιθυμίες του Αρχιτέκτονα μελετητή, για τις οποίες αμείβεται - όταν αμείβεται-από την κοινότητα για την οποία άλλωστε εργάζεται.
Την ώρα, όμως, των αποφάσεων οφείλουμε να διατηρούμε την ελευθερία μας και σε συνεργασία με το μελετητή να παραβαίνουμε τις δεσμεύσεις που έχουμε από κοινού αποδεχθεί, όπου και όταν χρειάζεται, χωρίς να τις καταργούμε. Αυτές οι παραβάσεις δίνουν και στη ζωή μας την «ευτυχία του αστάθμητου που είναι πηγή της ποίησης». Από αυτές θα μπει ολόκληρος ο ποιητικός κόσμος σαν ανεπαίσθητο αεράκι για να πλουτίζει το χώρο με το ασυνήθιστο, το απροσδόκητο.
Αυτές οι «παραβάσεις» θα προκύψουν από τη «συνάντηση» της πρότασης - ιδέας του μελετητή με την καυτή πραγματικότητα που η κοινότητα γνωρίζει καλλίτερα από κάθε άλλον. Είπα από τη «συνάντηση» της πραγματικότητας με την ιδέα, όχι από τη «σύγκρουσή» τους...

4.

Θα έλεγε κανείς ότι, όταν έχεις να κάνεις μ' ένα υπαρκτό συγκεκριμένο έργο
-ανάπλαση, επανάχρηση, προσθήκη-, το οποίο ανεξάρτητα από την αρχιτεκτονική του αξία οφείλεις να διατηρήσεις, τα πράγματα είναι πιο εύκολα από την άποψη όχι των τεχνικών προβλημάτων -εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν-, αλλά από το γεγονός ότι τα δεδομένα περιορίζουν τις προς διερεύνηση δυνατότητες.
Για το λόγο αυτό πολλοί νομίζουν ότι οι παρεμβάσεις αυτές είναι ήσσονος σημασίας, επικαλούμενοι το προφανές που προκύπτει από τις κατασκευαστικές δεσμεύσεις που το ίδιο το κτίσμα ή ο χώρος επιβάλλει.
Η προσέγγιση αυτή πιστεύω ότι είναι λανθασμένη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί υποβαθμίζει συνειδητά τη σημασία της παρέμβασης, αλλά και γιατί αρνείται την πρόκληση της συνέχειας που απαιτεί η ανάληψη της ευθύνης μιας πρότασης ανάπλασης (προσέξτε, δεν λέω αναπαλαίωσης).

Κάθε χώρος που οικειοποιούμαστε αφήνει ανεξίτηλα ίχνη μέσα μας. Ο δημιουργικός κάτοικος προσαρμόζει το χώρο στα ζητούμενά του έτσι ώστε το σύνολο να τον εκφράζει. Αυτό πρέπει να γίνει φυσικά από εκείνον μέσα στο χρόνο, καθώς θα ενσωματώνει καθημερινά στο χώρο νέα στοιχεία που η ευαισθησία του θα συγκρατεί στο δίχτυ που έχει στήσει, για να πλουτίζει τις εμπειρίες του.
Αυτή η διαδικασία που ισχύει κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε ένα δικό μας ιδιωτικό χώρο, είναι απαραίτητη και για την οικειοποίηση του Δημόσιου Χώρου με διαφορετικούς όρους.

Είναι στιγμές που σκέπτομαι ότι η συμπεριφορά μας απέναντι στα προβλήματα του χώρου πρέπει να θυμίζει το σκηνογράφο που τακτοποιεί απάνω στη σκηνή ορισμένα αντικείμενα απαραίτητα για τη δράση. Βέβαια, η δράση στον δημόσιο χώρο δεν είναι η συμπυκνωμένη θεατρική δράση και ή μονοσήμαντη κατά μία έννοια λειτουργία του χώρου. Είναι οι δυνατότητες εναλλακτικών προσεγγίσεων του χώρου από ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, σε διάφορες στιγμές.
Στιγμές μοναχικές ή συλλογικές, έντασης ή χαλάρωσης, περιέργειας ή αδιαφορίας για ό,τι τους περιβάλλει, δηλ. για πολλές και απολύτως απρόβλεπτες μορφές δράσης που διαμορφώνουν υπαρξιακές καταστάσεις απειράριθμές.
Η οργάνωση, λοιπόν, του χώρου δεν διαμορφώνει μία συγκεκριμένη πραγματικότητα, αλλά ένα πεδίο που επιτρέπει στην ανθρώπινη «ύπαρξη» να αναπτύξει τις δραστηριότητές της. Όλα όσα ο άνθρωπος μπορεί να πράξει σ' ένα δημόσιο χώρο.

Και σ' αυτό το «ΟΛΑ» κρύβεται η επιθυμία να ενεργοποιήσει κανείς γόνιμα τον
«κάτοικο», -στο μέτρο που μπορεί φυσικά να το κάνει μόνο με την διαμόρφωση του χώρου-, να αναζητήσει πράγματα ξεχασμένα, που κανείς πια δεν αισθάνεται την ανάγκη τους και που είναι τόσο απαραίτητο σήμερα να αντιληφθούμε την απουσία τους.

5.

Η έκταση των προς μελέτη Δημόσιων χώρων συνήθως είναι αρκετά μεγάλη
Η φύση, οι θέες, οι άνεμοι που επικρατούν, το γύρισμα του ήλιου στη διάρκεια της μέρας, είναι παράγοντες που επηρεάζούν το σχεδιασμό σε κάθε αρχιτεκτονικό έργο μεγάλης ή μικρής κλίμακας.
Όπως λοιπόν είναι απαραίτητη η παρουσία του μελετητή στη φάση υλοποίησης των ιδιωτικών έργων, έτσι είναι, και ίσως ακόμα περισσότερο αναγκαία η παρουσία του, στη φάση κατασκευής των δημόσιων χώρων.
Όχι μόνο επειδή η κλίμακα των επεμβάσεων είναι μεγάλη, αλλά και διότι οι επεμβάσεις στο τοπίο και στα φυτά, καθώς και οι συσχετίσεις με το άμεσο περιβάλλον απαιτούν διαρκείς επαληθεύσεις των αποφάσεων, πράγμα που είναι δυνατόν να γίνει μόνο με την συχνή παρουσία του μελετητή επί τόπου του έργου την ώρα της κατασκευής
Όσες φορές διατυπώσαμε αυτό το αίτημα κάθε φορά πήραμε την ίδια μονότονη απόκριση: Δεν το προβλέπει ο Νόμος.
Κι όμως γνωρίζουμε όλοι, ότι η διαμόρφωση του περί την Ακρόπολη χώρου, θαυμαστό έργο της παγκόσμιας πια αρχιτεκτονικής, έγινε κάτω από την προσωπική παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη
Όλοι γνωρίζουμε ότι οι Νόμοι αλλάζουν, αρκεί να το θέλει κανείς και να πιστεύει σε αυτή την αναγκαιότητα. Μέχρι τότε υπάρχουν δυστυχώς «παράθυρα», από τα οποία, όμως, μπορεί να περάσει με κάποια επιμονή η διάταξη ή η διαδικασία που θα επιτρέψει τη συμμετοχή του μελετητή στην εποπτεία του έργου.
Γιατί ο μελετητής εξασφαλίζει, εκτός από την εμμονή στις γενικές αποφάσεις της μελέτης, τη συμπλήρωσή της με την δροσιά των προτάσεων του απαραίτητου σε κάθε εφαρμογή αυτοσχεδιασμού. Αυτοσχεδιασμού που δεν θα τις ανατρέψει, αλλά θα τις εμπλουτίζει.

Αυτοσχεδιασμός. Δεν θα πρέπει να σημαίνει βιασύνη και γρηγοράδα.
Ο Αυτοσχεδιασμός προϋποθέτει προετοιμασία, εξάντληση των δυνατοτήτων, ελεύθερη προσέγγιση των προβλημάτων, μετακινήσεις που επιτρέπουν αλλαγή στην οπτική γωνιά από την οποία «βλέπει» κανείς τα πράγματα.
Ο Αυτοσχεδιασμός απαιτεί να είσαι «έτοιμος από καιρό» για να μπορείς να αναθεωρήσεις, να επανασχεδιάσεις, να συνδυάσεις, να απορρίψεις in situ αυτό που έχεις διερευνήσει σε απόσταση χρονική και χωρικά από το ίδιο το έργο που καλείσαι να κατασκευάσεις, να ερμηνεύσεις, να ολοκληρώσεις.
Ο Αυτοσχεδιασμός είναι ένα ρίσκο, είναι μία στάση που οφείλει να πάριε υπόψιν της όλα τα απρόοπτα που αναδύει η συγκεκριμένη στιγμή, τα πρόσωπα που παρίστανται και οι συνθήκες που έχουν πυκνώσει λίγο πριν τις «οριστικές» αποφάσεις.
Ο Αυτοσχεδιασμός έχει σχέση με μια αιώνια στάση αμφιβολιών που σε καταδιώκουν και δεν σε αφήνουν μέχρι τη στιγμή της «πράξης» να καταλήξεις οριστικά στον τρόπο που θ' αντιμετωπίσεις τα πράγματα.

Τότε είναι που οι κανόνες βοηθούν, καθώς οριοθετούν το χάος των επιλογών.
Αυτά όλα εξασφαλίζει η συχνή παρουσία του μελετητή στο έργο που επιτρέπει να αναδυθούν όλες οι αμέτρητες διαφορετικότητες από τις ευρηματικές επιλύσεις εκείνων των στοιχείων που προκύπτουν από τις πολλαπλές και απρόβλεπτες απαιτήσεις συγκεκριμενοποίησης μιας ιδέας, μέσα από την πύρινη δυσκολία της εφαρμογής.

Με αυτή τη λογική εισβάλλει το τυχαίο στην καθημερινή επιχείρηση ένταξης της μελέτης στο αστικό ή το φυσικό τοπίο.
Η αναζήτηση των χαρακτηριστικών του τοπίου δημιουργεί τις προϋποθέσεις ένταξης ή με άλλα λόγια εξάρτησης της πρότασης από αυτό.
Η αναζήτηση αυτή επιτρέπει την διακριτική διείσδυση του τυχαίου «δια μέσου» των χαρακτηριστικών των υλικών που ανατρέπουν την «παγερή» συστηματική γεωμετρική οργάνωση και αποσπούν το σύνολο από την αφαιρετική του πειθαρχία, εγκαθιστώντας μια απρόβλεπτη ταυτότητα με έντονα, αλλά πάντα απροσδόκητα, «τυχαία» χαρακτηριστικά.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ ότι το βλέμμα μας, σχετικά με το περιβάλλον και τον κόσμο είτε το θέλουμε, είτε όχι, έχει αλλάξει. Φέρνει μαζί του από τον κινηματογράφο, την ταχύτητα της εναλλαγής και την απαίτηση της ατομικής ματιάς, που σημαίνει διαφορετική αντίληψη του χρόνου και μια ματιά απομακρυσμένη από τις κοινές κοινωνικές παραδοχές.
Ζούμε σήμερα σ' έναν κόσμο που μοιάζει με σκηνή του θεάτρου, όπου όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε συγκεκριμένες προθεσμίες κι εμείς παίζουμε ένα ρόλο σ' αυτό το παράλογο θέατρο.
Παρόλα αυτά μέσα από την εμπειρία του δημόσιου χώρου κινητοποιείται μια διάθεση για ανθρώπινες συναντήσεις.
Ίσως γι' αυτό ο δημόσιος χώρος οφείλει να προσφέρει περιοχές αυξημένης και μειωμένης ιδιωτικότητας, που θα επιτρέπει στους επισκέπτες του να αποσύρονται για να μετατρέπονται σ' ένα ποσοστό από ηθοποιοί σε θεατές.
Είναι μια εμπειρία που εξαρτάται από την περίσταση, και η οποία επηρεάζεται από την προσδοκία μιας συνάντησης που, όταν ματαιωθεί, αφήνει ένα ανοιχτό αυλάκι οδυνηρής, ανεκπλήρωτης συμμετοχής.
Ο δημόσιος χώρος με τις απροσδόκητες συναντήσεις του οφείλει να ξενίζει και ταυτόχρονα να φιλοξενεί, όπως και οι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Κι αυτό πρέπει να γίνεται φυσικά, χωρίς να φαίνεται ότι επιδιώκεται, χωρίς να υιοθετεί κανείς ένα αναγνωρίσιμο ύφος απ΄ αυτά που κυκλοφορούν -η κακή όψη της «κληρονομιάς»- ή η συνήθως κακοχωνεμένη απομίμηση ενός απρόσωπου lifestyle.
Αναζητώντας τη φυσική απόλαυση της άνεσης του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου και την αίσθηση ότι μέσα σ' αυτόν υπάρχει η δυνατότητα μιας ιδιωτικότητας τρυφερής, καθώς μπορεί να καταργήσει τη μοναξιά. Μιας ιδιωτικότητας αντιμέτωπης με τη ζωή που θα περνά από μπροστά της, καταργώντας την αίσθηση της απομόνωσης.
Έτσι, η ανάπλαση του Δημόσιου Χώρου επιδιώκει τη μεταβολή, την τροποποίηση, τη μεταμόρφωση του κενού που υπήρχε πριν από τη δική μας παρέμβαση και αναγνωρίζει ότι αυτό το κενό κάποιος άλλος ίσως θα το αλλάξει ύστερα από χρόνια, διατηρώντας πάντα την ένταση ενός προϋπάρχοντος κενού, καθώς θα έχουν μεταβληθεί τα όρια που το ορίζουν, και οι καθημερινές δραστηριότητες που το περιβάλλουν.

Να είναι αυτό το καινούριο κενό που προτείνουμε, σχεδιάζοντας ένα δημόσιο χώρο; Ένα κενό μέρος του ευρύτερου μυστηριώδους κενού, φιλικού ή εχθρικού, προφυλαγμένου ή εκτεθειμένου, οικείου ή ξένου, στο οποίο συμμετέχουμε αδιαμαρτύρητα.
Σ' αυτό το κενό που πρέπει -ελεγχόμενα- να εμπλακούμε αποφεύγοντας τις επαναλήψεις που δεν ανεχόμαστε πια στην εποχή μας, καθώς έχουμε χάσει την ανάγκη της αίσθησης του ρυθμού.

6.
Σκέφτομαι συχνά ότι οι προσπάθειες για τον «πολιτισμό» απαιτούν μια αδιάκοπη, ασταμάτητη προσπάθεια, μια προσπάθεια συνέχειας που έχει σχέση με την παράδοση.
Μου θυμίζουν τις ξερολιθιές που οργανώνουν συχνά το μεσογειακό τοπίο. Αυτό το «χτισμένο» τοπίο που διαμορφώθηκε με το μόχθο χιλιάδων ανθρώπων. Οι πρώτοι θεμελίωσαν και χτίσανε τις γνωστές μας ξερολιθιές, τους
«τράφους» όπως λένε οι Κυκλαδίτες. Μετά ήρθαν άλλοι και γέμισαν με χώμα το κενό, κι ύστερα ήρθανε άλλοι που φύτεψαν, που καλλιέργησαν την καινούρια δημιουργημένη γη, που φρόντισαν όσα φυτεύτηκαν μέχρι να φτάσει η στιγμή της συγκομιδής και της απόλαυσης από την κατανάλωσή της.
Κι άλλοτε σκέφτηκα ότι εμείς βρισκόμαστε ακόμα στα θεμέλια ενός παρόμοιου τοίχου, χωρίς, όμως, να έχουμε το όραμά του ολοκληρωμένο. Κάποιοι από μας προσπαθούν, χτίζοντας αποσπασματικά το δικό τους τοιχαλάκι, να το γεμίσουν με χώμα και πάνω εκεί να φυτέψουν ό,τι μπορούν, ό,τι προλάβουν. Καθώς, όμως, δεν είναι ολοκληρωμένος ο τοίχος, με τις πρώτες βροχές το χώμα φεύγει, και ο τοίχος καταρρέει με όλη την καλλιέργεια και όσα φυτεύτηκαν επάνω. Και όλα μαζί γεμίζουν τον πάτο του λάκκου που έχει δημιουργηθεί για το θεμέλιο. Θαμμένοι εκεί οι καρποί και η καλλιέργεια γίνονται λίπασμα, για κάποιους άλλους που θα φυτέψουν λίγο πιο πάνω και που πάλι η νέα καλλιέργεια θα καταρρεύσει και θα συνεχιστεί ο ίδιος κύκλος και πάλι, και πάλι, έως ότου αντιληφθούμε ότι τίποτα δεν θα καταφέρουμε αν δεν συλλάβουμε το νόημα της κοινής προσπάθειας, αν δεν εντάξουμε το άτομό μας στο σύνολο.

Δεν είναι πολύ πιθανή αυτή η προοπτική, αλλά δεν βλέπω άλλη επιλογή.

Επίλογος

Τελειώνω:

Γνωρίζω ότι το χειρότερο για ένα δημόσιο έργο είναι να περάσει στο «ντούκου» χωρίς κανένα δημόσιο σχόλιο.
Πρέπει να μας ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική κριτική η οποία χωρίς εμπάθεια προκύπτει από σοβαρή ανάλυση της όποιας πρότασης, στην οποία να τοποθετούνται τα διαφορετικά πλαίσια της μελέτης, της έγκρισης και της παραγωγής του έργου και να καταλογίζονται οι έπαινοι και οι ευθύνες για όσα πέτυχαν ή απέτυχαν
Πρέπει να μας ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική κριτική που εξετάζει με ψυχραιμία και ωριμότητα τα έργα, αποφεύγοντας να παρασυρθεί από την «αδυσώπητη» επικαιρότητα και τις επιπόλαιες ατεκμηρίωτες εντυπωσιακές κρίσεις.


Η αρχιτεκτονική κριτική που προσπαθεί να συλλάβει την καινοτομία -αν υπάρχει- ενός έργου, τη συνέπεια σύλληψης και εφαρμογής, ένταξης και υπέρβασης, για να το εγγράψει -αν το αξίζει- στην ιστορία εξέλιξης της αρχιτεκτονικής του τόπου.
Χωρίς μια τέτοια υπεύθυνη στάση, το έργο αφήνεται στις αυθαίρετες κρίσεις και οδηγείται στην εγκατάλειψη και τη λήθη.
Δυστυχώς, συνήθως η αρχιτεκτονική κριτική «ανεπαίσθητα» αθώα, υπό την πίεση των πραγμάτων, των κοινωνικών εξελίξεων, της προχειρότητας με την οποία ο Τύπος αντιμετωπίζει την καθημερινότητα, μεταμορφώνεται σε απλή (συχνά έξυπνη, αλλά πάντα βιαστική), πληροφόρηση του κοινού για την αρχιτεκτονική επικαιρότητα» και τίποτε περισσότερο ουσιαστικό!
Τίποτε που να προκαλεί το στοχασμό και την κρίση, δηλαδή τον ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο για την τύχη του Δημόσιου χώρου και την απαίτηση συνεπούς συντήρησής του.

Γιατί, αγαπητοί φίλοι, πόσοι άραγε ανησυχούν πραγματικά γι' αυτά που σήμερα συμβαίνουν; Γι' αυτά που συζητάμε σήμερα εδώ;
Πόσοι επιθυμούν και είναι έτοιμοι ν' αποδεχθούν το ρίσκο της όποιας αλλαγής, η οποία κάπου μπορεί να τους θίγει;
Πόσοι έχουν το θάρρος και αποδέχονται να εφαρμοσθεί εκείνο που θεωρούν σωστό, μακριά από συμφέροντα και προκαταλήψεις;
Πόσοι διατηρούν την ελπίδα ότι υπάρχουν σήμερα συνάνθρωποί μας στους οποίους μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη;

Ίσως λίγοι.

?στόσο σ' αυτούς τους λίγους, και όχι στα στοιχεία που δίνει η στατιστική,βρίσκεται η ελπίδα για τη συνέχεια του πολιτισμού μας.

Σημείωση:Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε την εισήγηση του Δ.Αντωνακάκη στην ημερίδα που διοργάνωσε η Αναπτυξιακή Εταιρεία Κυκλάδων στις 26/9/ στην Ερμούπολη με θέμα " Τέχνη και Πολιτισμός στα Ελληνικά Νησιά ".


 
 
Φύλλο αρ. 225
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ειδήσεις

Aδελφοποίηση Ερμούπολης -Χανίων
ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ - Αύξηση του αριθμού των δημοτικών δρομολογίων
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΑΣΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΣΥΡΟΥ - ΤΗΝΟΥ - ΜΥΚΟΝΟΥ - Προβλήματα στελέχωσης και υλικοτεχνικής υποδομής στα σχολεία
ΠΑΜΕ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ - Πίσω από τη βιτρίνα της πρόσθετης - ενισχυτικής στήριξης
Προχωρά η επισκευή του σχολείου της Ηρακλειάς
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ AΓΩΝΙΣΤΙΚΗ  ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - Παρέμβαση στο νομαρχιακό συμβούλιο
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ - Θετικές οι ρυθμίσεις του νέου φορολογικού νόμου για τους Ο.Τ.Α.
Διαμαρτυρία ΤΕΔΚ για τις κοινωνικές δομές
Nέο δημοτικό σχολείο στη Σίφνο
Υποστήριξη του έργου των Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας ζητά η ΤΕΔΚ
'MyAegeaneXperience.'στη Σύρο(11-13/10)

Απόψεις

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ -ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ Του Δημήτρη Αντωνακάκη
Το νόμιμο δεν είναι πάντοτε και ηθικό κύριε Κόκκινε- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ
"Στα νησάκια μας εμάθαμεν." Γιώργος Παγουλάτος
ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ! - Η διαχείριση του χρόνου

Πολιτισμός

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Μνημεία σε προστασία-Μνημεία σε κίνδυνο: Μια πρόκληση για την Κοινωνία των Πολιτών»

Βιβλίο
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - ΦΥΣΙΚΑ Γ΄, Δ΄
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ  - ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ
ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ -  ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ
Η Ιωσηφίνα κι εγώ - Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ
JANET MALCOLM - Δυο ζωές. Γερτρούδη και Αλις
ΦΡΟΥΝΤ-ΓΙΟΥΝΓΚ - Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ - ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ
ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ  - ΚΟΝΤΑΞΗΣ Δ. ΧΡΗΣΤΟΣ
Από τη Δημοκρατία των Κομμάτων στη Δημοκρατία των ΜΜΕ - Meyer Thomas, Lew Hinchman
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2008