Παράξενο πουλί, δεν ήξερε ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσει όταν της αναπνοής η ανάγκη το κάνει ευάλωτο στις επικλήσεις των βοηθών του, ζωγραφισμένη απόγνωση νοικοκυράς που θέλει να σκοτώσει το πιο αγαπημένο της ωράριο.
Είχε τα φτερά του βαμμένα, το ένα κόκκινο κι το άλλο μαύρο της φωτιάς, χαζό πουλί του ναυαγίου και της πρόσοψης, νύχτες που χορεύουνε οι καθρέφτες και οι διάβολοι, βήματα της ζυγαριάς και κάποιες βροχές που δεν μεγάλωσαν.
Καλώδια που τρέχουν γύρω μου σαν τους ποντικούς στα υπόγεια ενός κοριτσιού που βάφεται στους δρόμους για να προλάβει το επόμενο καυτό σύνθημα στο λεύκωμα της μαμάς.
Ίδρωνε και κρατούσε ένα κουτί γεμάτο ψάρια αγορασμένα το πρωί, ήταν σίγουρος για τη επιτυχία του, την απόλυτη έκρηξη, τον απόλυτο έλεγχο ενός πλάσματος που αγαπούσε αλλά και μισούσε ταυτόχρονα, σαν τα όνειρα που δε λέμε ποτέ αλλά μας γέμισαν τατουάζ και ενοχές.
Η προβλήτα γλιστρούσε και τα παπούτσια δεν ήταν για εκείνη τη μέρα , τα χρώματα όμως των φτερών του γέμιζαν το πίνακα μιας άλλης άνοιξης , ήταν περισσότερο από το φως του ήλιου το ηλιοβασίλεμα, ήταν σαν το αίμα που εκρήγνυται στο τέλος της αποτρόπαιος πράξης μιας αυτοχειρίας, φοβάται, κρυώνει, μένει.
Τον έφερε κοντά του, ο λαιμός ήταν το σημείο που αγαπούσε πιο πολύ, κυκλαδικό ειδώλιο και χαμένες εισπνοές από τη βρώμα των κλεισμένων διαμερισμάτων του φόβου.
Του έσφιξε στη αρχή γλυκά το λεπτό του λαιμό και ύστερα του τον ξερίζωσε απ' το κεφάλι , γέλασε, έχει πια τα φτερά δικά του, έκλαψε, δεν είχε πια λάβαρο να τα βάλει.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|