Δεν είναι καν πρωτότυπο να μιλά κανείς για την αθλιότητα του ελληνικού αθλητισμού και, ειδικότερα, του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Ωστόσο, ακόμα κι όλοι εμείς οι «άρρωστοι» και «πορωμένοι» με τις «χαριτωμενιές» που βλέπουμε μέσα κι έξω από τα γήπεδα σοκαριστήκαμε από το ελεεινό φέρσιμο ελλήνων «παραγόντων» σ' ένα ζωντανό θρύλο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου: τον Βίτορ Μπόρμπα Φερέιρα Ριβάλντο.
Ο ποδοσφαιριστής που γεύτηκε όλες τις δόξες σε προσωπικό, σωματειακό αλλά και σε επίπεδο εθνικών ομάδων, στα τέλη της καριέρας του ήρθε στην Ελλάδα (αδιάφορο το ποια ομάδα επέλεξε). Δεν είχε τίποτα να αποδείξει. Δεν είχε τίποτα παραπάνω να επιθυμήσει. Ήρθε απλά σαν ένας αλκοολικός της μπάλας που θέλει να πάρει και τους τελευταίους χυμούς που αυτή μπορεί να του δώσει. Ο Ριβάλντο δεν είναι απλώς ένας σπουδαίος παίκτης. Είναι θρύλος στο άθλημα. Είναι ένα παιδί που ξεκίνησε πάμφτωχο και έκανε μία τεράστια καριέρα που τον έφερε στην κορυφή. Ποτέ στην Ελλάδα δεν ήρθε για να αγωνιστεί ένα τόσο μεγάλο αστέρι, ένας εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής, και μάλιστα αυτού του μεγέθους.
Δεν ήρθε για να κολλήσει ένσημα. Ήρθε για να αποδώσει. Την πρώτη του χρονιά πήρε ένα πρωτάθλημα πραγματικά μόνος του και παραλίγο η παρουσία του και μόνο να αποκλείσει τη Λίβερπουλ μέσα στο «Άνφιλντ». Τη δεύτερη χρονιά η δική του σφραγίδα έκανε τη διαφορά εκτελώντας φάουλ που για τον ίδιο ήταν παιχνιδάκι, αλλά για άλλους μοιάζει με ανάβαση στα Ιμαλάια. Ομολογουμένως, φέτος η απόδοσή του έπεσε. Παρέμενε όμως ο Ριβάλντο. Η κλάση και η ποιότητα προσωποποιημένες. Κανείς δεν μπορεί να πάει κόντρα στον χρόνο και ο Ριβάλντο πιθανότατα δεν θα μπορούσε να προσφέρει άλλο αγωνιστικά. Αν και η πικρή αλήθεια είναι πως με το πολύ χαμηλό επίπεδο του ελληνικού πρωταθλήματος, ο Ριβάλντο και περπατώντας ακόμη διακρινόταν. Ο Ρίμπο ήταν ίσως ο μόνος παίχτης που δεν χλευάστηκε από οπαδούς αντίπαλων ομάδων δείγμα κι αυτό της αξίας του.
Η αμοιβή του (που δεν γνωρίζουμε το ακριβές της ύψος) από κάποιους θεωρήθηκε υπερβολική για τα ελληνικά δεδομένα. Η πρόσφορά του στα ελληνικά γήπεδα τεράστια: δεν ήταν μόνο τα φαντεζί γκολ ή οι ασίστ που έδινε. Δεν ήταν καν η αίσθηση πως όταν η ομάδα «κολλούσε» εκείνος με μια ενέργεια μπορούσε να την ξελασπώσει. Κυρίως ήταν το πρεστίζ της ομάδας του Πειραιά αλλά και του ελληνικού ποδοσφαίρου που ανέβηκαν κατακόρυφα. Διεθνή ΜΜΕ ασχολούνταν επί τρία χρόνια μαζί του και μαζί με τον βασιλικό ποτίζονταν κι η γλάστρα (θυμάται κανείς άλλη περίοδο που ΜΜΕ της Βραζιλίας, της Ευρώπης ως και της Ιαπωνίας αναφέρονταν στο ελληνικό πρωτάθλημα; Μήπως νομίζει κανείς ότι όλοι αυτοί γνωρίζουν το FC Olympiakos Piraeus; Ως τώρα το ήξεραν ως την «ομάδα που παίζει ο Ριβάλντο». Τώρα το αναφέρουν ως την «ομάδα που κορόιδεψε τον Ριβάλντο»).
***
Ποιος αλήθεια δεν ανατρίχιασε βλέποντας ένα τόσο μεγάλο παίχτη να δακρύζει λέγοντας «δεν έχω αντιμετωπίσει ποτέ άλλοτε τέτοια συμπεριφορά στην καριέρα μου»; Ο Βραζιλιάνος καταλογίζει βαριά πράγματα στον Ολυμπιακό. Από αδιαφορία και κακή συμπεριφορά μέχρι κοροϊδία. «Σε όλη μου την ζωή ήμουν τίμιος, ειλικρινής και απλός άνθρωπος. Για μένα μετράει η ειλικρίνεια» σημείωσε και πρόσθεσε: «Έκανα τόσα σχέδια... Ήμουν απόλυτα ευτυχισμένος». Όμως, «ο Κόκκαλης δεν τήρησε αυτό που είχαμε συμφωνήσει». Και, με σπασμένη φωνή, ξέσπασε: «Έγραψα τα παιδιά μου στο σχολείο και για την επόμενη χρονιά και τώρα αναγκάζομαι να φύγω. Τι να κάνω; Όλα αυτά επειδή εμπιστεύτηκα τον πρόεδρο. Έκανα πολλές θυσίες για να είμαι στον Ολυμπιακό. Πρέπει να ξαναβάλω την ζωή μου στην τροχιά που ήταν. .. Έκανα προσπάθειες για να μείνω στον Ολυμπιακό αλλά αυτοί δεν ήθελαν». Τα περιστατικά όπως τα αναφέρει ο «Ρίμπο» εκθέτουν τον πρόεδρο του Ολυμπιακού, εμφανίζοντας τον παραδόπιστο, αγνώμονα και κοινό ψεύτη. Ο Ριβάλντο δάκρυσε όχι από συγκίνηση, αλλά περισσότερο από πίκρα. Το δάχτυλο που έδειχνε ήταν η προέκταση του ψυχισμού του εκείνη την ώρα. Έβγαζε οργή.
***
Δεν είναι μόνο το σοκ που δημιουργείται παγκοσμίως από την εικόνα του Ριβάλντο να δακρύζει μπροστά στις κάμερες και να μιλά για παράγοντες που δεν έχουν λόγο. Πάνω από όλα είναι η έλλειψη σεβασμού στο ίδιο το άθλημα. Δεν είναι δυνατόν ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής που έπαιξε ποτέ μπάλα στη χώρα μας να φεύγει με αυτόν τον τρόπο και με δάκρυα στα μάτια. Πρόκειται για ιστορική απρέπεια του Κόκκαλη απέναντι στο ποδόσφαιρο. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος, «Μπορεί αγωνιστικά να θεώρησαν στον Ολυμπιακό πως ο «Ρίμπο» δεν είχε κάτι άλλο να προσφέρει. Υπάρχει όμως διαφορετικός τρόπος να πεις «αντίο». Καλό θα ήταν να έδειχνε ο Σωκράτης Κόκκαλης, προσωπικά, άλλη συμπεριφορά απέναντι στον μεγαλύτερο ξένο παίκτη που φόρεσε τη φανέλα, όχι μόνο του Ολυμπιακού, αλλά οποιασδήποτε ελληνικής ομάδας. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα χώριζαν οι δρόμοι του με έναν επαγγελματία, που όμως αγάπησε πραγματικά την ομάδα και την Ελλάδα κατ' επέκταση, ήταν ευκαιρία να γίνει αληθινά τιμητικός. Με ένα μεγάλο ευχαριστώ. Και αυτό δεν έγινε. Το αν κάνει ζημιά γενικότερα στον Ολυμπιακό, στην εικόνα του ελληνικού ποδοσφαίρου, στις μελλοντικές κινήσεις προς μεγάλους παίκτες για να έρθουν να παίξουν εδώ, δεν είναι το θέμα μας αυτή την ώρα. Γιατί στους μεγάλους έρωτες δεν μπορείς να στέκεσαι με λογιστική διάθεση. Την κατάθεση ψυχής που έκανες δεν την αποτιμάς. Τη βιώνεις. Ο Ριβάλντο αγάπησε τον Ολυμπιακό, όπως και ο κόσμος του τον λάτρεψε. Το αντίο του έπρεπε να είναι διαφορετικό. Γιατί, πολύ απλά, το δικαιούται!».
***
Υπάρχουν πράγματα που με τον καιρό ξεχνιούνται. Όμως, κάποια πράγματα δεν «ξεπλένονται» όσο φιλότιμα κι αν προσπαθούν οι τσανακογλείφτες και τα «παπαγαλάκια» του μεγαλοπαράγοντα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κόκκαλης αποπέμπει έναν άνθρωπο που βοήθησε αφάνταστα τον Ολυμπιακό με τρόπο απαράδεκτο. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί κάθε φορά να φταίει πάντα αυτός που φεύγει από τον Ολυμπιακό. Τη μία ήταν ο Ιωαννίδης, την άλλη ο Μπάγεβιτς, ο Καρεμπέ, ο Λουτσιάνο και τόσοι ακόμα. Τώρα είναι ο «Ρίμπο». Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να τηρεί αυτά που υπόσχεται, τουλάχιστον ας μη βρωμίζει ό,τι πιάνει στα χέρια του.
Γνωστό είναι πως ο Κόκκαλης έχει έφεση στις προσωπικές επαφές όταν φέρνει κάποιον. Όταν είναι να διώξει, αναλαμβάνει τη δουλειά ο Γιώργος Λούβαρης. Δικαίωμά του. Το δικαίωμα να κοροϊδεύει έναν εργαζόμενο -παχυλά αμειβόμενο, έστω- δεν το έχει κανένας εργοδότης. Δεν πρόκειται να υπερασπιστούμε το «δικαίωμα» του Ριβάλντο στο πλαίσιο του «ποδοσφαίρου-επιχείρηση» να εισπράττει δυο και τρία εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Αυτό που καταγράφουμε είναι ότι στο πλαίσιο αυτού του ποδοσφαίρου-εμπόριο, ακόμα και η υποτιθέμενη «βιτρίνα» του παιχνιδιού, που θα έπρεπε να διαφυλάττεται ως κόρη οφθαλμού από τους αφέντες-προέδρους, είναι η βιτρίνα μιας «ηθικής», που όχι μόνο σκοτώνει τα άλογα όταν γερνάνε, αλλά και τα σκοτώνει δημοσίως, σε συνθήκες αρένας.
***
Υπήρξαν και στο παρελθόν άκομψα «αντίο» στη σχέση μιας ομάδας και ενός παίκτη ή προπονητή στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Φέρεντς Πούσκας έμαθε από την τηλεόραση το 1974 πως ο Παναθηναϊκός τον απομάκρυνε από την τεχνική ηγεσία. Ο Ζιοβάνι δεν έφυγε όπως του άξιζε. Ο Πάουλο Σόουζα διώχθηκε από τη διοίκηση του Παναθηναϊκού για ένα... ποτήρι κρασί! Ο Δομάζος και ο Αντωνιάδης πετάχτηκαν έξω από τη Λεωφόρο με τον πιο ωμό τρόπο που θυμάται άνθρωπος.
Ο Λες Σάνον, ο δημιουργός της τεράστιας ομάδας του ΠΑΟΚ στη δεκαετία του '70, εξωθήθηκε σε παραίτηση το 1975. Ο Νίκος Χρηστίδης είδε το όνομά του να αμαυρώνεται και να στιγματίζεται στον Άρη. Ο Γιάννης Ιωαννίδης πήρε τον Ολυμπιακό από τις αλάνες και τον έφθασε στην κορυφή της Ευρώπης αλλά κανείς «δεν σκέφθηκε» να του ανανεώσει τη συνεργασία. Ο κορυφαίος των κορυφαίων Νίκος Γκάλης βρέθηκε εκτός γηπέδων εξαιτίας του υπερφίαλου εγωισμού κάποιων αδελφών Γιαννακόπουλων οι οποίοι θα μείνουν στην Ιστορία ως οι άνθρωποι που έκοψαν τη μπάλα στο μεγαλύτερο αθλητή της μεταπολεμικής Ελλάδας (όπως κι ο Σ. Κόκκαλης ως ο άνθρωπος που φέρθηκε μπαμπέσικα σ' έναν πρωταθλητή κόσμου)
Η λίστα είναι ατελείωτη. Και στο εξωτερικό συμβαίνουν τέτοια πράγματα, αλλά η αχαριστία στην Ελλάδα είναι εθνικό σπορ με δεύτερο την αμετροέπεια των παραγόντων που νομίζουν πως «με τον παρά τους» μπορούν να «***» εκτός από την κυρά τους και τεράστιου αναστήματος αθλητές.
Όπως σε κάθε «διαζύγιο», έτσι και σε αυτό τα πραγματικά «θύματα» είναι τα παιδιά της οικογένειας. Και τα «παιδιά» στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι τόσο ο σύλλογος όσο και το ελληνικό ποδόσφαιρο το οποίο έδειξε το πραγματικό (αποκρουστικό) του πρόσωπο.
***
Ο τρόπος που έφυγε ο Ριβάλντο από τον Ολυμπιακό δείχνει ότι στο εμπορευματοποιημένο ελληνικό ποδόσφαιρο οι μόνες σταθερές «αξίες» είναι η αναξιοπιστία, η διαφθορά, η «παράγκα», η βία και η διαπλοκή.
Ο Ριβάλντο, ο μεγαλύτερος κατά πολλούς Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής μετά τον Πελέ και ο σπουδαιότερος ίσως σύγχρονος Λατινοαμερικανός παίκτης που αγωνίστηκε στην Ευρώπη μετά τον Μαραντόνα, δε θα μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα παρά μόνο στη δύση της καριέρας του. Παρ' όλα αυτά, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τα ποδοσφαιρικά πράγματα της χώρας, κάτι που δείχνει (χωρίς να μειώνει σε τίποτα τη δική του ποδοσφαιρική αξία) πόσο πίσω είναι σε ποιότητα το πρωτάθλημα στην Ελλάδα. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο έφυγε, δείχνει ότι η ποιότητα και το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι μεγέθη ευθέως συναρτώμενα με την ποιότητα εκείνων που το διοικούν.
ΥΓ: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης της «Tradelink» για λογαριασμό της Σούπερ Λίγκας σχετικά με την άποψη των φιλάθλων για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Οι απαντήσεις είναι ενδεικτικές για το «σεβασμό» που τρέφουν οι φίλαθλοι στο ποδόσφαιρο, όπως το έχουν καταντήσει οι «κύριοι πρόεδροι». Διαβάστε και κλάψτε:
Μόλις το 19% των ερωτηθέντων κρίνει ικανοποιητική την εικόνα του ελληνικού ποδοσφαίρου, ενώ το υπόλοιπο 81% τη θεωρεί από κακή έως πολύ κακή. Εκεί που το θερμόμετρο χτυπά «κόκκινο» είναι με τους παράγοντες: Το 82% του φίλαθλου κόσμου πιστεύει πως οι διοικήσεις των ΠΑΕ επηρεάζουν την εξέλιξη του πρωταθλήματος, το 63% θεωρεί πως δε συμβάλλουν στην εξυγίανση του ελληνικού ποδοσφαίρου και το 54% ότι δεν είναι άξιοι να διοικούν. Επιπρόσθετα, το 83% είναι πεπεισμένο πως οι διοικήσεις των ομάδων ασκούν μεγάλη πίεση στους διαιτητές.
Όλη η (τραγική) πραγματικότητα μέσα από λίγα στατιστικά νούμερα.
|