28 Απριλίου 1998. Για τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, την ημέρα που εξελέγη στον θρόνο των Αθηνών:
«Κέρδισε ένας άξιος ιεράρχης και όλοι οφείλουμε να σταθούμε πλάι του και να τον βοηθήσουμε».
31 Αυγούστου 1998. Επιστολή προς τον Χριστόδουλο για το θέμα των οικονομικών της Εκκλησίας:
«Μακαριώτατε, ο τρόπος αντιμετωπίσεως εκ μέρους σας του θέματος των οικονομικών της Εκκλησίας, δηλαδή η αναπομπή του πορίσματος, η παραίτησις του μέλους της κ. Νικολάου Θέμελη, και κυρίως η αλλαγή της σειράς των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως των εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας με πείθει ότι δεν επιθυμείτε την εκκαθάρισιν του εκκλησιαστικού τοπίου με διαφάνεια και ειλικρίνεια».
Για την πορεία στις 3 Σεπτεμβρίου 1998:
«Είναι πάρα πολύ λεπτό θέμα. Είναι πολύ νωρίς να κάνω κρίσεις. Πρέπει να πω όμως ότι η Εκκλησία όταν γίνεται ιδεολογία είναι επικίνδυνο πράγμα...»
20 Σεπτεμβρίου 1998. Για τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο:
«Δεν είναι ανάγκη να γίνει ούτε Παπαφλέσσας ούτε Χομεϊνί. Ο αρχιεπίσκοπος δεν είναι τίποτα άλλο παρά πρώτος μεταξύ ίσων. Ο,τι είναι ο Θηβών, ό,τι είναι ο Φθιώτιδος, ό,τι είναι ο Θεσσαλονίκης είναι και ο Αθηνών, αλλά είναι ο πρόεδρος της Συνόδου. Δεν έχει περισσότερες αρμοδιότητες. Πιστεύω για μερικά πράγματα πρέπει να τον εξουσιοδοτήσουμε για να ενεργεί και όχι να ενεργεί από μόνος του».
Νοέμβριος 1998, σε συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «ΜΕΝ»:
«Οταν διάβαζα ή άκουγα τα της οικονομικής σκανδαλολογίας, ήλπιζα ότι στη Σύνοδο της Ιεραρχίας θα ξεκαθάριζαν τα πράγματα. Εφυγα απογοητευμένος, γιατί διαπίστωσα, για μια ακόμα φορά, ότι οι κοσμικές μεθοδεύσεις ωχριούν μπροστά στις εκκλησιαστικές».
Από τη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην «Ε» στις 6 Ιουλίου 1999:
«Είπα στον Χριστόδουλο: "έγινες αρχιεπίσκοπος, να ζήσεις, σε ό,τι μπορούμε θα σε βοηθήσουμε, θα είμαστε στο πλευρό σου". Αλλά στήθηκε ένας μηχανισμός. Και αυτός ο μηχανισμός δούλεψε σκληρά».
«Πικρία φαίνεται διότι δεν είμαστε ένας συντεχνιακός χώρος η Εκκλησία και δεν παίζουμε θέατρο όταν λειτουργούμε, ούτε φοράμε τα ρούχα μας τα χρυσά για να πάμε να κάνουμε επανάσταση και θέατρο».
Για τη δημοφιλία του Χριστόδουλου εκείνη την εποχή: «Θα μου επιτρέψετε να μην το σχολιάσω καθόλου. Κι ο Χριστός όταν πήγε στα Ιεροσόλυμα, στο "ωσαννά", είχε 100%. Μεγάλη Πέμπτη δεν είχε κανένα, όμως. Δεν είναι εκκλησιαστικές θέσεις αυτές. Η εκκλησιαστική θέση δεν κρίνεται από το πόσοι μας αγαπάνε. Παίζει ρόλο κι αυτό. Δεν λες στον άλλο αυτά που του αρέσουν. Δεν του χαϊδεύεις τ' αυτιά. Βέβαια αυτά δεν είναι εκκλησιαστικός λόγος. Είναι λόγος πολιτικός, δεν είναι εκκλησιαστικός».
19 Οκτωβρίου 1999:
«Ο αρχιεπίσκοπος προσπαθεί με μια υφαρπαγή, θα έλεγα, να κλέψει αυτό τον ρόλο του ποιμενάρχου και άλλοι ιεράρχες από σεβασμό, άλλοι από αβροφροσύνη και άλλοι από σκοπιμότητα, το αφήνουν αυτό να καλλιεργείται. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, είναι παρέκκλιση και πιστεύω πολύ σωστά ότι ο Πατριάρχης παρενέβη και είπε έως εκεί».
«Οταν η εκκλησιαστική Δικαιοσύνη γίνει αυτή που επιθυμούμε και δεν χωλαίνει, ασφαλώς δεν χρειάζεται να υπάρχει λαϊκός δικηγόρος. Αφού όμως η Δικαιοσύνη η εκκλησιαστική χωλαίνει, είναι ανάγκη να υπάρχει και δικηγόρος λαϊκός και οι πόρτες να είναι ανοιχτές για να παρακολουθεί ο κόσμος όπως γίνεται σε κάθε δικαστήριο».
13 Νοεμβρίου 1999:
«Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι στον εκκλησιαστικό χώρο δεν υπάρχει "αντιπολίτευση", αλλά χρέος όλων μας γύρω από τον αρχιεπίσκοπο είναι να παλέψουμε για τον λαό του Θεού, την Εκκλησία μας. Αυτό δεν συνεπάγεται κλείσιμο του νου, σφράγισμα του στόματος, στέρηση της σκέψης, εμπόδιο στην ελεύθερη έκφραση. Αντίθετα, απαιτεί καλόπιστη κριτική».
15 Μαΐου 2000:
«Χρειαζόμαστε μια τηλεόραση, αλλά πρέπει κατ' εξοχήν να οριστούν τα όρια των δύο πλευρών. Δηλαδή της Εκκλησίας και των ΜΜΕ. Χρειάζεται και πάλι σπουδή της Κανονικής τάξεως.
Η χρήση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, όπως θα έλεγε το πατερικό ήθος, με διάκριση».
20 Αυγούστου 2000 για τον τρόπο εκλογής των μητροπολιτών:
«Εγώ προτείνω από τη χηρεύουσα Μητρόπολη να επιλέγονται πέντε πρόσωπα έπειτα από ψηφοφορία των ιεραρχών και των εκπροσώπων του κλήρου και των μοναχών, από τον κατάλογο των προς αρχιερατείαν εκλογίμων. Στη δεύτερη ψηφοφορία, από τους πέντε αυτούς κληρικούς να επιλεγούν οι τρεις και τελικά, διά κλήρου, ο ένας. Μ' αυτόν τον τρόπο θα πάψουμε να έχουμε συνεχώς ευνοούμενους. Τα έχουμε όλοι μας γευτεί όλα αυτά που λέω. Και εμείς περάσαμε απ' αυτή τη γραμμή και ξέρουμε πώς γίνονται αυτά».
13 Σεπτεμβρίου 2001, επιστολή προς τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο:
«Διερωτώμαι, μακαριώτατε, τι είδους σχέσεις είναι αυτές οι δικές σας με την κυβέρνηση; Οταν αναλογίζομαι εκείνες τις πολεμικές σας θέσεις κατά της κυβερνήσεως στις αναγορεύσεις σας στη Σύνοδο και βλέπω μετά τις περίεργες συμπεριφορές, αισθάνομαι ότι παρακολουθώ θέατρο παραλόγου, ότι ζω σε σχιζοφρενική ατμόσφαιρα. Εξάλλου, απ' ό,τι και σεις έχετε διαπιστώσει, στο χώρο μας πολλοί είναι εκείνοι που συνωθούνται για να έχουν μαζί σας ένα ταξίδι με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο, διαμονή σε σουίτες, με συνοδεία σαράντα δημοσιογράφων και μάλιστα όλα αυτά με έξοδα του άθεου κράτους και κυβερνήσεως που, κατά εσάς, αγωνίζεται να αποχριστιανοποιήσει την Εκκλησία και θέτει την Εκκλησία υπό διωγμόν».
|