ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   
Διήγημα
 

Του Παναγιώτη Πάκου 

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ

            

- Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;  
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ' αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που 'ναι για δυο, δε θέλει πια να 'ναι κανενός.
- Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν' η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ' αλλουνού, σα στη σκιά του.
- Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι  γνωστή η αγάπη που 'χεις για το μέτρημα. Κι ένα 'χεις μέτρο, όχι πολλά, για να 'σ' ακριβοδίκαιος - καθώς λες. Μα πώς το λέν' αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ' ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ' άστρα;
- Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν' αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ' η γη κάτω απ' τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!  
- Σου 'μαθα τι 'ν' η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου 'μαθες τις λέξεις· μα...
- Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα...
- ...μα θέλω να σε μάθω και ν' ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να 'μαι, πέφτω!

 * * *  

Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ' ένα δάκρυ απελπισιάς - μόνο τραγούδια.

Άλλωστ' η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος. Μα η αξία

είναι σ' εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν' ειρήνη στην αντάρα.

Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ' άγιο το σώμα σου. Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ' εμένα να κρατάς τώρα στα χέρια...

* * *

Κρατώ στα χέρια μου το ξίφος - ή μήπως είναι ο αδερφός μου ο Λύγκας που 'χω στα χέρια, κρύος σαν ατσάλινη λεπίδα κι έτοιμος να με υπερασπιστεί; Μονάχα εκείνος θα μπορούσε να μου πει· μα μου 'χει γυρίσει πίσω πια τις λέξεις που του χάρισα, κι η φωνή του κοιμάται μες στη σκέψη μου - τη σκέψη που μου χάρισε.

 

 * * *  

Τέσσερις  άκρες είχ' η γη, δεμένες κόμπο, και σα δισάκι την κουβαλούσ' ο ουρανός στον ώμο του. Μα ήρθ' η ώρα πια κι αυτός να ξαποστάσει: ανοίγει το δισάκι, στρώνει τις άκρες του, και να σου την η πλάση! Έτσι σαν τότε μοιάζ' η γη· μαντήλα που άπλωσ' ο ουρανός μπροστά του για προσφάι, μα ως είδε τι καλούδια τον είχε φιλέψει ο θεός για το ταξίδι, γούρλωσε τα μάτια κι άστραψε χίλιες φορές ο ήλιος από μέσα τους: τι ζώα κάθε λογής, μικρά, μεγάλα, άγρια κι ήμερα, πουλιά πολύχρωμα και ψάρια - άσ' τα λουλούδια, τα δέντρα, τα λιβάδια, τα χιόνια στα βουνά και τη γαλάζια θάλασσα που' χει το χρώμα τ' ουρανού. Και φχαριστήθηκε πολύ ο ουρανός απ' όλα αυτά, που δεν άγγιξε τίποτα, παρά καθότανε και χάζευε το θάμα, και δε ματασηκώθηκε. Λες κι έναν κήπο έχει στο κεφάλι του ο θεός, κι από κει πήρε τα καλύτερα κομμάτια κι έκαμε τη γη. Και τούτ' η γη ήτανε για δυο, και για τα σερνικά και για τα θηλυκά, γιατί μονάχο του τίποτα δεν προκόβει και τίποτα δε ζει.
Έτσι σαν τότε μοιάζ' η γη, κι εγώ, του Πόθου γιος και της Ανάγκης, που 'χω για ταίρι μου ένα ξίφος και την ψυχή μου φοράω λευκό πουκάμισο, τούτη τη γη θέλω να φτιάξω απ' την αρχή, του Όφη τη γη, τη γη μου!

* * *

Μάνα 'ν' η γη:
στους ώμους του την κουβαλάει σαν αγωγιάτης
ο ουρανός. Θεοί κι ανθρώποι απ' τα μαλλιά της
κρέμοντ' αιώνες τώρα, αλλιώς στον άδειο χρόνο
θε να χαθούν, τον που ρημάζει τα παιδιά της.
Μνήμη είτε λήθη: θάνατος. Τ' όνειρο μόνο
μας οδηγεί.

* * *

«Τέσσερις άκρες έχ' η γη»· κι όμως, μυρμήγκι γίνηκα με μιας μέσα στ' απέραντα λιβάδια. Τι να το κάνω που μπορώ να τρέξω πιο γοργά από 'να ... από 'να τι; 'Όλα με προσπερνούν, γύρω μου χάνονται τα ζώα και τα πουλιά. Μονάχα οι θάμνοι και τα δέντρα δεν κουνιούνται όταν με βλέπουν, σάμπως να μη μ' υπολογίζουν. Χώμα ατελεύτητο! Τι κι αν βαδίζω; Σαν ένα στρείδι γαντζωμένο σ' ένα βράχο, που ξεγελά τον εαυτό του πως σαλεύει, έτσι κι εγώ: μόνο το χώμα που πατώ μπορώ να ορίσω.
«Τέσσερις άκρες»· αχ, γη μου και χώμα μου. Τέσσερα πόδια να 'χα, αιώνες τέσσερις θα 'θελα για να φτάσω στην κάθε μια άκρη σου. Αφήνω πίσω μου βουνά, κι άλλα μπροστά μου ορθώνονται, δέκα φορές ψηλότερα·βγαίνω από λίμνες και βουτώ σ' ωκεανούς. Πού να 'ν' οι άγιοι γέροι μου; Πού 'ν' οι γονιοί μας, Λύγκα; Κάτω απ' τα πόδια τους έμοιαζ' η γη με χωραφάκι, κι από την αγκαλιά τους φαινόταν τόση δα, όλη δικιά μας, σαν αγκαλιά κι αυτή, θυμάμαι...

 * * *  

Θυμάσαι, αδέρφι; Σε κυνηγούσα ολημερίς, κι όλη τη γη φέρναμε βόλτα δυο και τρεις φορές ώσπου να σε πιάσω. Κι εσύ μου φώναζες «σακάτη», μα στη στιγμή σ' είχα γραπώσει απ' το λαιμό και σε γονάτιζα και σ' έριχνα κατάχαμα. Κι όπως καθόμουν πάνω σου, τα χέρια σου έκανες γροθιές κι απά στο στήθος μου τη δύναμή σου μέτραγες, κι ήσουν εσύ τότε ο «σακάτης», μα τώρα πια δεν είσαι τίποτ' άλλο, παρά ένα σπαθί μέσα στα χέρια μου. Κι ούτε σακάτης είσαι, μήτε σακάτη πια με λες, κι η σιωπή σου μου καταφέρνει σπαθιές και με σακατεύει.
Θυμάσ' αδέρφι; Τα χέρια σου άπλωνες να με χτυπήσεις και να μου κάνεις γρατζουνιές στο πρόσωπο και στο στήθος, μα μες στα μάτια σου έβλεπα τον πόθο χτήμα σου να με κάνεις, και τα σημάδια σου ν' αφήσεις στο κορμί μου ανεξάλειφτα. Κι ήταν ο ίδιος πόθος που με τυραννούσε, σαν σ' έβλεπα να παραβγαίνεις στην τρεχάλα το ζαρκάδι ως το ποτάμι, κι εκεί να λούζεις τα μακριά, μαύρα μαλλιά σου. Και πόση μ' έζωνε φωτιά, καθώς γυμνό τσαλαβουτούσες στα νερά, κι ως σηκωνόσουν το νερό αργοκυλούσε πάνω σου, σα χίλιες γλώσσες διάφανες, που τη δροσιά τους σου 'διναν, για να 'χουν τη δικιά σου.


 
 
Φύλλο αρ. 193
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 18 Μαίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ειδήσεις
ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ - Σύσκεψη για το πανεπιστημιακό τμήμα
Παρέμβαση για τις αεροδιακομιδές ασθενών
ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ - Προγράμματα κατάρτισης
Συζήτηση για το χωροταξικό των νησιών
ΠΑΡΟΣ - Επέκταση ασύρματου δικτύου
ΤΗΝΟΣ - Τριήμερο εκδηλώσεων για το περιβάλλον
Ανάπτυξη  γυναικείας επιχειρηματικότητας
Π.ΡΗΓΑΣ - Παρέμβαση για την κατασκευή ΧΥΤΑ στην Σύρο
ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ - 4ο Πανελλήνιο συνέδριο εκπαιδευτικών για τις ΤΠΕ
Έργα οδοποιίαςσε Μύκονο -Αμοργό
ΡΕΘΥΜΝΟ - ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΗΣΩΝ
ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - Παρέμβαση για την υποστελέχωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ - Ελλιπής η υγειονομική περίθαλψη των κατοίκων της Σερίφου
Κεραία της ΤΙΜ στη Σίφνο χωρίς άδεια
Παρέμβαση για την ακτοπλοία
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ - Συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα "Περιφέρειες της Γνώσης"
ΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - Σύρος 2020: Το νησί της επαγγελίας ή της στασιμότητας ;
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΤΥΡΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ - «Το πετρέλαιο παραμένει στο Sea Diamond»
Παρέμβαση Παπαδημούλη για το SEA DIAMOND
ΣΥΝΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ - «ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ!»
Πρωτοβουλία για το ναυάγιο του ΠΑΤΡΙΣ
Μόνο με τέσσερα πτητικά μέσα εκτελούνται οι επείγουσες αεροδιακομιδές σε όλη την Ελλάδα!!!
Διήμερη περιοδεία Κόκκινου σε Πάρο -Αντίπαρο
Όχι στο αιολικό πάρκο στη Γυάρο
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑ ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΗΣΙΩΝ - Ψήφισμα για τον αναπτυξιακό νόμο

ΣΤΡΑΒΑ κι ΑΝΑΠΟΔΑ

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος

ΑΝΤεπΙθέσεις
Ο «θαυμαστός» κόσμος του επαγγελματικού «αθλητισμού»(όπως λέμε: «Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων») - ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΑΒΟΥΔΑΚΗ
Απόψεις
Οι πραγματικοί υπεύθυνοι  για την ακύρωση του έργου του νέου λιμανιού της Νάξου - ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Ι. ΛΕΒΟΓΙΑΝΝΗ
«Γαλάζιες» φιέστες στην Αντίπαρο δια ασήμαντον αφορμή! - Του Παναγιώτη Ρήγα
Πολιτισμός
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΜΥΚΟΝΟΥ - Μια ώρα με το Μπόστ
Το δεύτερο «Νέο Συμπόσιο» στην Πάρο (9-13 Μαΐου 2007)
«Παραμέληση» της Άνδρου από το Υπουργείο Πολιτισμού
Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας Ερμούπολης
Διήγημα
Τα κορίτσια φοράνε καρφίτσες - Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ
Η Μοναξιά του σπαθιού - Του Παναγιώτη Πάκου