Τα φώτα χαμήλωσαν καθώς ο ήχος του σκισμένου χαρτιού έκρυβε το γαλάζιο του αναπτήρα στο χέρι σου.
-Υπάρχουν κάτι πουλιά που γράφουνε λέξεις στις καινούριες οικοδομές τα μεσάνυχτα.
-Τυλίξου. Το φεγγάρι σήμερα θέλει συντροφιά.
-Στο ψυγείο έχω φυλάξει τις αναμνήσεις από τη βόλτα μας στις ξέρες με τα γέλια της φώκιας, τα γάντια με τον κίτρινο λεκέ κι ένα λεμόνι που περίσσεψε από το μεσημεριανό φαγητό, τα κόκκινα βήματα του χορού τα έβαλα στη ντουλάπα, έχει κρύο ακόμα, αργότερα θα βάλω ναφθαλίνη για το σκώρο. Σκοτείνιασε ξαφνικά στο ναυπηγείο που αγαπήσαμε.
-Εμένα μου άρεσαν εκείνα τα τραπεζομάντηλα με τη ροζ δαντέλα στο τελείωμα, είναι σαν τα σύννεφα που θα ήθελα να κρεμάσω στο ταβάνι τη στιγμή που θα χωρίσω το λάμδα από το ρο, εικόνες ασπρόμαυρες για προσκλητήρια κι μια κορδέλα γεμάτη καρφίτσες στο λαιμό.
-Έχω ξεχάσει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό.
-Με πήραν τηλέφωνο χθες. Το μικρό φτερό στο λαιμό μου ζητάει εκδίκηση. Πάντα φοβόμουνα τα γράμματα που είχαν κρυμμένα στο φάκελο τους εφτά σπόρους λεμονιού, γεμίζει το δωμάτιο άρωμα και υποψία θανάτου. Το λευκό πουκάμισο να το έχεις πρόχειρο. Ποτέ δε ξέρεις ποιος θα είναι στο τηλέφωνο.
-Να αγοράσουμε μια μεγαλύτερη τηλεόραση για το σαλόνι.
-Βρήκα κάτι κεριά που λένε παραμύθια σαν τα ανάβεις, όταν τα φυσάς και σβήσουν δε ξεχνάνε, συνεχίζουν την επόμενη φορά την ιστορία τους από το σημείο που είχαν σταματήσει, παράξενα κεριά με ένα φτερό πεταλούδας κρυμμένο στο κορμί τους.
-Ξημέρωσε. Έχω κάτι κουλουράκια φυλαγμένα για τον πρωινό καφέ. Κλείσε τα παντζούρια. Νυστάζω.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|