ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   
Διήγημα
 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ

Δόλωμα σε αγκίστρι



Γαλανά νερά και μια στρατιωτική στολή να μεταχειρίζεται την ιδέα για τη θάλασσα, μια παραλία με γυαλιστερά πετράδια και ένας μπάτης να τρέχει με γρηγοράδα τον κατήφορο, η ανυπομονησία του δολώματος στο αγκίστρι και μια άγκυρα να κουράζεται και να γυρνά στις πρώτες νύχτες πάνω στην άμμο.
Άνοιξαν τα ξεροπήγαδα παίρνοντας στους ώμους τα αργυροκέντητα καΐκια και τα πρωινά φαγητά της εργατιάς, βουνά τα γέλια και οι κόκκοι του κεχριμπαριού, μαστίγια του ανεμόβροχου και η περιστερά του σταυρού Σου, φως με ρίζες που προχωρούν βαθιά σαν πελώρια χέρια, όλο ρόζους και κρύο, σε κάθε δάγκωμα κάνω μελάνι ως τα ακροκλάδια, μελάνι που αντιβουίζει σαν κρότος ξερός και σαν πουλί που πεθαίνει στα φύλλα της βελανιδιάς που πληγώσαμε.
Σχίζω χαρτιά και αφήνω τα βιβλία με νύχια άκοπα να αλλάζουν το δρόμο των θρανίων, διπλωμένος μέσα σε φάκελο, με τις χρωματιστές εικόνες να γεμίζουν τις γλάστρες και τα χλομά πρόσωπα των φορεμάτων να κρύβονται μέσα στις φούχτες μου.
Ο χαρακτήρας της ανάκαμψης και η δυναστεία του Αμορίου, στυλιζαρισμένος μέσα σε μοτίβα και υπερβολές, φτερά των λειψάνων και ο μαύρος με τα σπιρούνια να περνάει τον ποταμό, η σύνοδος των οφειλών που αναπνέει τον αέρα των θυμάτων, ανακαράδες των αυτοκρατόρων κι ο Μιχαήλ Ψελλός να επιστρέφει στο Μεγάλο κρύο, γέμισε με αιρέσεις η θρησκεία του Σταυρού, συνοδευμένη από υπαλλήλους και άοπλους διερμηνείς.
Έλληνας, Εθνικός, μια ανθρώπινη κουβέντα κι ένας τεχνίτης με κεντηνάρια και αραβικούς αριθμούς, δαπανηρά ψηφιδωτά σε οκταγωνικό ναό χωρίς αυλαία, μια ιδεολογία, ένα πολίτευμα, μια Μαρία, νότα αλφαβητική που στέφεται αυτοκράτορας.
Σκήπτρο που καταλήγει σε σταυρό, τραχύ έδαφος των ερήμων και των παναγιότατων πολεμικών εξοπλισμών, διάπυροι καρποί μιας Καρολίδειας Αναγέννησης, κλήρος και αστοί διασφαλίζουν τα έσοδα τους δημιουργώντας νέους θεσμούς διακυβέρνησης. Αφορισμένοι καρδινάλιοι μέσα σε φούρνους χρησιμοποιούν φυλαχτά της ιατρικής και επανωφόρια λατρείας.
Ο ιππότης αναφέρεται στην Ανακωχή ενός θεού, χωρίς αγαπημένη και επίσημο τάγμα, ταξιδιώτης και προσκυνητής του Άγιου Γοτθάρδου, μεσαιωνικό ταξίδι της αλχημείας και της κλίτης καθεδρικού ναού, αθάνατο μέταλλο ενός πυροβόλου όπλου, ξένη κυριαρχία ενός συρφετού κακοποιών.
Στα πρανή των χαμηλών λόφων, πρώτες ύλες για γραφή συλλαβική, πολύχρωμα καμαραϊκά στις κορυφές των οχυρωμένων ακροπόλεων, ανάγλυφες σπείρες και κυνηγητικές σκηνές, με μόνιμα πλέον χαρακτηριστικά, άγνωστο πλοίο ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, σαμαρωτές στέγες από χρυσό και ασήμι. Το συμβούλιο του βασιλιά μπήκε σ' ένα σπαρμένο χωράφι, γλώσσα των υδραγωγείων και των ηγετών που έγιναν τύραννοι, χρησμοί με αμφίσημο νόημα.
Αισθάνομαι την ανάγκη να προβλέψω το μέλλον, τοξεύοντας την αλήθεια και το φαιδρό ήχο του τέλους ενός πολέμου, ελαττώματα και αδυναμίες ενός έρωτα που διατηρείται ζωντανός μέχρι σήμερα, αγώνας μεταφρασμένος που σκορπίζεται με την ταχύτητα της μεταβολής. Θρήνησα τη μεγάλη συμφορά σε όλους τους τόνους, σκεπασμένος από ένα τρούλο κι ένα στιχάριο ιμάτιο, παρακολουθώντας τον ήλιο από την ανατολή μέχρι τη δύση, προσκυνητής του μαγικού χαρακτήρα της περιβολής, ξίφος που θα συνοδεύει τον υπηρέτη της εκκλησίας του Καμπραί.
Δεν έχω πάψει να αγοράζω με κάθε ευκαιρία αδυναμίες που έχουν γαλανά μάτια και προϋποθέτουν πολλά έξοδα, άφωνους γονείς που αποστρατεύτηκαν μιλώντας για την κοινή λογική και άσπρα βάζα με γαλάζιο πάτο, αποφασισμένος να γλεντήσω φορώντας τη ζεστασιά των αφηρημένων και την αυτοπεποίθηση των ξενοδοχείων της αποβάθρας.
Κόκκινη βροχή που γυρίζει από τη δουλειά της περπατώντας ευτυχισμένη από συγκίνηση, με βαμμένα μαλλιά και νύχια, επιπλωμένη με μεταχειρισμένη τουαλέτα και αισθησιακά χείλη, εξυπηρέτηση που δεν αναγνωρίζεται ποτέ, προσπερνάει χωρίς να προσέχει τις γραβάτες που κρύβουν την αλήθεια, δεν έχει καιρό για τέτοιες ανοησίες. Χρειαζόμαστε ένα γεγονός που να μπορεί να ρουφήξει τη μπαγιάτικη σκόνη από τα κόκαλα μιας ελεεινής ειλικρίνειας, η κυριαρχία της γελοιότητας μιας ελευθερίας δανεικής.
Αρρώστησα να πιέζω τον εαυτό μου να ξεριζώσει απ' την καρδιά τους αγύρτες που ανταγωνίζονταν τα υγρά χαλάκια κάτω από τα μάτια σου, φρικτά και προσβλητικά επιχειρήματα των ακροατών, χαιρόμαστε να προσποιούμαστε τους τραγουδιστές σύντομων γνωριμιών, φωτισμένοι λαμπρά από αμέτρητες ηλεκτρικές νότες αφύσικων θρήνων, χωρίς γλώσσα, με μόνο εισόδημα τη χλωμάδα στα δάχτυλα, μια μαχαιριά να σχίζει το ασανσέρ, ολόγυμνη με τα γοβάκια της βγαλμένα στο λουτρό, κοντεύει μεσημέρι.
Εδώ στο δωμάτιο η καλή ανατροφή δε στοιχίζει τίποτα, χτενίζει τα πρησμένα της βλέφαρα βλέποντας τον καφέ να διώχνει κάθε άλλη ιδέα, με ήρεμη αναπνοή, χωρίς κανένα δικαίωμα, μια φωτεινή γραμμή σε πίνακα που έχει πάψει να ζει, τα πυρετικά μάγουλα της νοσταλγίας, βάλτος βυθισμένος σε έκσταση.
Ενάντια στη μοίρα, πόρτες που ψωνίζουν κάποιους ολότελα ξένους, παρορμήσεις της στιγμής που δωρίζουν ψυχρές θηριωδίες για ελάχιστη ψυχαγωγία, άβαφη, σβήνει το φως των πένθιμων ρούχων, δανείστηκα γρήγορα αυτή την εντύπωση, δανείστηκα το μορφασμό του ενθουσιασμού, φαινομενικά αδιάφορος καθώς την αποχαιρετούσα, προσπαθώ να διακρίνω το ζευγάρι των τσιγάρων μέσα στον καπνό, την πειράζω τρυφερά από διαίσθηση.
Η νύχτα δε κοιμήθηκε, ήταν το πρώτο της αδίκημα, μοναδική ευκαιρία να δειπνήσει με το Διάβολο, να θυσιάσει οποιονδήποτε άλλον, έξω από τη φυλακή, στον ίσιο δρόμο, αξιοπρεπής και ατάραχη, με μια τσάντα αγορασμένη στις εκπτώσεις, όπως συνήθως στα σταυροδρόμια με γραμμόφωνα, σπασμένοι δίσκοι και ποτά της ψυχραιμίας.
Τριγυρισμένοι από μεγάλες φωτογραφίες και ενοχοποιητικά στοιχεία, από σιδερένια ψαλίδια και ξεθωριασμένους ήχους, φοράμε τις παντόφλες της κακής φήμης, αμέσως μετά το σερβίρισμα ενός εγκλήματος, καρφωμένοι στα πιάτα μας, ακίνητοι κουβεντιάζουμε με το τραπέζι της κουζίνας. Σκάβουμε το παρτέρι με τα ρούχα απ' τις πωλήτριες που κοιτάζουν κατάματα τις ίνες μιας τραγικής ιστορίας εξαιρέσεων, λουρίδες από βρώμικες σκάλες, δεν εξηγούμε την γοητεία των μειονεκτημάτων μας.
Είχε γεννηθεί παρασυρμένη από τις ομολογίες των παθημάτων ενός περιπάτου, έτσι, για χαρτζιλίκι στις υποψίες, με όνομα ένοχο, αγορασμένο. Σπασμένο όνομα σα γυαλάκι ποτηριού που το αρνήθηκαν, χωρίς ίχνος από αίμα, συνηθισμένο γυαλάκι που περιμένει να ανακαλυφθεί.
Οι σφαίρες δεν πέφτουν σε αντιφάσεις, κάνουν το χρέος τους και κάθονται πάλι στη θέση τους, στις βεράντες ενός λαβυρίνθου με πλάσματα γεμάτα χαραμάδες, κάθονται άνετα με χαριτωμένη απελπισία, με μια χαριτωμένη ακαταστασία γύρω τους, δωρεάν όρια, δωρεάν τύψεις, δωρεάν οδηγοί, δωρεάν αθροίσματα αισθήσεων. Ύστερα φεύγουν ακολουθώντας έναν αδέξιο κλόουν που περνάει με θόρυβο το δρόμο, διατηρώντας μια παιδική διάθεση, με βραχνή φωνή, μέσα στη χυδαία ζέστη μιας παράξενης διαστροφής, πλαγιάζουν σε κρεβάτια από κόκαλα ψαριού και περιμένουν.
Βουτυρωμένα ψωμάκια και κόκκινα σφουγγάρια, δραπέτες κατάδικοι που προτιμάνε τις χοντρές φορεσιές και τα παζάρια με τις ρυτίδες, χρόνια της απομόνωσης των μανιακών της μονοκοντυλιάς, πιο τρελός από κάθε φορά, ξαναβρίσκω τις απορίες, θεραπεύομαι.
Το χώμα σκεπάζει δειλό τις σκισμένες κατάρες και τη μυρωδιά του ύπνου, εκδίκηση πάνω από την άμμο που σέρνονται οι αχτίδες, αλύτρωτα καρφιά που αρπάζουν τις ευχές και θεριεύουν, γίνονται ιδρώτας στα χέρια και φορεσιά μεθυσμένη μα τρανή φωνή, καμάρι του θερισμού και αγκάθι στα μάρμαρα. Δόξα παλιά του αϊτού και του Χάροντα, τελάλης του δεσπότη και νύχτα των ψυχών που διαλέχτηκαν να χλιμιντράνε για σένα, δουλωμένη νύχτα που πλέει μες το αίμα της οξιάς και στου πνιγμένου το χαλάζι, μυρίζουν τριαντάφυλλα από μακριά και στα πιθάρια σφυρίζουν τα κλήματα κι οι αγκαλιές, η κρυφή λειτουργία των άσπρων βράχων, σήμαντρα που ανασαίνουν στα όνειρα, καταχνιά που φεγγίζει στα δάση, κίτρινα μαντήλια προσκυνάνε ταπεινά.
Κούφια μονοπάτια που γέρνουν τα κεφάλια τους σκορπίζοντας την αγρύπνια των λάκων που κρατάνε τις ρόκες της μοναξιάς και το τιμόνι των πουλιών, τυφλά πουλιά που σκορπάνε τα διαμαντάκια του πέτρινου σταυρού και τα πεσκέσια των θεριών της προσευχής μας. Βοσκοί που σκεπάζουν με στάχτες τα περάσματα, μια φορά το χρόνο, όταν πληθαίνει η λάμψη του αιθέρα, μονάχα ο ουρανός, στρώνω και κοιμάμαι πάνω στα πετραδάκια με τις σφυρίχτρες και τους σουγιάδες, με γρατσουνίζουν με τα άσπρα τους παιχνίδια και κλαίω από χαρά, ανοίγω με τα δόντια μου μια τρύπα για να βρω ζωντανή την κούκλα με τη σφιγμένη μέση, μέσα στην κούνια της, μες στα στηρίγματα των σεντονιών και στα λούσα των τοίχων. Στα δέντρα του αυγερινού, σε κάθε χωρισμό σου, χιμάς σα γεράκι στων ζαφειριών τον ανήφορο, στις  θηλιές που αγγίζουν τα ουρλιαχτά απ' το ντόμινο, φτωχή γλάστρα, μασκαράς χωρίς των αγγέλων το μυστικό, κόκκινο χάδι, φυλαχτό, ήρθαν τ' αηδόνια.
Γύρω μου όλοι κοιτάζουν τη συγχώρεση της καλογριάς κι έναν τενεκέ που χάνει την ώρα του μασώντας τη θλιμμένη του φωνή, φορτωμένος κρυμμένα πουλιά και πηγάδια που στάζουνε λάδι, αποκοιμήθηκαν οι κρίνοι της χαραυγής, χωρίς στοργή, γεμάτοι καλοκαίρι, σαν περιβόλι από βελόνες και πορτοκαλιές, κρυώνουν, παγώνουν, φτερουγίζουν, βαστάνε του χρόνου το μουσαφίρη, χωρίς ρούχα, με έναν χέρσο λίβα να καπνίζει νηστικός. Στέκεται και θαυμάζει τα σπασμένα μπαλόνια και τις βάρκες να γλυκοτρέμουν στα ανοιχτά, χαμόγελα που μένουν μ' ένα αυτί και νυστάζουν, υποφέρουν κι εκείνα όπως οι χτύποι των βημάτων που ξεροβήχουν στα ενωμένα κορμιά, βγαίνουν απ' τους ανθρώπους και σταλάζουν κυπαρισσόμηλα, μοιάζουν φτιαγμένα από κερί και φίδια που αρμενίζουν, πλούσιοι μέσα στα πιάτα των καρπών της αγάπης, στέλνω στον εχθρό μηνύματα να ζηλέψει η Κυριακή σου.
Η ελιά διάβηκε, χωρίς καραβοκύρη, ακοίμητη, τα κορίτσια με τα εφτά χρώματα στα δαχτυλίδια τους, κοιμούνται στη σειρά, κρατώντας το κεντρί απ' τις ελπίδες που σκορπίστηκαν, γεννήθηκαν μόνα τους μέσα στην πάχνη.
Σκάβω για πασχαλιές πέρα στα βουνά και μικρές λαχτάρες αντιφεγγίζουνε βελούδινα χαμόδεντρα, ανέβα στο νύχι του μπάτη σκεφτικός, τριγύρισε με χαρωπά πηδήματα στα διψασμένα ξάρτια, πρόσμενε να γεμίσεις με ξένη πίκρα και άκου το μαχαίρι να μπήγεται στα πλευρά μιας πεταλούδας που ανοίγει τα φτερά της. Η μόνη ευχή που πιάνει είναι όταν το προσκέφαλο πικραίνεται, μες στης κραυγής το θείο πάθος, μες στα γυάλινα μνήματα, ακάθαρτο νερό που ελπίζει μέσα στις πέτρες να σπάσει. Στο αμόνι ταιριάξαμε το κορμί με τη ψυχή σου, στο ακροθαλάσσι σέρνεται το ατσάλινο κατάρτι, βρήκες τη σιωπή σου και σφραγίστηκες. Το προνόμιο σου το ένιωσε ο βοριάς, όλα τα σχήματα που έχουν τα νιάτα σου ξεχρέωσαν, χάρισαν τα σπλάχνα σου στ' ακονισμένο σίδερο, χωρίς να παραπονεθείς για τη διπλή γιορτή, γέμισε ο φράχτης βραδινές προσευχές και τ' αδέρφια σου.       
 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ 

 
 
Φύλλο αρ. 192
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 4 Μαίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Το Θέμα
Παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας: Η περίπτωση της Σύρου. Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΧΑΤΖΗΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ
ΠΟΡΙΣΜΑ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ - Σοβαρά προβλήματα ρύπανσης από τη μη σύννομη λειτουργία του σταθμού της Δ.Ε.Η. στη Σύρο
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΥΠ'ΑΡΙΘΜ. 10323/2001 ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Ειδήσεις
ΕΛΜΕ Α΄ ΚΥΚΛΑΔΩΝ-ΠΑΡΟΥ-ΑΝΤΙΠΑΡΟΥ-ΘΗΡΑΣ-ΝΟΤΙΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - Για τα οδοιπορικά των συνοδών εκδρομών
ΑΝΔΡΟΣ - Ημερίδα για το ενεργειακό
ΚΕΤΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ - Προβολή του αιγαιοπελαγίτικου κρασιού
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ - 4ο Διεθνές Συνέδριο για την Ανοικτή & εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση
ΣΥΝΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ - Παρέμβαση στο  νομαρχιακό συμβούλιο
(Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.) ΑΤΤΙΚΗΣ-ΤΜΗΜΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - Για τα αιτήματα της απεργίας
Καινοτόμες δράσεις για τις τουριστικές επιχειρήσεις των Κυκλάδων

ΣΤΡΑΒΑ κι ΑΝΑΠΟΔΑ

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος

ΑΝΤεπΙθέσεις
Χειραγωγούν την κοινή γνώμη «ανιχνεύοντας» τη. θέλησή «της» - Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΑΒΟΥΔΑΚΗ
Απόψεις

Αναγκαιότητα καταγραφής και παρακολούθησης ετοιμόρροπων κτιρίων στην ευρύτερη περιοχή της Σύρου - ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ
ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ -  Η κυβέρνηση περιμένει τη βροχή και τις εκλογές της Τ.Ε.Δ.Κ.

Βιβλίο
Tα ελληνικά νησιά, Λόρενς Ντάρελ
Blankets - (comics album) Κρέγκ Τόμσον
HUDABANK - Χρήστος Γιαννίμπας
Ιμπεριαλισμός: αντιθέσεις και αντιστάσεις 
Ο πόλεμος της Ωμεγαβήτας, Ευγένιος Τριβιζάς
Εμείς έχουμε εμάς- Ισμήνη Καπάνταη
Πολιτισμός
3ο Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας
Γιάννης Ξαγοράρης - Ανανέωση ιστοσελίδας
Διήγημα
Δόλωμα σε αγκίστρι - ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ