Τώρα μαζί σ' ένα κουτί, στην εντατική είσαι μόνος σου, ανεκπαίδευτοι μέσα στις φλόγες, μας βρήκανε. και επειδή μάλλον θα την κοπανήσουμε για την επαρχία. πρέπει να κρυβόμαστε.
Ούτε αυτορύθμιση χρειαζόμαστε, ούτε ρύθμιση, είμαστε πταίσματα σαν αυτά που έρχονται, ύβρεις και e- law κόσμος, καταλογιζόμενα ποσά και ανασφάλιστα αυτοκίνητα, παρακρατημένα εφάπαξ, επαναδιορθώσεις στα βαθμολογικά κέντρα, ίσως μια καταδίκη αλλοδαπού στην Ομόνοια.
Το αγιόκλημα και το γιασεμί, η απάντηση βρίσκεται στην αγωνία του φτωχού για ακαλαίσθητη ευαισθησία, αλλά αυτό δεν σας ενοχλεί, βρισκόμαστε όλοι σε ένα είδος καραντίνας.
Οι ερωτήσεις των παλαιών σύννεφων στο βοριά που ξορκίζει τις αναπνοές των τριαντάφυλλων, μια σιωπή μετά το δείπνο των συντρόφων, ο έλεγχος στα Προπύλαια, η δικιά μας πλατεία, η σειρά των ταινιών, μια διαδικασία του μοντάζ, διεκπεραίωση.
Καταγραφές των ελεύθερων χρωμάτων στα μάτια των γυναικών που αμφισβητήσαμε, στα γήπεδα των εφήβων και στα ανήλικα φουστάνια που κρεμάσαμε στα παράθυρα, τσιγάρα χωρίς παρασύνθημα, χωρίς αλτ και πορείες, το ουρλιαχτό της κίσσας όταν σου κλέβει το δαχτυλίδι.
Ο Γιάννης , το αίμα στα χείλια του, η μοναξιά, και το σεντόνι που κρατούσες σαν ενθύμιο μιας συναυλίας, χωρίς λέξεις, και οι στολές να φοριούνται στα κρυφά, έτσι σαν πρόσχημα, μικρές νύχτες, του ραδιόφωνου τα χασάπικα, συρματοπλέγματα.
Πάντα επιστρέφεις, η μαγεία μιας αυλαίας, τα πρωινά των κερμάτων, οι δημοσιογράφοι των απογευμάτων, μακαρονάδες χωρίς σάλτσα και τα εντόσθια των φοιτητών να γίνονται κέρασμα στην ηλιοθεραπεία μιας κυρίας, μια ζωή γεμάτη ζάχαρη και απορίες, χωρίς πορείες, μόνο η μυρωδιά του βάλτου.
Άδειο πορτοφόλι, χωρίς ντροπή, με λάθος τρόπο, με ένα tango στην Αλόννησο, γλυκιά ζωή των πεζοδρομίων, η Εκάβη στα τείχη.
Οι μπάντες της κόλασης, η δικιά μας πλευρά και ο ψίθυρος των ναυτικών που αγάπησαν το τέλος των κυμάτων, σπείρες ενός κοσμήματος που χάθηκε στην άμμο, η βροχή, τα προσωπικά δεδομένα, όνειρα περιστασιακά των ρυθμών ενός πετάγματος.
Ατέλειωτη γη με του φλάουτου το ρίγος, κελύφη οστράκων και ο λαμπυρισμός του ήλιου στα μαλλιά σου, χάρος αρχάγγελος και το κορίτσι σου χωρίς σημαία να έχει τη δύναμη του ξανά και του λάθους, η οθόνη της τηλεόρασης, καλοκαίρι χωρίς αναπνοή, έκτακτη εκπομπή, η μουσική παίζεται στο δρόμο.
Τα κενά ανάμεσα στις λέξεις, το αίμα δεν ξεγράφει τη βουτιά των μεγάλων μυστικών, τα ζάρια των νυχτερινών διαδρομών, όλα είναι η φλόγα που σκεπάζει τη σιωπή, λευκή σαν την αγάπη.
Το χαμόγελο της έκρηξης, οι λεπτές γραμμές των φρυδιών σου, σηματωροί της τρικυμίας, αδέσποτα απογεύματα καλοκαιριού.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|