Ο βόμβος των μηχανών να σου τρυπάει τ' αυτιά και τα μάτια, η μυρουδιά του καφέ και μιας κολόνιας, ανώνυμη υπόσχεση για κουβέντα, έτσι για να περάσει η ώρα, χωρίς να ξοδέψεις πραγματικά τίποτα, χωρίς να θελήσεις τίποτα, ημερολόγια ταξιδιών με αναγκαστικούς προορισμούς, σαν ναύλοι στο πουθενά, ναύλοι καραβιών χωρίς ύφαλα.
Οι λεπτοδείκτες,(και) μια κρεμάλα να σιωπά κι ας γουστάρει να κατέβει στις γειτονιές με των Κυθήρων τα κουδουνίσματα και των ζευγαριών τους περιπάτους κάτω από τον πύργο του Άιφελ, κλεισμένα τηλέφωνα των αντιδράσεων και η μαύρη τσάντα σου στο διπλανό κάθισμα, η γοητεία που έχει το σβήσιμο ενός τσιγάρου καθώς ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου.
Σηκώθηκες κρατώντας τα μαλλιά σου πίσω και τεντώνοντας το στήθος σου μπροστά, χωρίς ντροπή, σαν να ξυπνάς από τον ύπνο, ήχος της μηχανής του ταμείου και ο ήλιος να γεμίζει τα τζάμια με σύννεφα ροζ, τελείωσε ο καφές , πρέπει να παραγγείλω το θάνατο.
Γκρι καναπέδες και μια παρέα να συζητά για την ανάγκη τους να προσφέρουν στο καλό του τόπου τους, χωρίς να θέλουν κανένα κέρδος για τον εαυτό τους, αντίποινα για το κακό που οι άλλοι έκαναν σ' αυτούς, δικαιολογίες για τις καμένες λέξεις που ξεστομίζουν στις βραδινές τους παρακολουθήσεις, δεν έχουνε άλλωστε γλύψει ποτέ κανένα, δεν υποσχέθηκαν ότι θα βολέψουν παράνομα ποτέ κανένα, τσιγάρα για το ταξίδι στην Ολλανδία, χωρίς την επίσημη, πρέπει να δουν την έκθεση που διοργανώνεται, είναι κοντά και η Γερμανία, θα περάσουν καλά, ο φωτισμός χαμηλώνει, τα εισιτήρια ακρίβυναν.
Κόκκινο μπλουζάκι με μοβ ζώνη, λίγο αταίριαστο μα και η μέρα δε ταιριάζει με τα μάτια της, μέρα του χειμώνα με μπόλικο ροδόνερο και ζάχαρη άχνη, είναι και η επιγραφή στο μπλουζάκι της που ρωτάει για τη σιγουριά μου, το δάχτυλο της στο πάνω χείλος, ψάχνει για αναπτήρα, ο εξαερισμός μου φέρνει πάντα πονοκέφαλο.
Σταυρόλεξο με κόκκινο στυλό, οι γυναίκες στην αυλή των θαυμάτων του Καμπανέλη, η υγρασία της στέρνας που μας τρυπάει τα κόκαλα, τα παράπονα του ιδιοκτήτη και το κυνήγι της χρυσόμυγας, βήχεις καθώς με κοιτάς σαν να βαρέθηκες να βγάζεις την αναπνοή σου ήσυχα χωρίς κρότους, παιδιά που φωνάζουν ένα Βαγγέλη να παίξει μαζί τους, η ψηφιακή μηχανή που κρατάς στο τέλος θα σ' έχει νικήσει.
Πάμε για των ποτηριών το χορό και για της άσπρης μπάλας που επιπλέει στο τραπεζομάντιλο την αυτοκτονία, είναι αργά να διαβάσουμε τις λεπτομερείς περιγραφές που μας εμπιστεύτηκαν οι άλλοι, η ζημιά έχει πια γίνει, μας έριξαν μες την υγρή αμμωνία και νιώθουμε μόνο καθώς λιώνουμε στο γέλιο των χρηστών μας.
Η τελευταία μαγική πέτρα του χειμώνα, βλέπουμε μόλις ανοίξουμε τα μάτια μας στρατιωτικές φάλαγγες με τέσσερις ορόφους, μπογιές και χρώματα σε κήπους που πηδάνε για να κλέψουν το νερό που ποτίζει τον κάμπο, κλουβιά με κάγκελα και ταμπέλες, λύκοι με χαίτη αστραφτερή, στη γενική αλλάζει ο τόνος.
Όταν θυμώνεις πολύ τρως τους ανθρώπους, χωρίς μαγικά, χωρίς σοφούς και μάντεις, πατάς ένα κουμπί και ανατινάζεις μια ολόκληρη πολιτεία, στρογγυλά τραπέζια που κάθονται τριγύρω σπουδαίοι και τρανοί, πριν να καρφώσουν τα μαγικά παπούτσια, χωρίς να φοβηθούν, χωρίς να κοιμηθούν, στέκονται μπροστά σ' αυτόν που φυλάει το αόρατο, μικρά αρκούδια που σβήνουν τα ίχνη τους.
Άπλωσες τις ρίζες σου στις σπηλιές των δέντρων, μικρές και μεγάλες φροντίδες που φέρνουν την παγωνιά στις πατημασιές των ανθρώπων, ζεστά απογεύματα που ονειρεύονται τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα, φυσάει ο βοριάς στις καλησπέρες των γειτόνων, ονειρευόμαστε τα ζώα να ξεδιψάνε στις πηγές, σε σιδερένια χωράφια, κλειστά πρωινά, έξω στην αστροφεγγιά, ερωτεύτηκα.
Απότομες πλαγιές που παραμονεύουν τη λεία τους, χορεύουνε και χαιρετάνε τους θεατές που βρίσκουν το δρόμο για τα μεγάλα δάση, στα εργοστάσια που μελαγχολούν, βασιλιάδες που μετράνε τα χρυσά κουμπιά μια μπλε στολής.
Όλες οι εβδομάδες του χρόνου δεν υπάκουσαν και δουλεύουν τις Κυριακές, χτυπάνε οι σφαίρες λογαριάζοντας τις μέρες που φτάνουν στη θάλασσα, μικρά πολύχρωμα ανθάκια, κι ο ουρανός να γκρεμίζει τις μάντρες των λατομείων, ψιλό χαλίκι στο ασημένιο γοβάκι σου, πηδάμε στο γκρεμό για να βρούμε το Αθάνατο νερό των γερανών, γέροι κουφοί από τη φασαρία της σκόνης.
Αυγά κρυμμένα στη στέρνα με το πέτρινο πεζούλι, το κορμί της αλλάζει πλέοντας πάνω στο νερό, κόκκινα φτερά να σκαρφαλώνουν στα πλευρά σου, γλίστρησα στην άλλη απάντηση.
Ερήμωσα και χάθηκα στα στριφογυρίσματα της αράχνης, πελώριο χελιδόνι των θερισμένων χωραφιών, ολόισια στις καλαμιές, πάνω από τους εχθρούς και τα μερμήγκια που στήνουν ενέδρες, απορροφάμε τη βροχή, μεγάλα ορθογώνια παραλληλόγραμμα.
Τελειώνουν οι άνθρωποι με αστραπές, με πλατανόφυλλα μπλεγμένα στα μάτια τους, η άνοιξη ανάβει το λαμπάκι του λαδιού, χαλασμένα μπουζί, πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|