Β΄ΜΕΡΟΣ
3. Ο Φτωχοπρόδρομος
Οταν το Βυζάντιο, από τον 11ο αιώνα και ύστερα, ξέπεσε τελείως οικονομικά, άρχισαν να ξεπέφτουν και να πεινάνε και οι λόγιοί του. Τρόφιμοι σχεδόν όλοι της αυτοκρατορικής αυλής ή του κρατικού ταμείου, ήρθε καιρός που δεν έβγαζαν τίποτα με τα γράμματα και τις κολακείες. Ο Γερμανός Βυζαντινολόγος Εσσελιγκ στο "Βυζάντιο και Βυζαντινός πολιτισμός" γράφει: "Είναι ολοφάνερο ότι από τέτοιου φυράματος συγγραφείς, που κύριος σκοπός τους είναι να βγάζουν το ψωμί τους με την πέννα τους, τίποτα το υγειές δεν μπορούσε να περιμένει η ποίηση... Δεν έχουν κανένα ευγενικό αίσθημα..."
Ενας τέτοιος συγγραφέας, από τους πιο γλοιώδεις τον καιρό των Κομνηνών, ήταν και ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος (12 αιώνας). Εγραφε πολλά έργα στην ψευτοαττική γλώσσα. Εγραψε όμως και 4 ποιήματα σε μια γλώσσα μικτή, όπου οι δημοτικές λέξεις είναι περισσότερες από τις λόγιες. Τα ποιήματα αυτά, που με δυο παραλλαγές τους φτάνουν τους 2.259 στίχους, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι από τα πρώτα έργα όπου σταματάει η μίμηση των αρχαίων και το περιεχόμενo παίρνεται από τη ζωή τής τότε Bυζαντινής κoινωνίας. Οι δεκαπεντασύλλαβoι στίχοι τους μoιάζoυν πολύ με τη λαϊκή γλώσσα της εποχής και γενικά μορφή και περιεχόμενo πλησιάζoυν κάπως στο λαό. Γι' αυτό, παρ' όλο που δεν έχουν πoιητική άξία, είναι όμως πολύτιμα μνημεία για τις πρώτες πηγές της νεοελληνικής γραμματολογίας.
Τα ποιήματα αυτά είναι στην ουσία τους σατιρικά και επειδή σατιρίζεται και ο ίδιος ο ποιητής, μερικοί ιστορικοί επιμένουν ότι δεν τα έγραψε ο Πρόδρομος, αλλά εχθροί του για να τον εξευτελίσουν για το γλοιώδη χαρακτήρα του. Στο πρώτο ποίημα ο στιχουργός του κλαίγεται γιατί, αντί να μάθει μια τέχνη και να καλοπερνάει όπως οι γείτονές του, έμαθε γράμματα και τώρα πεινάει. Καλύτερα όμως ν' αφήσουμε να μας τα ειπεί ο ίδιος, για να πάρουμε μια ιδέα και για τη γλώσσα του:
"...Αφού δε τάχα γέγονα γραμματικός, τεχνίτης
επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάνναν,
υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων:
-Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει!"
Συνεχίζοντας περιγράφει πώς καλοπερνάνε οι γειτόνοι του, ο τσαγκάρης, ο κoσκινάς, που συχνά ψένει κρέας και ψάρια, και η τσίκνα τους φτάνει στη μύτη του:
" και εγώ τσικνώνω δια ψωμίν, ζητώ και ουδέν με δίδουν,
αλλ' ονειδίζουν άπαντες και καθυβρίζουσί με,
λέγοντες: Φάγε γράμματα και χόρτασε παπά μου".
Η φτώχεια φέρνει την γκρίνια στο σπίτι του, η γυναίκα του τον γλωσσοτρώει όλη την ημέρα, κρύβει το φαΐ, δεν του δίνει να φάει και αυτός μηχανεύεται διάφορα για να μπορέσει να της το κλέψει και να χορτάσει. Το ποίημα το γράφει στον αυτοκράτορα και αφού αραδιάζει τα βάσανά του, με κλάψες, τον παρακαλεί να τον βοηθήσει να στείλει στη γυναίκα του διάφορα χαρίσματα γιατί διαφoρετικά,
"Φοβούμαι γαρ το στόμαν της, φοβούμαι την οργήν της...
τρέμω, φοβούμαι, δέδοικα μη φονευθώ προς ώρας
και χάσης σου τον Πρόδρομον, τον κάλλιστον ευχέτην".
Το ίδιο και στο δεύτερο ποίημα κλαίγεται και παρακαλάει τον αυτοκράτορα να του στείλει διάφορα πράγματα για να μπορέσει να ζήσει το σπίτι του. Πιο ζωντανό είναι το τρίτο, όπου ο στιχουργός για να βολέψει τη φτώχεια του γίνεται καλόγερος! Αλλά και εκεί πεινάει, γιατί τους φτωχούς καλόγερους τους εκμεταλλεύονται οι ηγούμενοι και οι πρωτοπαπάδες. Ενώ αυτός και πολλοί άλλοι τρώνε κρεμμυδοζούμι που τόχουν ονομάσει... αγιοζούμι, οι ηγούμενοι γεμίζουν το τραπέζι τους με τα καλύτερα ψάρια και πίνουν άφθονο χιώτικο κρασί. Το τέταρτο ποίημα είναι και αυτό κλαψιάρικο και γκρινιάρικο. Και τα τέσσερα έχουν το ίδιο ρεφραίν: τη ζητιανιά. Ζητιανεύει από τον αφέντη του οτιδήποτε, ιδίως όμως φαΐ εκλεκτό!
"...Aκρίδες ου σιτεύομαι, ουδ' αγαπώ βοτάνια,
αλλά μονόκυθρον παχύν και παστομαγειρίαν,
να έχη θρύμματα πολλά, να είναι φουσκωμένα,
και λιπαρόν προβατικόν από το μεσονέφριν".
Το ζητιάνικο χαρακτηριστικό των ποιημάτων αυτών κόλλησε στο συγγραφέα τους το παρατσούκλι Φτωχοπρόδρομος. Το όνομα αυτό κατάντησε με τον καιρό συμβολικό και δίνεται στους λόγιους που εξευτελίζουν την πέννα τους πουλώντας την για ένα κομμάτι ψωμί. Και είναι γνωστό ότι στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς προτιμάνε τον αξιοθρήνητο ρόλο του Φτωχοπρόδρομου από τον τιμημένον ρόλον του προδρόμου και οδηγητή του λαού, στο δύσκολο δρόμο του για ένα καλύτερο αύριο.
4.Τα έμμετρα παραμύθια και μυθιστορήματα
Την ίδια εποχή αρχίζει να καλλιεργείται ένα άλλο είδος: το έμμετρο παραμύθι ή μυθιστόρημα. Η καταθλιπτική πνευματική πίεση των καλογέρων πάνω στο πνεύμα και την ψυχή όλων των κοινωνικών τάξεων σιγά σιγά περιορίζεται κάπως. Ο έρωτας στο Bυζαντινό μεσαίωνα θεωρούνταν θανάσιμο αμάρτημα. Η γυναίκα θεωρείται κτήνος που αγοράζεται. Σε μια Σύνοδο μάλιστα έγινε συζήτηση αν η γυναίκα και νομικά θεωρείται άνθρωπος! Το 691 η σύνοδος του Tρούλλου πήρε απόφαση να απαγορευθεί τελείως το θέατρο σ' όλη την αυτοκρατορία! Τα μόνα έργα που επιτρεπότανε να διαδίδονται ήταν τα συναξάρια, οι μυθιστορηματικοί βίοι των αγίων. Η κοινωνική αναστάτωση που αρχίζει κυρίως από τον 10ο αιώνα, οι λαϊκές εξεγέρσεις, η πάλη κατά της καλογερικής φεουδαρχίας, η δημιουργία μιας έστω και ατροφικής "μεσαίας" τάξης και η επικοινωνία με τη Δύση, απ' όλες αυτές τις αιτίες αρχίζει να ξεσφίγγεται κάπως το ασφυχτικό ψυχικό και πνευματικό αγκάλιασμα του κλήρου. Αυτήν ακριβώς την περίοδο εμφανίζονται τα έμμετρα μυθιστορήματα και παραμύθια.
Μερικοί "ιστορικοί" της Ελληνικής γραμματολογίας που ψάχνουν με το φανάρι και βρίσκουν με το στανιό σημεία σύνδεσης του αρχαίου με τον νεοελληνικό κόσμο ισχυρίζονται ότι τα έργα αυτά αποτελούνε μίμηση των μυθιστορημάτων που δημιουργήθηκαν στον 3ο και 4ο αιώνα μετά Χριστόν (ονομάζονται σοφιστικά και σταμάτησαν ύστερα απότομα, μετά την επικράτηση του μεσαιωνικού θεοκρατικού πνεύματος). Εκείνα όμως ήταν πεζά, με περιεχόμενο συνήθως αισθησιακό, έργα ηθικού ξεπεσμού και κοινωνικής παρακμής.
Τα τωρινά, παρ' όλο που είναι και αυτά προϊόντα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αποσύνθεση, δεν είναι μίμηση των παλιών. Είναι έμμετρα και υμνούν ένα είδος ιδανικού έρωτα, καθώς και την υπερφυσική παληκαριά. Και φαίνεται ότι στα πιο πολλά το θέμα τους είναι παρμένο από λαϊκά παραμύθια και ιστορίες. Μέσα όμως από το παραμύθι και τα θαύματα τα υπερφυσικά -που μοιάζουν με τους βίους των αγίων- μπορείς να διακρίνεις την κοινωνία, ιδίως την ανώτερη της εποχής εκείνης με τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες της, τα ήθη της και τις παραδόσεις της. Και η μόνη αξία τους βρίσκεται, πρώτο, στο ότι καθρεφτίζουν αρκετά πιστά τη ζωή της εποχής τους και δεύτερο στο ότι τα περισσότερα είναι γραμμένα σ' ένα χαρμάνι λαϊκής και λογιωτατίστικης γλώσσας.
Το πιθανότερο είναι ότι αυτά τα έργα γράφονταν για το πλήθος των αρχόντων, αλλά άρεσαν στα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Ολα τα ποιήματα αυτού του είδους κυκλοφορούσαν προφορικά από πολλούς που τα αποστήθισαν και τα απαγγέλλανε. Οι ήρωές τους είναι βασιλιάδες ή βασιλόπουλα, που για να κερδίσουν την γυναίκα που αγάπησαν -συνήθως βασιλόπουλα- δοκιμάζουν αμέτρητους κινδύνους και περιπέτειες, αλλά στο τέλος νικάνε και παντρεύονται το ίνδαλμά τους.
Το πιο παλιό απ' αυτά τα έργα έχει τίτλο: "Τα κατά Καλλίμαχον και Χρυσορρόην, ερωτικόν διήγημα". Παραθέτω λίγους στίχους για το δείγμα της γλώσσας του:
"...Αν, εις τον κόρφο του κανείς το μήλον τούτο βάλη
άπνους νεκρός να γένηται ευθύς παρά της ώρας
αν πάλιν εις την ρίνα του του νεκρωμένου θέση
το μήλον τούτο παρευθύς κανείς, εξανεμήσει..."
Πρόκειται για το μαγικό μήλο της μάγισσας, που το συναντάμε και σε νεοελληνικά παραμύθια. Αλλα παρόμοια έργα που σώθηκαν είναι ο "Βέλθανδρος και Χρυσάντζα", ο "Λίβιστρος και Ροδάμνη", ο "Ιμπέριος και Μαργαρώνα", ο "Φλώριος και Πλάτσια Φλώρη", ο "Απολλώνιος ο Τύριος". Από μερικά ονόματα των πιο πάνω τίτλων φαίνεται εύκολα η επίδραση της Δύσης, όπου τότε κυκλοφορούσαν πολύ τα μεσαιωνικά τραγούδια των Φράγκων. Η συχνή τότε εμπορική επικοινωνία της Δύσης με την Ανατολή διευκόλυνε και την ανταλλαγή των πνευματικών προϊόντων. Οι ήρωες όμως αυτών των Βυζαντινών έργων, ίσως επειδή είναι βγαλμένοι από τα λαϊκά παραμύθια και όχι από τη δράση των ιπποτών, δεν έχουν καθόλου ήθη άγρια και σκληρά, όπως συμβαίνει συνήθως στα τραγούδια της Δύσης, που είναι πιο παλιά από τα Βυζαντινά. Από λογοτεχνική όμως πλευρά δεν έχουν αξία. Οι περιγραφές τους είναι άνοστες, χωρίς καμμιά ζωντάνια, πάθος, ομορφιά και συγκίνηση.
5. Σατιρικά, διδαχτικά κ.λπ.
Ανάμεσα στο εξαχρειωμένο αρχοντολόι της Πόλης κυκλοφορούσαν τα διάφορα «διδαχτικά» στιχουργήματα, γεμάτα υποκρισία και ψευτοευσέβεια. Ενα τέτοιο, το κυριώτερο, είναι ο «Σπανέας», σε δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληχτους στίχους, που σώθηκε σε πολλές παραλλαγές, γύρω στους 250-350 στίχους η καθεμιά. Αποδίδεται στον Αλέξιο Κομνηνό (12ος αιώνας) και συμβουλεύει κάποιο βασιλόπουλο πώς να φέρεται στη ζωή του. Η γλώσσα του δεν είναι ούτε λόγια μα ούτε και καθαρή λαϊκή της εποχής εκείνης. Φαίνεται να είναι γραμμένο στη γλώσσα που μιλιόταν τότε στα παλάτια, σαν αυτή «των σαλονιών» που έχουμε σήμερα. Λογοτεχνική αξία δεν έχει καμμιά. Οσο για το περιεχόμενό του, ο Κρουμπάχερ στην «Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας» γράφει ότι στο στιχούργημα αυτό «καθρεφτίζεται ο Βυζαντινός χαρακτήρας με τις μηχανορραφίες του και την κρυψίνοιά του, με τη δυσπιστία του και την ακολασία του, που φέρνει το επίχρισμα της ευσέβειας».
Εκτός από το «Σπανέα» γράφτηκαν αυτή την εποχή και διάφορα άλλα διδαχτικά αριστουργήματα. Σχεδόν όλα έχουν κοπεί πάνω στα μέτρα του πρώτου. Μερικά μοιάζουν με μαθήματα ζωολογίας, όπου ανακατώνεται η διδασκαλία με τη σάτιρα. Απ' αυτά ξεχωρίζει η «Διήγησις παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων», που γράφτηκε κατά το 1365, σε 15σύλλαβους στίχους και σε ανακατωμένη γλώσσα, αλλού ψευτοαρχαία και αλλού λαϊκή. Η υπόθεσή του είναι μια συνέλευση όλων των ζώων, όπου στο καθένα χωριστά λένε τα ψεγάδια του. Στο τέλος όμως αρπάζονται τα άγρια με τα ήμερα και διαλύεται η συνέλευση.
Πολύ ενδιαφέρον είναι το «Συναξάρι του τιμημένου γαϊδάρου». Πρόκειται για μια πρωτότυπη, αλλά μάλλον καμουφλαρισμένη σάτιρα των δυνατών και του κλήρου. Ενας γάιδαρος το σκάει από τον κύριό του και μπαίνει σ' ένα πλοίο, όπου τυχαίνει να συνταξιδεύει μ' ένα λύκο και μια αλεπού. Εκεί αποφασίζουνε να εξομολογηθούν ο ένας στον άλλο τις αμαρτίες τους και ο πιο αμαρτωλός να τιμωρηθεί. Ο λύκος πρώτος, παρά το πλήθος των αμαρτιών του, συγχωρείται. Το ίδιο γίνεται και με την αλεπού. Ενώ ο φουκαράς ο γάϊδαρος καταδικάζεται να κατασπαραχθεί γιατί είχε κάνει τη μόνη αμαρτία να κλέψει ένα μαρουλόφυλλο! Τη στιγμή όμως που ετοιμάζονται να τον φάνε, αυτός μ' ένα έξυπνο κόλπο τούς πετάει στη θάλασσα, πληρώνοντάς τους έτσι τη συνωμοσία που έκαναν εναντίον του. Το έργο τούτο έχει σωθεί σε δυο παραλλαγές - μια με 393 στίχους 15σύλλαβους ομοιοκατάληχτους και η άλλη με 540 στίχους 15σύλλαβους ομοιοκατάληχτους. Το έργο φαίνεται ότι γράφτηκε κατά τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου και τυπώθηκε πολλές φορές όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Αρεσε πολύ στο λαό, γιατί ξεσκέπαζε και γελοιοποιούσε την υποκρισία του κλήρου και των αρχόντων. Μια καλή διασκευή του θα διαβάζονταν και σήμερα ακόμη ευχάριστα.
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και το στιχούργημα που έχει τον τίτλο «Στίχοι γραμματικοί Μιχαήλ Γλυκά». Τόγραψε μέσα στη φυλακή, όπου κλείστηκε για πολιτικούς λόγους και καταδικάστηκε στην ποινή της τύφλωσης (581 στίχοι 15σύλλαβοι). Παρακαλάει τον αυτοκράτορα να του χαρίσει την ποινή και να του δώσει την ελευθερία του. Ιδιαίτερη αξία έχει στο ποίημα αυτό η περιγραφή της τρομερής και σκοτεινής φυλακής που ονομάζεται «Νούμερα» και η φριχτή ζωή των φυλακισμένων. Ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να τυφλώσουν τον κρατούμενο. Ο Γλυκάς, μ' όλα τα χάλια του και ανάμεσα στους θρήνους του, βάζει διάφορα αστεία και κάνει έτσι να διαβάζεται το έργο του με ενδιαφέρον, παρ' όλο που και αυτουνού η γλώσσα είναι αλλού αρχαία και αλλού δημοτική. Το στιχούργημα αυτό σαν ιστορικό και κοινωνικό ντοκουμέντο της εποχής εκείνης μπορεί να διαβάζεται ακόμη και σήμερα, ταχτοποιημένο όμως κάπως στη γλώσσα. Ο Γλυκάς, που καταγόταν από την Κέρκυρα, είχε γράψει κι άλλα έργα. Απ' αυτά κάποια αξία έχει η «Χρονική βίβλος», κυρίως για τη μελέτη της Βυζαντινής ζωής.
Αλλο καθαρά διδαχτικό σε λαϊκή σχεδόν γλώσσα και σε 756 15σύλλαβους στίχους είναι ο «Λόγος παρηγορητικός περί ευτυχίας και δυστυχίας». Ο συγγραφέας προσπαθεί εδώ με ένα παραμύθι να πείσει τους ανθρώπους ότι ποτέ δεν πρέπει να απελπίζονται, αλλά να προσπαθούν αδιάκοπα να βρούνε την ευτυχία και τελικά θα τη βρουν. Εργο φλύαρο, χωρίς ζωή.
Μαζύ με τα διδαχτικά, την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν και πολλά σατιρικά ποιήματα, παροιμίες, άλλα με πολιτική σάτιρα και άλλα πολύ τολμηρά και αθυρόστομα, όλα λαϊκής προέλευσης. Πολλά τέτοια πολιτικοσατιρικά τα τραγούδησαν στον Ιππόδρομο της Πόλης για να σατιρίσουν τους αυτοκράτοες και τους άρχοντες. Σαν αυτούς π.χ. τους 2 στίχους που φώναζαν στον μεθύστακα αυτοκράτορα Φωκά:
«Πάλιν τον καύκιον έπιες
πάλιν τον νουν απώλεσας.»
Απ' όλα όμως αυτά δεν εσώθηκε κανένα ολόκληρο, γιατί και αν τάγραφε κανείς, τα καταδίωκαν και τάκαιγαν, ενώ ο συγγραφέας εύρισκε τον μπελά του.
|