ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   
Διήγημα
 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ

Urban Wings



Λατρεύω τη θάλασσα όταν προδίδει τα ηλιοκαμένα πρόσωπα, τινάζοντας τα παπούτσια της χαμογελαστή, κυκλοφορεί στους δρόμους που ισορροπούν πάνω στις πόρτες και καταριέται τα ατίθασα σπουργίτια, διαβάζει δυνατά τους ύμνους του Σολομώντα με σκονισμένα  ρούχα να κολλάνε πάνω στο κορμί της.
Τραβάω σαν βλάκας πάντα το μικρότερο σπίρτο, κάθομαι όλη τη μέρα και διαδίδω ψέματα στο καφενείο, στέκομαι μαρμαρωμένος και βουβός μπροστά στις φωνές που αλλάζουν, μου τρυπάνε τα κοκάλα εκεί ακριβώς που φτιάχνεται το τραγούδι, δουλεύω κρυφά χωρίς να με παίρνουνε χαμπάρι, σκουντάω με το δάχτυλο τα κράνη των αστυνομικών, γράφω στο τεφτέρι μου για το φλιτζάνι που μου χάρισε ένα κομμάτι από μπλε ύφασμα, σκεπάζω το πρόσωπο μου όταν μαζεύουν υπολείμματα από σύρματα, χαμόσπιτα  που δαγκώνουν στην άκρη της γλώσσας, καημένο μου στόμα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τ' όνειρο.
Δεμένοι με χειροπέδες κι ανοιχτά πουκάμισα, αντικρίζουμε το άσπρο άτι, γυναίκες με σκαμμένη σάρκα και παραθυράκια στη φλούδα, ένα κερί στο κέντρο, φέγγουν μέσα από τους πόρους τους καθισμένες στις αυλές των φυλακών, δυνατές λέξεις που δεν κατάφεραν να επιζήσουν, πέφτουν στα κεφάλια μας, ξεφυτρώνουν στις ταινίες που δε θέλουμε να δούμε, δέκα φορές συνεχόμενες, ακόμα και στους τοίχους, ακουμπισμένοι στα κάγκελα μιας παιδικής χαρά.
Σημαδεμένες τράπουλες για καινούριους φίλους, περνάνε κάμποσο καιρό μαζί τους και ύστερα αρχίζουμε  τα εμβατήρια θέλοντας να χορτάσουμε τις τελευταίες χαρές, γυρεύουμε να κάνουμε καλή εντύπωση, καταναλώνουμε το οξυγόνο που υπάρχει στα μυστικά που μας έχουν εμπιστευτεί, ακολουθούμε τον τρελό από στροφή σε στροφή, πλαγιάζουμε και ζητάμε τις αλυσίδες μας να μας ξυπνήσουν.
Παλεύω με τα σκαλοπάτια που κουλουριάζονται τρομαγμένα μπροστά στην εξώπορτα, αφουγκράζομαι με τεντωμένα αυτιά τα κοκαλιασμένα δάχτυλα να ψιθυρίζουν ακατανόητους ήχους, πουλιά με το άρωμα των λουλουδιών και το κρύο να νιώθει την πίκρα της αιχμαλωσίας μου, ψωμί με υπογραφές και πινακίδες στο κέφι μου, καμένα θεόξερα γιασεμιά, κλαίω με λυγμούς για το ταβάνι που στάζει κόκκινο κρασί, θα το σκάσω, δεν έχω καμιά όρεξη να γεράσω κουβαλώντας ζωγραφισμένα γράμματα, η θλίψη γράφει την απάντηση.
Έχουμε αμφιβολίες αν νιώθουμε ένα τσίμπημα στη καρδιά όταν τσιγκουνευόμαστε τα λόγια μας, γεννημένοι με τη σκάρτη οργή των διηγήσεων, σκονισμένες σειρές καθισμάτων, γλεντάμε σαν τα παλιά μαχαίρια που τα θυμήθηκαν και άρχισαν ξανά να τ' ακονίζουν, οι χαραμάδες απ' τις πόρτες μας κυνηγάνε, φαίνεται θα έχουμε επισκέψεις.
Έπεσα χάμω χωρίς ευτυχώς να σπάσω, γέμισα αμφιβολίες και άνοιξα το στόμα μου μπροστά στην εικόνα του κτήνους, βάζοντας ανταλλακτικά στις κουβέντες για τα βασανιστήρια των θλιμμένων ματιών, εισιτήριο για το μεσημεριανό καύσωνα, μέσα σε κατασκότεινες αίθουσες αντικρίζουμε τα άδεια σκαμνιά που χάιδεψε το φεγγάρι, είμαστε δέματα με βιβλία, δε χρειάζονται άλλον υπάλληλο.
Τα χτυπήματα του σφυριού πάνω στο αμόνι και το δρεπάνι να συλλαβίζει στις τσακισμένες σελίδες του ουράνιου τόξου, γυναίκες που χωρίζουν για τη διαδικασία του αλέσματος, μας πετάνε κατάμουτρα τα ψίχουλα που βγάζουν απ' το στόμα τους, το φως σχίζει το λεπτό ύφασμα της πολυθρόνας του σύννεφου, δεν ήμαστε ποτέ ως τώρα τόσο παιδιά.
Πικρός βοριάς σα δηλητήριο να τρώει τη σάρκα απ' τις σκηνές των θεάτρων, τελευταίος πειρασμός να γεφυρώσουμε το χρόνο με την κόλαση, τηλεοράσεις αναπαράστασης εγκλημάτων σε σώματα χωρίς πουλιά και οινόπνευμα, πολύχρωμα σώματα με ψηλά τακούνια που χορεύουν στους ρυθμούς της άγονης γραμμής του φόβου, χωρίς να εργάζονται, γέννιουνται με κάθε ανάσα στο κενό. Φασαρία παρατεταμένη της ορμής των αμμόλοφων, πιο κάτω απ' τον ορίζοντα του ένστολου ιερατείου, αποστροφή για τα απόκρυφα αποτυπώματα, ερωτευμένοι με την κόκκινη λίμνη της ζωής, με τους σκελετούς στα βαγόνια της λήθης, αναστάσεις χωρίς Επιτάφιο και καινούρια κόκκινα μποτάκια, μονότονες συντροφιές που τυπώνουν τα σπλάχνα μας σε αφίσες, ένα σακάκι με στοιβαγμένα χαμόγελα.
Ταβέρνα αναποφάσιστη, τρέλα και καταστροφή των ιστοριών, άγνωστο τέλος, περιπέτειες ενός καλού συγγραφέα που βγαίνει στην επιφάνεια σαν έρωτας στον πόλεμο των αγίων, στις βασιλικές πομπές και στην κούραση του μυαλού, στα απομακρυσμένα κάστρα και στη γλώσσα που κουράστηκε, κοιταζόμαστε κατάματα, φιγούρες με είκοσι δύο φύλλα, σιγουριά και πλούτος στην κίνηση του χεριού, γυναίκα που χαϊδεύεις τα όνειρα, ακούμπησε στο τραπέζι ένα άλλο χαρτί, άρπαξε τα όπλα και πήδηξε στη σέλα.
Ερωτηματικά που χάνουν τα χαρακτηριστικά τους, σκέψεις που έπρεπε να αποκλειστούν, τσαρλατάνοι του παραδείγματος, τελευταίο χαρτί των φρουρών η ανάσα σου, νύμφη των νερών στα χέρια του Διαβόλου, με τα μαλλιά λυτά και δυο ρουθούνια σκαμμένα ως την πόρτα σου, κίτρινες απαγορεύσεις του κάτω κόσμου.
Πολύτιμες θήκες των σκήπτρων και οι στέγες να αγγίζουνε την πόλη μου, σπασμένα κλαδιά του έρωτα και τα πρόσωπα να ακολουθούν τα χνάρια των ηττημένων, ταρό του κόσμου και των μωσαϊκών της ευκαιρίας, λευκή γενειάδα που διασπά τις γραμμές των ερωτικών κρεβατιών, όμορφες κυρίες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Ο πόλεμος της αυγής και η βασίλισσα να μεταμορφώνεται σε αδιάκοπη αποσύνθεση, χέρια που λάμπουν από νομίσματα , απλωμένα χαρτιά, αρχίζουμε πάλι από την αρχή.
Ταβέρνα των αναποφάσιστων που δένει το ένα χαρτί με το άλλο, βάσανο της κορυφής του δέντρου, χρώματα κόντρα στα ξανθά μαλλιά, πηγάδια με γυμνό σπαθί, πάνω στους ώμους του ουρανού, κορμί με ρόλους. Όλες οι ιστορίες περνάνε γρήγορα σαν στροφές ενός χορού που ρίχνεται κάτω από τον πάγκο, μοχλοί που σκοτεινιάζουν τις γαρδένιες των στρατοπέδων, άσπρα ερπετά καρφωμένα στο χώμα, το κάλεσμα του συναγερμού.
Αρπάζω με τη γλώσσα μου το πεδίο της μάχης, σαπισμένα γεύματα  καλοζυγισμένων σεμιναρίων, στήθη γραφών και υγρών πορτρέτων, η πρώτη ακτίνα της κουκουβάγιας, τα χείλη σου, τα έμμηνα των αγχωμένων βλεμμάτων.
Ηλεκτρική βλάβη, ιππότες που διακρίνονται για την ουράνια απομίμηση παλιών συμβόλων, σκληρή μαθητεία της νάφθας και της δέσμης των χρόνων της ξηρασίας, σειρά από συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ, μια κίνηση χαρίζει έμπνευση και οράματα.
Ένα οπλισμένο χέρι, ανάμεσα στα σύννεφα των σκισμένων χαρτιών, φαρδύγυρα καπέλα των περγαμηνών, άγγελοι χειρουργοί της μονόγραμμης σχέσης μας, ακολουθίες των κατακτήσεων, ήρωες στο χώρο των μορφών που προσφέρονται σε κοινή θέα.
Αρχίσαμε να αναγνωρίζουμε τις επάλξεις του τρόμου, αναπαράγουμε το χαλάζι της τρέλας, απροκάλυπτα στηρίγματα των αναποφάσιστων δωματίων, γυάλινες καρδιές ανυπεράσπιστες, νεκροτομείο των σημειωμάτων και των νόμιμων κληρονόμων, χρώματα που κόβονται στη μέση, έγχρωμες μινιατούρες εσωτερικών επιταγών, κάρβουνα σε κανόνες παιχνιδιού μέσα στα μαγικά τρίγωνα του περιορισμού των γραμμένων λέξεων, μισοκατεστραμμένο  ρεπερτόριο, έτρεχα.
Μοιραίες γυναίκες έμπαιναν στον ίδιο λαβύρινθο με τους πρίγκιπες που μπορούν να έχουν αρχές, γρανάζια που ζουν στις οθόνες των υπολογιστών, υπόγειες τρύπες, γέροι που αρπάζουν τα χαρτιά ο ένας από τα χέρια του άλλου και σέρνονται πίσω από τους κομμένους κορμούς με σιδερένια δέρματα και ασημένιους γοφούς, περήφανα οχυρά νυχτερινών ουρλιαχτών.
Ολόκληρο σκυλολόι, ψάχνουμε να βρούμε υλικά για τα μολυσμένα σύνορα, τυχαία υλικά, καλώδια που κλωτσάνε και χτυπιούνται, οι μπερδεμένες χειρονομίες του ηλίου, δυο γυναίκες να κοπανάνε στο γουδί τα φτερά του ουρανού, μακριά νύχια αρπακτικού να καρφώνουν στο πρόσωπο μας τις στροφές του χορού, μοιάζουμε σαν ξύλα βυθισμένα στο χώμα, με μακριά λυμένα μαλλιά σαν χρυσάφι.
Απαγορευμένες εντυπώσεις, ένα παγώνι, φως του αστρολάβου και της οροφής, φιγούρες που κατοικούνε στη μοναξιά, δυο μορφές ταυτόχρονα στη σελίδα, πεδία μάχης. έρημη πλατεία.
Και τώρα τα'χε ολότελα χαμένα, καθώς δεν έβρισκε τις σκάλες, κρατώντας το μαντίλι πάνω στο μέτωπό του. Ο Μιχάλης έκλαψε. Δεν ξέρω και καλά, αλλά νομίζω πως έκλαψε βασικά για τις σκάλες.
Έλυσε την ποδιά και τις σκούπισε, τις σκούπισε με προσοχή σαν νάταν βάζο νυφιάτικο της γριάς του, δεν ήθελε να μείνουν σημάδια, δεν ήθελε κανένας να τον ακολουθήσει, δεν ήθελε να ξέρει το δρόμο για την έξοδο, δεν ήθελε να το βρει ποτέ ξανά.
-Κι αν έρθουνε;
-Φούσκωσε το χρώμα στη ψυχή μου. Δεν υπάρχει ομορφότερο πράγμα από μένα.Κρύβω μέσα μου τη μεγάλη αγάπη.Είμαι στοιχειό της λάσπης, στην πόρτα στέκομαι και με τα όνειρα κεντάω τα ρούχα που κλέβεις στις γιορτάδες.
-Αυτό ζητούσες; Εμείς ανοίγουμε πλατιά την πόρτα και σταματάμε στο κατώφλι με γυαλισμένα χέρια απ' το κάρβουνο.
-Εντύπωση που έκανε ο ερχομός σου.
-Τα χέρια μου πονάνε απ' τα κουπιά .Υπάρχει μόνο ένα παράγγελμα.Ο άγγελος μπροστά στο νόμο , βαδίζει σα το χαμόγελο μπροστά σε τσίρκο, αναμμένο κερί πάνω στο τραπέζι.
-Εγώ κερνάω το χρόνο με τα φρονήματα των άλλων. με τα μάτια κατεβασμένα τρυπώνουμε σε μια γωνιά.Έτσι στα καλά καθούμενα.Εμείς, καμαρώνουμε για τα λεφτά μας και σεις για τις γνώσεις σας.
-Το ξέρουν.
-Καρφώνουν τα μάτια πάνω στα μπουκάλια και στα γνεψίματα της παρέας.Ο αγέρας έξω εξομολογείται με χαδιάρικο μουρμουρητό...Δε μ' αρέσει να μιλάνε για θάνατο.Τι τους διώχνει λοιπόν από κοντά μου.Έτσι, στα καλά καθούμενα χωρίς καπέλο στο κεφάλι.Σε συνοδεύω με το βλέμμα.Τράβα!  
Νιώθει καλύτερα τώρα. Μόνος ανάμεσα σε σκοτεινούς διαδρόμους, κλειδωμένες πόρτες γραφείων, λαίμαργων υπογείων, απόρρητων αρχείων, μισοκρυμμένων τσιγάρων στις άκρες της μοκέτας.
Τώρα είναι μια χαρά. Μπορεί να αρχίσει το παιχνίδι που έχει σχεδιάσει, να το κάνει πράξη, να το διορθώσει αν χρειάζεται, να του βάλει επίπεδα δυσκολίας, να βρει τρόπο μέτρησης των επιτυχιών ή των λαθών ενός παίκτη, πως θα ορίζεται ο νικητής, πως θα τελειώνει.
Του ήρθε έτσι ξαφνικά η ιδέα, ένα απόγευμα παρακολουθώντας ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για ποντίκια.
Είχαν βάλει ένα μικρό γκριζωπό ποντικάκι σ' ένα τεράστιο λαβύρινθο, ανοιχτό από πάνω για καλύτερη παρατήρηση, και παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις του, καθώς προσπαθούσε να βρει τρόπο να ξεφύγει από τα στενά δρομάκια που το περιτριγύριζαν, που του έκοβαν το δρόμο, που του εμπόδιζαν να φτάσει την πηγή της ιερής μυρωδιάς που το τραβούσε κοντά της ξανά και ξανά.
Είχαν βάλει οι αθεόφοβοι μικρά κομματάκια εκλεκτού τυριού σε κάτι σημεία και κείνο έψαχνε απεγνωσμένα να τα φτάσει με κάθε τρόπο.
Στην αρχή υπήρχε μόνο ένα, ύστερα ο αριθμός μεγάλωσε δυο, τρία, πέντε, επτά, εννιά, έντεκα, δεκαεφτά, είκοσι τρία. πολλά κομματάκια τυρί.
Στο τέλος είχαν γεμίσει τους διαδρόμους γύρω του.
Κι ενώ είχε ξεκινήσει δυναμικά, με τρέξιμο πάνω κάτω, κουτουλιές στους τοίχους, νυχιές στους διαδρόμους, εξερευνήσεις με τα μουστάκια, άτσαλες τούμπες στις στροφές και ξαφνικά σταματήματα για απανωτές εισπνοές, έμεινε ακίνητο.
Δε σάλευε καθόλου, μόνο ανάπνεε, γρήγορα στην αρχή, ύστερα πιο σιγά, πιο σιγά , καθόλου.
Τα συμπέρασμα ήταν ότι τα πολλά μηνύματα που δέχτηκε συγχρόνως και η έντονη προσπάθειά του να βρει λύση το οδήγησαν σε νευρική κατάρρευση, ένα μικρό κόκκινο μπαλόνι φούσκωσε, μεγάλωσε, γέμισε το γκρίζο κεφάλι, έσκασε με κρότο, ο φίλος άδειασε, παραιτήθηκε, ησύχασε.
Αυτός όμως δεν κινδυνεύει, δεν του αρέσει το τυρί εξάλλου, ούτε κάποιο φαγητό ιδιαίτερα, με επιλογή του βρίσκεται εδώ κλεισμένος στο πολυώροφο κέντρο, δε ψάχνει καμία λύση, δε θέλει να ξεφύγει από τους διαδρόμους του, δε τον κυνηγάνε υγιείς και αξιοπρεπείς. δε του αρέσουν οι ακροβάτες, τα θαλασσινά μπάνια, οι εξέδρες στο Καραϊσκάκη, το νομοσχέδιο.
Δε ψάχνει καμία λύση.
Τώρα, αυτό όμως ; Το παιχνίδι του θέλει βελτιώσεις, διορθώσεις, μετρήσεις.
Ναι. Αλλά αυτό είναι κάτι άλλο. Παιχνίδι, παίζω, παιδί, παιδότοπος. Δεν πιέζεται έχει χρόνο, ολόκληρο Σαββατοκύριακο έχει μπροστά του. Θα ηρεμήσει, θα το σκεφτεί, θα κάνει δοκιμές, θα το παίξει μόνος του να δει πως τρέχει το πρόγραμμα, θα κάνει τα διαλείμματά του, θα πάρει και κανένα υπνάκο.
Αυτό του έλειπε να αγχωθεί κιόλας για ένα παιχνίδι.
Το παιχνίδι του.
Ψάχνει να βρει τσιγάρο. Να δεις που τα ξέχασε. Και νόμιζε ότι τα είχε βάλει στη μέσα τσέπη του παλτό του, μαζί με τον πράσινο αναπτήρα. Να τα έχασε λες όπως ανέβαινε τις σκάλες;
Ρίχνει μια ματιά τριγύρω, κατεβαίνει τις σκάλες, προσπαθεί να ανοίξει μια πόρτα, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έβδομη, ένατη, ενδέκατη,. πολλές πόρτες.
Τζίφος. Ανεβαίνει ξανά, στρίβει στο τέλος του διαδρόμου, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, προσπαθεί πάλι με τις πόρτες, στρίβει ξανά, λαχανιάζει, ιδρώνει, κάθεται στο πάτωμα.
Μα να τις έχουν κλειδώσει όλες. Που ξέρεις αν ήταν κάποια ανοιχτή ίσως κάποιος να είχε αφήσει τα τσιγάρα του.
Ξέρεις, κάποιοι έχουν πάντα ένα πακέτο στο συρτάρι για να μην ξεμείνουν.
Όταν έχει δουλειά που να τρέχεις στο περίπτερο της λεωφόρου ν' αγοράσεις. Άσε που όταν δε δουλεύει το ασανσέρ ποιος ανεβοκατεβαίνει τόσους ορόφους και τον προϊστάμενο... που το βάζεις;
Το είπε ξεκάθαρα την άλλη φορά.
-Η απουσία σας έστω και λιγόλεπτη χωρίς σοβαρό λόγο σημαίνει αυτομάτως περικοπή μέρους του ημερομισθίου σας. Κι αυτό για την πρώτη φορά. Αν επαναληφθεί, η ποινή θα είναι αυστηρότερη. Δεν το θεωρώ απαραίτητο αλλά σας ανακοινώνω ότι παρακολουθείστε. Η παραμικρή διαφοροποίηση είναι απόδειξη αναρχικού φρονήματος. Γι αυτό προσέξτε!
Αυτός δεν καπνίζει στη δουλειά, φοβάται, δεν είναι εποχή για επαναστάσεις. Κάποιος νέος υπάλληλος που είχε κάνει καβάντζα το καζανάκι της τουαλέτας, πιάστηκε στην πρώτη ρουφηξιά και απολύθηκε αμέσως.
Όχι ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Επιτρέπεται. Κάθε τρίωρο υπάρχει δεκάλεπτη στάση για να ξεκουράζονται τα μάτια. Τότε κάνεις ότι θέλεις. Πας στην καντίνα, πίνεις ένα εσπρέσο, λες δυο κουβέντες στο καπνιστήριο, ξεμουδιάζεις τα πόδια, γελάς, τραγουδάς, ονειρεύεσαι.
Όλη η μιζέρια της αποτυχημένης ζωής μετά το αποτυχημένο ταξίδι της μοναξιάς, μέσα στο νερό, μέσα στη στάμνα που σπάει.
-Τα κεριά καήκανε και σβήσαν. Ένα μελαγχολικό και δυσάρεστο σκότωμα της ώρας.Ανδρείκελα προορισμένα να υπηρετήσουν αξίες.Εκεί βαθιά στο είναι μου υπάρχει κάποιος που θυμάται αυτή τη στιγμή που διαφεύγει, μια απόδειξη πίστης και υπακοής.Επιστρέφω ικανοποιώντας τις απαιτήσεις μου.Αυτό το ταξίδι της ανατολής είναι γεμάτο εποχές ,όνειρα και ύπνο, γυμνό κεφάλι και μπλε πουκάμισα.
-Λέκιασαν η υπομονή και τα ταξίδια μου. Ο ιδρώτας σου χαϊδεύει το λαιμό μου τα μεσημέρια που σ' αρνήθηκα. Τα μαραμένα φύλλα και οι ερωτήσεις που ποτέ δεν απάντησες.Τότε που ερωτεύτηκα.Θα σου 'λεγα μια κουβέντα.Σατανικό κρασί με κρυφό σκοπό που φέρνει συνθήματα και φασαρίες.Θάρθει η μέρα να υποφέρουν για μένα.Μέσα στο σκοτάδι πάνω σε καρέκλες, αμίλητοι να με κοιτάζουν.Δε μέτρησα τις στιγμές και δε θέλω καν να τις μετράω.Τα λέω για να καταλάβεις...Εσύ τώρα παντρεύεσαι.     
Σηκώνεται, τρέχει μέχρι το τέλος του διαδρόμου για να ζεσταθεί.Nα το ξεχάσει κιόλας. Του άρεσε. Το κάνει ξανά.  Ξανά και ξανά. Μπρος πίσω. Κάποτε ήταν αθλητής. Τότε μάλιστα. Είχε μεγάλη αντοχή. Ο προπονητής έλεγε ότι ήταν μεγάλο ταλέντο. Μετά εξετάσεις, σχολή, στρατός, τα παράτησε.
Ο αέρας βγαίνει σφυρίζοντας απ' τα πνευμόνια, φώτα ξαφνικά, ο χρονοδιακόπτης, αερόλυμα για εισπνοές σταθερών δόσεων.
Σιχαίνεται το λευκό φως, το φως των νοσοκομείων και των super market, το φως των σαλονιών και των διδακτηρίων, το φως της ανάκρισης, το φως των νεκροτομιών και των αποφάσεων, το φως που ρίχνουν στα μάτια σου όταν πρέπει να δηλώσεις την άρνηση ,τα φώτα που δεν έχουν χρώμα αλλά μοναδικό σκοπό να βλέπεις τους αριθμούς στα υπόστεγα, άδικα φώτα, φώτα χαφιέδες στης φωτιάς το γειτόνεμα, εξακρίβωση στοιχείων, Εξάρχεια, Μεταγωγών, μεσάνυχτα.
Το φως του μπάνιου, ατμοί και το ξυράφι να γλιστράει ανάμεσα στα πόδια της, αντεραστής του κορμιού που δε χόρτασε, με το κραγιόν ζωγραφίζει στο στήθος της αυτά που το στόμα φοβάται να πει σαν τα χρώματα χάνονται, αχάραγα Δεκέμβρης.
-Θυμάμαι που κλαδεύανε τις εκδρομές και τα κύματα, τα χρήματα των κύκνων και τις τριμμένες πόρτες, χέρια που δεν έχουν πληρώσει ενοίκιο, μαχαίρι που γράφει με σημάδι την αρχή του έρωτα. στεγνός καιρός γεμάτος διηγήματα και χέρια του φονιά, άλικος δρόμος...Χαλάζι στα μεσημέρια της φωνής της.Τσακισμένη γλώσσα που φυλακίζεται στον κίτρινο άνεμο και στα χρυσά των ιπποτών τα βλέφαρα.Ιερουργείς ακόμα και στον ύπνο σου.Φωνάζεις στα χρόνια των ερώτων.Βουβή στάμνα χωρίς τρυγόνι, χωρίς τον ήχο της ελεημοσύνης, χωρίς διάδοχο στο θρόνο του πόνου.Κούνια των προφητών.Ζωή.
-Πλύσου στη βρύση που σκύβουν οι μουσικές με το φαρμάκι του γιαλού στον ύπνο τους.Λάμπα της λύπης και λαιμός μιας λεύκας που ξοφλά τα χρέη της.Γονατιστή στα εκκρίματα των κυνηγημένων και στ' ονόματα, μύρο στο θρόνο του βελούδου και στα μάτια σου.Αναπαύσου μονάχη.Κοιμήσου.  
Ξαπλώνει στη σκόνη, ανοιγοκλείνει πόδια και χέρια για να κάνει τον άγγελο της σκόνης που του έμαθε να παίζουν σε μια μισογκρεμισμένη κατοικιά στην Ικαριά, δίχως φως, γεμάτοι έρωτα, γεμάτοι νιάτα, κραυγές που ξορκίζανε, ματιές που ορίζανε, μαρμαρόσκονη στα χέρια, άφιλτρα, Αύγουστος.
Άσπρα εσώρουχα κρεμασμένα στα μπαλκόνια, γίνονται φώτα ξεπηδάνε απ' τους τοίχους, τέρμα τα γκάζια θα ξεράσουμε τους ήχους, σκάρτη γιορτή.
-Μυρίζω τ' άγγιγμά σου.Τσιγάρο που καίει την ερημιά.Κυρίες της αυλής .Παραδουλεύτρες οξειδωμένες, λεκέδες συρταριών, επιστολές οινοπνεύματος, γυμνές κοιλιές σκύλων στο νεκροταφείο αντίκρυ, λέξεις των αγίων, παράθυρα.
-Μόνο δυο αλλαξιές.Τα χέρια  ζωγραφισμένα με φρουρούς και μπλε χρυσάνθεμα.Ανήκεις σ' άλλους.Μυστικά του κινδύνου.Πρόβες σε γυάλινες βιτρίνες.Τα φαρμακεία της αυταπάτης.Τα σκουπίδια.Η επαρχία της φωτογραφίας και των διαλέξεων, των μουσικών θιάσων και του καημού, η επαρχία των θανάτων στον ύπνο, η επαρχία των πορνείων και της ομοιοκαταληξίας, η επαρχία που μετρά τα έξοδα των κοριτσιών, παγωμένα φτερά, γιατρικό της νομιμότητας.
-Οι φίλοι φορούν το κραγιόν των σκοινιών και τις αυταπάτες του αίματος.Λιμάνια που κουρνιάζουν άρρωστοι.Μυστικά του τρόμου των παραισθήσεων.Βαφές .Μεταφράσεις της αρρώστιας.Ερωτικές συνταγές δεμένες με την έλλειψη του θάρρους.Θυμωμένα κρεβάτια...Πορφύρα.Ανθρώπινα.
-Μεγαλώνουμε στις στάχτες των καφενείων.Στα σανίδια των αινιγμάτων.Αρχάγγελοι των μηδενικών και του κονιάκ.Αμμουδιές χωρίς οράματα.Τυλίγομαι με λιβάνι και νάιλον.Ντύνομαι το φεγγάρι των ναυαγίων.Ιδιόχειρα.
Αρχίζει να μετράει τα φώτα της οροφής, δύο, έξι, οκτώ, δεκαπέντε, είκοσι πέντε, τριάντα δύο, εκατό, εκατόν δεκαεφτά, διακόσιες εννιά.
Σταματάει το μέτρημα. Δεν το νοιάζει το μέτρημα. Νιώθει ελαφρύς σαν να τρέχει στο κενό. Ακούει πρώτα τους χτύπους της καρδιάς, ύστερα το αίμα να κυλάει στις φλέβες, να χορεύει  στο λαιμό, στο κεφάλι του.
Είναι ελαφρύς, είναι ένα τεράστιο ταμπούρλο που χτυπάει όλο και πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο επώδυνα.
Είναι το αίμα. Αφρίζει, ξεχύνεται από παντού. Από τους σκοτεινούς διαδρόμους, από τις κλειδωμένες πόρτες των γραφείων, από τα λαίμαργα υπόγεια, από τις άκρες της μοκέτας.
Αναπνέει απανωτά, γρήγορα, σιγά, πιο σιγά καθόλου.
-Λοιπόν, κύριε Συντονιστή;
-Ίσως να φταίει ο φωτισμός. Φέρτε το επόμενο υποκείμενο!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ

 
 
Φύλλο αρ. 195
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 15 Ιουνίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ειδήσεις
ΚΟΜΙΣΙΟΝ - Θαλάσσια ρύπανση από το Sea Diamond: "Οι ελληνικές αρχές δεν υπέβαλαν συγκεκριμένο αίτημα παροχής βοήθειας."
ΣΥΝ-ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ -  "Κύθνος: Όλα τα έργα στον αέρα!"
Βραβεία παγκυκλαδικού μαθητικού διαγωνισμού εικονογραφημένου παραμυθιού - ποιήματος - φωτογραφίας
ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Υποψηφιότητα Αρμάου
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΝΑΞΟΥ - Αλληλεγγύη στη Μαρία Βασιλάκη
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ - Ερώτηση για την προστατευόμενη περιοχή Δυτικής Μήλου
ΣΥΝΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ  - Παρέμβαση στη συνεδρίαση του νομαρχιακού συμβουλίου (7-6-07)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ - Ερώτηση για τις κατακόμβες της Μήλου
Περπατώ τα μονοπάτια της Σύρου
ΕΝΩΣΗ  ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ  ΔΗΜΟΣΙΩΝ  ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ  ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΥΧΩΝ  ΑΝΩΤΑΤΩΝ  ΣΧΟΛΩΝ
Μερική αναστολή απεργίας - αποχής από εκτός έδρας μετακινήσεις

«Πράσινο φως για την παράδοση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας  στους ιδιώτες έδωσε το Νομαρχιακό Συμβούλιο Κυκλάδων»
ANTεπΙθέσεις
Εκλογή με την . ψυχή στο στόμα
ΣΤΡΑΒΑ κι ΑΝΑΠΟΔΑ

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος

Απόψεις
Την κολοκυθιά παίζουν με την θέση του Διοικητή του Νοσοκομείου της Νάξου! - ΡΗΓΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Το άλγος του τοπικού τύπου - ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΛΕΠΟΥΡΑ
"Η προστασία του περιβάλλοντος δεν έρχεται σε σύγκρουση με την ανάπτυξη" - ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ
Υπουργός «Μαυρογιαλούρος» ο κ. Παυλίδης - ΡΗΓΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Αντιμετωπίζουμε   συστηματικά  τα περιβαλλοντικά θέματα - ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΚΑΒΑΛΛΑΣ
5 Ιουνίου: Παγκόσμια Μέρα Περιβάλλοντος! - ΝΙΚΟΣ ΣΥΡΜΑΛΕΝΙΟΣ
Πολιτισμός

ΕΚΘΕΣΗ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ - Γ.-Φοίβος Σαργέντης  - "Η Αφύπνιση του Μύθου"

ΒΙΒΛΙΟ
Φεγγαράδα στο δέρμα, Ασημένια Σαράφη
ΣTA IXNH THΣ OYTOΠIAΣ. TO ΦIΛEΛΛHNIKON ΠAIΔAΓΩΓEION ΣYPOY KAI H ΠPOTEΣTANTIKH OMOΓENOΠOIHΣH THΣ OIKOYMENHΣ KATA TON 19ο ΑΙΩΝΑ - Σμυρναίος Αντώνης
Διήγημα
Urban Wings - ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ