|
Των χεριών τα βλέφαρα έγιναν καταφύγιο στα σπασμένα φτερά της ελπίδας, για μια ανατολή χωρίς χρέη και χρωματισμούς στα βλέφαρα της επανάστασης που αγάπησαν τα παιδιά με τη ξύλινη ρόδα για παιχνίδι και τα εσώρουχα να γίνονται λάβαρο του μπάνιου μιας Κυριακής.
-Πάντα αγαπούσα τη βελόνα της γιαγιάς μου, ήταν γεμάτη παραμύθια και τραγούδι, χρώματα και εκπλήξεις, αρνήσεις και κατορθώματα, φορεσιές κεντημένες με της σελήνης το χαμόγελο και μια στάμνα να γέρνει στου ανέμου το κάλεσμα.
Τα ραδιόφωνα της θάλασσας και οι πέτρες που γεμίσανε δάκρυα, οι ερωτήσεις μιας φωνής που κερνάει την εκτέλεση και οι αγνοούμενοι των μαύρων μαντηλιών και της ανάγκης να περπατάμε με βήματα χωρίς σκόνη, λίγο άσπρο για να ξορκίσουμε τη θλίψη.
Έχουν γεμίσει τα σύννεφα με τα σημειώματα των κλεισμένων χεριών μπροστά στον ήχο των πρωινών πολυβόλων και της απόλυτης άρνησης ενός μαξιλαριού που ένωσες την αναπνοή σου , σεντόνια και μαξιλάρια των ευχών και της γιορτής, μεσημέρια που ζητούσανε το γέλιο και τη συγχώρεση.
-Έχω κρατήσει ένα ρόδι που νανουρίζει το παιδί που ζωγράφισες στις παλάμες του ονείρου που σου εμπιστεύτηκα.
-Τα κεριά μεγαλώνουν στις σκιές των αρνήσεων.
-Άνοιξα τη φλέβα μου μπροστά στον ήλιο, λέρωσα τις τύψεις και τα οράματα, κουτσός επαίτης των ξεχασμένων ηλιαχτίδων, λάθος κρότος στο γάμο της πηγής, ένα ποτήρι χωρίς απορρυπαντικό και χωρίς όνομα.
Οι γάτες γίνονται εργαλεία του νάνου βασανιστή, κρεμασμένοι μπροστά στους αρχαγγέλους της κόλασης, ένα καλώδιο να ρωτά και οι τοίχοι να γίνονται τo σινεμά των ψιθύρων.
Χρεώσεις που οι κοπέλες συζητούνε στους δρόμους, τα πρωινά με τα ουρλιαχτά της σφυρίχτρας, εκπαιδευτικά συστήματα για να μπορούνε τα ημερολόγια να έχουν επετείους και σχολικές γιορτές, γαρύφαλλα χωρίς αποδέκτη.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|