Τα φτερά που άφησες στο μπαλκόνι καθώς πέρασες σαν το φως που περνάει από τις χαραμάδες στα πρωινά ξυπνήματα των γεμάτο ιδρώτα διακοπών, σκισμένα περιθώρια που ντράπηκες να κρατήσεις, τα σπασμένα μολύβια στον ακάλυπτο.
Σβησμένα φώτα με τις ασφάλειες κατεβασμένες σε απογευματινά κομμάτια μιας ηλίθιας προσπάθειας να γίνει ολόκληρη μέρα. Κερδίζω, γδύνομαι, αλλάζω, χωρίζω, προσαρμόζομαι, χωρίς φωνήεντα μόνο με λίγα σύμφωνα στο δισάκι. Τα έχω στο χέρι σφίξει για να γεμίσει πληγές η παλάμη και με κλεισμένα τα μάτια θα γίνουν παιχνίδι του βάρους σαν αντικρύσουν το γκρεμό του ποταμού Βαριέμαι.
Μια βραδιά του Ιουλίου, ο παφλασμός των αστεριών στο λόφο με την παραδοσιακή μουσική σκηνή, ζευγάρια βαριεστημένα και άλλα κεφάτα, αναθυμιάσεις αλκοόλ, ντάμες που εναλλάσονται, στήθη στολισμένα με νέον φώτα, επικίνδυνα ντεκολτέ, ζαρτιέρες και ψηλοτάκουνα.
-Τι φοβάσαι?
-Τα τραπεζομάντιλα σε αιγαιοπελαγίτικα χρώματα, τα καράβια της επιστροφής, τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, τα αναστηλωμένα αρχοντικά, τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων, τους έγγαμους δρόμους, τα επιτυχημένα σίριαλ των θαλαμηγών, το νερό που κυλάει δίπλα σε κατάλευκες φυλλωσιές, τις αποχρώσεις του γκρι, τους πασσάλους.
-Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες ξέφυγε από το δίχτυ χθες βράδυ όταν είχα βάλει ηλεκτρική σκούπα. Είπαν πως το είδαν να τραβά κατά το Μοναστηράκι στο έλεος των ανέμων και των πυροσβεστικών κρουνών.
-Βρισκόταν στην ατυχή θέση να τηρήσει μια υπόσχεση. Μέρες τώρα κοιτούσε το απέναντι εκκλησάκι με το κουαρτέτο εγχόρδων, τα εύθραυστα σώματα των κεριών στο σαλόνι το βράδυ, τις σχηματικές φιγούρες των καρτούν στην τηλεόραση. Μια φορά ανοίγοντας ξαφνικά την πόρτα το έπιασα να μιλά ψιθυριστά με τις ρωσικές κούκλες σου, έκλεισε ξαφνικά τις σελίδες και έκανε το κοιμισμένο.
-Είμαι σίγουρη ότι μου κρύβεις κάτι. Ξέρεις.έτσι δεν είναι. εσύ ξέρεις το λόγο της φυγής του.
-Ήθελε.ήθελε να κλείσει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους νεκρούς που κουβαλούσε μέσα του, δεν ήθελε να είναι πια καθρέφτης αναμνήσεων, ήταν παγιδευμένο ανάμεσα στους καναπέδες και στην καταστροφική εμπειρία των δειλών ανοιγμάτων. Ένιωθε προδοσία και εγκατάλειψη. Είχαμε καιρό να το ταΐσουμε με περιπλανήσεις, αποτσίγαρα και σκιές γέρων.
-Οι λευκές σελίδες.κάτι είχα υποψιαστεί αλλά δε περίμενα τέτοια αντίδραση. Κι εμείς.οι δικές μας λευκές σελίδες , η διαμαντένια λήθη που μας έχει τυλίξει?
-Κατάλαβε το. Μετρέσες της ερημιάς των ματιών γίναμε. Μπλουζ των ενυδρείων. Σάβανα στομωμένων μαχαιριών.
Ένας ντενεκές κατρακύλησε για να καταλήξει στην άλλη πλευρά του δρόμου. Μια σκοτεινή φιγούρα με μεγάλο στόμα που μόλις είχε φάει το βραδινό του και ήθελε να κάνει κι αυτός μια βόλτα στη γειτονιά. Σβήσαμε τα κεριά και ξαπλώσαμε αμίλητοι. Το μικρό κόκκινο άλμπουμ τα είχε πει όλα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|