Έκδοση Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ν.Κυκλάδων 2008
Σελ.160
Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης έχει πλέον καθιερωθεί στο επιστημονικό αλλά και στο καθημερινό λεξιλόγιο, ενώ κατακτά μια περίοπτη θέση και στην πολιτική ατζέντα, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Το πρόταγμα της αειφορίας, όπως αυτό διατυπώθηκε με τις διεθνείς συνθήκες, τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το τελευταίο ελληνικό Σύνταγμα, αποτελεί τη συλλογική απάντηση στο δίλημμα της εποχής μας «ανάπτυξη ή περιβάλλον».
H εφαρμογή της έννοιας της αειφορίας στα νησιά, δηλαδή της σταθερής αναπτυξιακής τους πορείας, που να επιτρέπει τη διατήρηση της φυσιογνωμίας και των χαρακτηριστικών τους, αποτελεί ισχυρή πρόκληση για τον 21ο αιώνα .Η εφαρμογή των αρχών της αειφορίας στα ελληνικά νησιά προσκρούει στο γεγονός ότι δεν υφίσταται -εκ μέρους των ελληνικών κυβερνήσεων- μια εξειδικευμένη και συνεκτική νησιωτική πολιτική κατά παράβαση του Συντάγματος(άρθρο 101),ενώ και οι τοπικές κοινωνίες δε δείχνουν διατεθειμένες να ακολουθήσουν ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης.
Τα τελευταία χρόνια εντείνεται ο προβληματισμός τόσο των κατοίκων όσο και των εκπροσώπων φορέων των νησιών για τον επαναπροσανατολισμό της τοπικής ανάπτυξης σε βιώσιμη βάση. Ήδη είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια πυκνώνουν οι πρωτοβουλίες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (ΕΜΠ, πανεπιστήμιο Αιγαίου),οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και μη κυβερνητικών οργανώσεων (δίκτυο «ΔΑΦΝΗ») , οι οποίες στοχεύουν στην αειφορική διαχείριση των ελληνικών νησιών, μέσω της ευαισθητοποίησης και συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών.
Η έκδοση της παραπάνω μελέτης- η οποία κατατέθηκε το Νοέμβριο του 2007 ως διπλωματική διατριβή στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Περιβαλλοντική Πολιτική και Διαχείριση» του Τμήματος Περιβάλλοντος του πανεπιστημίου Αιγαίου- πιστεύουμε ότι έρχεται να συμβάλλει στη συζήτηση για τον επαναπροσδιορισμό της ανάπτυξης , που έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια στα νησιά ,τα οποία υπέστησαν μια σειρά μετασχηματισμών στην οικονομική δομή τους (αποδυνάμωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, ανάπτυξη τουρισμού, έντονη οικοδομική δραστηριότητα),ενώ η ήδη υφιστάμενη περιβαλλοντική επιβάρυνση κατέστη εντονότερη.
Όπως προκύπτει από τα πορίσματα της μελέτης , η ανάγκη σχεδιασμού της ανάπτυξης του νησιού αναγνωρίζεται από τους φορείς ως υπ΄ αριθμόν ένα πρόβλημα μαζί με την αποδυνάμωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα (εξαιτίας της τουριστικής ανάπτυξης) και προτείνεται η αλλαγή πλεύσης της τοπικής οικονομίας, η οποία -κατά τη γνώμη των φορέων-πρέπει να είναι σχεδιασμένη και όχι μονόπλευρα προσανατολισμένη στην τουριστική ανάπτυξη, αλλά να στοχεύει στην ενδυνάμωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.
Οι εκπρόσωποι των ΟΤΑ του νησιού αξιολόγησαν θετικά τη συμβολή των ήδη υλοποιημένων έργων στη βιώσιμη ανάπτυξη, θεώρησαν ότι σε αρκετούς τομείς εφαρμόστηκαν δράσεις βιώσιμης ανάπτυξης, δήλωσαν σε μεγαλύτερο βαθμό ικανοποιημένοι από την κατάσταση της οικονομίας, της κοινωνίας και του περιβάλλοντος και αξιολόγησαν θετικά το ρόλο των ΟΤΑ στο σχεδιασμό και εφαρμογή προγραμμάτων βιώσιμης ανάπτυξης του νησιού.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι φορείς της Σύρου προσβλέπουν κατά κύριο λόγο στους θεσμούς της αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ Σύρου, Νομαρχία, Περιφέρεια, ΤΕΔΚ) και όχι σε εξωγενείς φορείς(ΕΕ, υπουργεία), όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή ενός προγράμματος βιώσιμης ανάπτυξης στο νησί, στο οποίο δεσμεύονται ότι θα συμμετάσχουν ενεργά όλοι.
Σ' αυτή την κατεύθυνση σημαντικός προβάλει ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή ενός προγράμματος βιώσιμης ανάπτυξης στα νησιά. Η έκδοση της εν λόγω μελέτης από την ΤΕΔΚ φρονούμε ότι συμβάλει στο διάλογο που έχει ήδη ξεκινήσει προς αυτή την κατεύθυνση.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΚΑΒΑΛΛΑΣ
(ΔήμαρχοςΕρμούπολης- προέδρος ΤΕΔΚ Κυκλάδων)
|