Ο δρόμος γέμισε με σωλήνες που γεμίζουν τα ημιφορτηγά νερό και καλώδια από τις οικοδομές που δεν χρειάζονται πια στους τεχνίτες του δήμου. Μια κίτρινη καρέκλα στη βεράντα επιμένει να ψάχνει τον ήλιο που κρύβεται μέσα στα σύννεφα της τσίκνας και στους κρότους των βαρελότων. Κυριακές γεμάτες φωνές των καθισμένων στα καφενεία και των συζητήσεων των γέρων για την εποχή που αποφάσιζαν για το μέλλον των παιδιών τους.
-Πες μου, τώρα τι να διώξω?
-Μείνε ακόμα λίγο στο παράθυρο, αυτό το δειλινό το φοβάμαι, αυτό τον καφέ θέλω να τον πιω χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι της εισόδου, μείνε ακόμα λίγο στο παράθυρο, αυτό τον καφέ θέλω να τον πιω χωρίς να βλέπω πουλιά να πετάνε μακριά, τα ζηλεύω, μείνε ακόμα λίγο στο παράθυρο.
Το αυτοκίνητο που θυμίζει τις άμαξες του παλιού καιρού ξαναπέρασε με την περηφάνια ενός ανυπόμονου ταξιδιώτη, βρυχάται, φλυαρεί, βουλιάζει στα κύματα της ανατολής και χάνεται μέσα στα ρούχα της φωτιάς που γεμίζουν τον ουρανό άτακτα, ζαλισμένα από τα κύματα της σκόνης, εποπτεύουν στο βάθος τους κίονες του ανέμου, ανακατεύουν σφυρίζοντας το στόκο των αρωμάτων, κουρνιάζουν ακυβέρνητα.
-Πώς είναι το μικρό τρένο που ταξιδεύεις?
-Κυκλωμένο από μαύρα γυαλιστερά χαλίκια, νωθρά κοπάδια των προβάτων και καμπάνες που σπάνε σε χίλια κομμάτια, σελήνες της αμαρτίας και του θανάτου, έθιμα των παραθύρων και άφωτες εκκλησίες που κατρακυλούν στις πλαγιές, λάμπει ολόκληρο σαν κόκκινος καθρέφτης στις στέγες των σπιτιών, καρδιοχτύπι σταυρικό, άφωνο.
Ο δρόμος γέμισε με ασημένιους, ξύλινους, χάρτινους σταυρούς και σιδερένιες ανάγλυφες παραστάσεις που κατέβηκαν από τους λόφους στολισμένες με μικρά, αρωματικά πουλιά. Τα φιδίσια κεφάλια γίνονται βαθυγάλαζα και πλαγιάζουν στις πόρτες των σπιτιών, ημερολόγια που τρεμουλιάζουν διασκορπισμένα ανάμεσα στις παπαρούνες, ημερολόγια με τετράγωνες πινακίδες της πυρκαγιάς, παρελαύνουν αναπηδώντας, χαμογελούν λοβοτομημένα, ημερολόγια εξημερωμένα, παγιδευμένα θηρία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|