ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   
Διήγημα
 
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
Εύφορη ημισέληνος



(Γεμίσανε τα χέρια με άμμο του καημού/αδειάσανε τα πλύναμε στο κύμα/χορτάσαμε τους άρχοντες με λέξεις συρταριού/ραντίσαμε με δάκρυα τα κρίνα//Ξενοικιασμένα σπίτια, παιχνίδια με σοβά/κι κυρ Αντώνης κλαίει σα νυχτώνει/τραγούδια στο ποτήρι τη Σμύρνη να ξεχνά/η ανάσα της φωτιάς όλο ζυγώνει//Στα περιθώρια γράφεις μικρά σου μυστικά/χωρίς μολύβι μόνο με το βλέμμα/αέρας κηροζίνης στα στήθια σου σκυλιά/συνοικισμός στα σύνορα μιας λίμνης//Ρυτίδες, λυχνοστάτες, το λάδι λιγοστό/φανέλες άσπρες, άγγιγμα της λάσπης/πρωί των συνεργείων στου βήχα το ρυθμό/βλαστήμιες καλημέρες της ανάγκης//Τσιγάρα, καφενείο, ερείπια, πλαστικά/Φθινόπωρο με λαϊκά της νιότης/Κηδέψαν το Νοέμβρη με ρούχα δανεικά/γιορτές σε περιβόλι της Εκάτης//Ξεθάψτε τις σημαίες στο χρώμα του ροδιού/ντυθείτε με ονείρατα και χώμα/σκυφτές μορφές Κινέζων σε δρόμο μεταξιού/τρυπήσαν τα κουτιά τους τα τριζόνια.)

Η κοινή μοίρα των ανθρώπων διακινδυνεύει στην ανοιχτή θάλασσα, υψώνεται στους ουρανούς, εισχωρώντας στην πνοή της ζωής, γραμμένη πάνω σε πάπυρο, ταριχευμένη την εποχή των Πτολεμαίων, δίχως την έλευση των ιππέων του στρατού του Φαραώ. Μόνο οι αδερφοί υπηρετούν τα χελάνδια, ταπεινωμένοι από τις λέξεις και τα μεταξωτά της Χαλδίας, αποδεδειγμένα αγοραστές μιας νομοθεσίας με αναδρομική ισχύ και αρπακτική συμπεριφορά, χρυσά νομίσματα χωρίς βιβλίο των Θαυμάτων, φοράνε δαχτυλίδια του αρραβώνα στα Άδανα.(Addio Del Passato) Χτισμένη με μαύρα γράμματα και συγκεντρώσεις πιστοποιητικών από ακατέργαστο ατσάλι απαιτεί να πληρωθούν τα έξοδα της στολής της, κόκκινοι γοφοί και ασβέστης, πορτρέτα παχύσαρκων εμπόρων, ζωγραφισμένα στήθη σύμφωνα με τη μόδα, κρεμασμένη απ' τα μαλλιά με μια τράπουλα ανάμεσα στα πόδια.(L' Amour Est Un Oiseau Rebelle)  Κι αν είναι τραγούδι που ντύνει τον τάφο με πορφύρα κι αχνίζει ματωμένο στους καθρέφτες των λουλουδιών, βρύση μυστική βασίλισσας φλογέρας σ' ένα παιχνίδι με καμίνια και ολάνοιχτα λιβάδια, εγώ θα σπείρω τον αγέρα.(Tu Che Invonso)
Ο χαρτοφύλακας βιαστικός, σκουντάει το διπλανό του και τρέχει ξαναμμένος κατά το θυρωρείο με τα κάγκελα, η φαινομενική αναρχία των απόλυτα ευτυχισμένων, τα όρθια πιάνα που μαζεύουν εθελοντές χαμένους σε ντουλάπες και βραστήρες τσαγιού, ένα φρούτο, αρχίζει η ανάκριση.

Δε θίγεται η ηθική της προχωρώντας ως τα μισά της εκδήλωσης, σταμάτησε ξαφνικά τους σπασμούς της, σταμάτησε ξαφνικά ο χαρτοκόπτης της, ασπροντυμένη πάνω σε κανόνι, γιρλάντα στους ώμους στρατιωτών αφυπνισμένων απ' τη νάρκη των σαλπίγγων .Κοροϊδεύω ατιμώρητα τις ζωγραφιές των ηγεμόνων, μια Αφροδίτη σε ελαιογραφία του Ουρμπίνο, κοινωνός της γνώσης αναλφάβητος, στεριώσανε μ' ένα κερί το φως των χεριών μου, άσμα της άρνησης των Αγίων.
Τοποτηρητή εκμεταλλεύσου το μεταθανάτιο φόβο μου, autodafe σε ένα ρυθμό μπαρόκ, και το Παρίσι να γκρεμίζει τα παράθυρα, σκλάβοι που ντοπάρουν την ιστορία με το Γολγοθά της Κούβας και το ρομαντισμό του Βολταίρου, μια όπερα γεμάτη αντιθετικούς φωτισμούς.Milet basi στους καταρράκτες, στα προσκλητήρια της ελευθερίας και στις διομολογήσεις των δραγουμάνων της φαντασίωσης, εκατόνταρχος των βαθέων κυμάτων, αποχυμένος. Πρόσκαιρες ανάπαυλες των συγυρισμένων δωματίων και τα απογυμνωμένα τραπέζια των βαποριών, τα ξεσπάσματα της αυτονομίας των υπόγειων δρόμων και οι συνηθισμένες πληροφορίες για τα πράγματα που δε θα αποχτήσουμε ποτέ, ασάλευτες βιτρίνες χωρίς σπαραγμό και οι ασυνήθιστες φλόγες στην προκυμαία πριν τη μεγάλη αναχώρηση, μια απέραντη ζωή, ένα δεύτερο λεωφορείο.

Ζητάμε να γίνουμε σκοτάδι, καλεσμένοι σε γεύματα και σε συμπόσια, χρυσές γέφυρες που βρίσκονται σε ώρα ανάγκης, ψαχουλεύουμε τα είδωλα μας με τεντωμένα νεύρα, ολοκληρωτικά απορροφημένοι, πλαισιωμένοι απ' τις σφηκοφωλιές των αναμνήσεων, εμπιστευόμαστε τις ευκολοσύντριφτες λαχτάρες μας στις ρόδες των κάρων και στα χορτάρια κάποιου λιβαδιού, περιμένουμε τους άντρες με την αναστατωμένη μορφή ξαναλέγοντας πεισματικά τ' απελπισμένο μας παράπονο. Κάστρο πάνω σε θαλάσσια ξύλα που μύρωσαν παρθένες με του χαλκού το φράχτη και τη στερνή ανάσα μιας λύρας που πασχίζει να ψάλει των λύκων τη νίκη και την ανάσταση του καβαλάρη που θέρισε το δείλι. Χέρια που κλαίνε το σώμα που κυλίστηκε με αναμμένα πόδια στη βροχή, άγρυπνη βροχή που σβήνει τα λιβανιστήρια των περιστεριών και πλένει τις λαβωματιές των βόγγων της αστραπής που με φίλεψες, φτερά ανάμεσα στα μετρημένα πανιά και τη θάλασσα, πάνω στην άμμο λησμονημένα σχοινιά και το στόμα σου. Μικρογραφίες χειρογράφων στην Κλερμόν και η ανασύσταση έγινε για μας φυλακή που οδηγεί στα άσπρα σκουφιά των γενιτσάρων και στις εσχατιές της Οικουμένης, στυλίτες που κλαίμε συνεχώς, εικόνες παραφορτωμένες με κοσμήματα. 
(Κίτρινο χρώμα οδηγός σου στον καιρό/ομίχλη σκέπασε τα παιδικά σου τζάμια/χοντρές γραμμές, κάθετα τμήματα, κενό/κρυφτό, ποδήλατο, φωταγωγός, καράβια//Στήλη θαμμένη μιας γριάς οι προσευχές/γυναίκα έκρυβε σ' αυλή μαργαριτάρια/
φωτογραφίες με λεζάντα, ενοχές/δόντια, μικρόφωνα, υπάλληλος, σημάδια//Πρασιές με γλάστρες, άδειοι σπόροι σε νερό/φτερά φοράς σ' ένα χορό με πυροφάνια/μπαίνεις σε τούνελ η ταχύτητα νεκρό/με μαύρα ρούχα και πολύχρωμα σαντάλια//Βυτιοφόρα, αποθήκες, μωβ σκιές/φορτώνουν κρύο, σάπια ξύλα σε αμπάρια/στο φως που σβήνει τα κορμιά υπογραφές/κοφτές ανάσες ζωντανεύουν τα κοράλλια//Σ' ένα γύρο του θανάτου θα με βρεις/έλα και συ να ζευγαρώσουν τα τραγούδια/Στα απέραντα χωράφια να κρυφτείς/Γέμισε ο Άδης με μονόχρωμα κουστούμια.)
Νιώθουμε κάπως αόριστα, στραφήκαμε στο κατώφλι και ρίξαμε πίσω μας τον τελευταίο αποχαιρετισμό, με το τέλος του χρόνου αναμμένο, το πρώτο βήμα για την συμφιλίωση, θα έρθω ως το σπίτι να σου δείξω τα τρία γραμματόσημα που κολλήσαμε στην πόρτα του φράχτη, οι αναμνήσεις έχουν πια πυκνώσει.
Παρατηρούμε με θλίψη τα ίχνη του νυχτοφύλακα γεμίζοντας τα ρουθούνια μας με καπνό από ξεραμένα φύλλα, μισοσβησμένοι, σαν το όνειρο της γυναίκας που ετοιμάζει το βραδινό φαγητό κατασκοπεύοντας τις καρφωμένες φράσεις, οι άγγελοι γέρνουν στο τραπέζι με τον σερβιρισμένο πόνο και τα αγόρια τρέχουν να πιάσουν τα ακίνητα χέρια. Στο επίσημο πρακτικό υποσχέθηκες πως δεν θα κλάψεις, φλογισμένα πετάγματα από χείλη που ψιθυρίζουν με φωνή παράξενα τρυφερή, θα πρέπει να αποδείξουμε ότι δεν έχουμε καθόλου καρδιά, φυσώντας δυνατά την τρομπέτα του ράφτη. Έφτασα μισοπνιγμένος στην πατρίδα σας, με βούτηξαν στο παγωμένο νερό των θορύβων και στο ξύδι των μαύρων φουγάρων, ήρθα τολμώντας να πιστέψω ότι θα φράξω τα λάθη, με τα επίσημα βιβλία ενός ζαλισμένου μυαλού, τιμητικός φρουρός μιας ματωμένης σάρκας.

Μια διάφανη φλόγα να παίζει με τους δείχτες του μεγάλου ρολογιού στάζοντας σταγόνες μελάνι στα τυπωμένα φύλλα που κρύβω στις τσέπες μου, τα κάνω μικρές μπαλίτσες και τα αφήνω να κυλήσουν στο πάτωμα, ατάραχος σαν βαλσαμωμένος, μεθυσμένος από τη χαρούμενη τέντα και τα ζαρωμένα φρύδια των εμπόρων της τελευταίας κόκκινης σταγόνας, κρατάω κιόλας στο χέρι μου έτοιμα τα δυο νομίσματα.
 Μια μικρή μπαλίτσα με αρπάζει απ' το γιλέκο και με ταρακουνάει ουρλιάζοντας* «Στάσου, όρθιος!»
Το στρατόπεδο με τους σωρούς της ξυλείας, περήφανος στην άκρη ενός ξύλινου κονταριού, ανεμίζω, προσπαθώ να μοιάσω με απλωμένο πουκάμισο, κάτω από τα αυστηρά βλέμματα των κανονισμών, απαραίτητη τελετή για την εκλογή του καινούριου αρχηγού. Μας έκλεψαν τους βώλους, μας άρπαξαν τις σημαίες, βιαστήκαμε να συμφωνήσουμε περπατώντας ανάμεσα στα σφυρίγματα της αγωνίας, με τα βλέφαρα να αγγίζουν την καρδιά, κρυμμένοι στις καλαμιές που σκουπίζουν προσεχτικά το σκοτάδι, τεντώσαμε τ' αυτιά μας για να ακούσουμε το θρήνο της κουκουβάγιας. Οι φωνές μας πήδησαν μέσα σε μια βάρκα από φελλό και άρχισαν να τραβάνε κουπί σαν τρελές, φωνές καμωμένες ολόκληρες από γυαλί, τρομαγμένες φωνές που το έβαλαν στα πόδια, πνίγηκαν στη λίμνη με τα ατόφια ερείπια του κάστρου, ένδειξη ευγνωμοσύνης για το άτιμο φέρσιμο.

Φυλασσόμενες διαβάσεις που δε θα γνωρίσουν τα σκοτεινά πέπλα του θυμού, κάτι απογεύματα που αισθανόμαστε έτοιμοι να απογειωθούμε, να σηκωθούμε πάνω απ' τη μαυρίλα του λογιστηρίου, να δοκιμάσουμε να ζεσταθούμε στη φλόγα μιας χαρούμενης φωνής, το ημερολόγιο των πραγματικών συνταξιδιωτών, χωρίς άμυνα, σ' ένα πηγάδι με κληματαριές.
Κοντεύουμε να χάσουμε την ισορροπία μας, κατεβαίνουμε βλοσυρά τις σκάλες, πλάσματα ενός άλλου κόσμου, καταγράφουμε τα προσωπικά μας αισθήματα με ψυχραιμία, παίζοντας σφαλιάρες με τα πτώματα στους δρόμους, με τα συντρίμμια ενός ακήρυκτου πολέμου, θηρία πεινασμένα, κομμάτια από εικόνες και ηχητικά ντοκουμέντα, είμαστε
 Έφτιαξα σχέδια του νέου μου σπιτικού, σχέδια δικά μου γκρινιάρικα, χρησιμοποιώντας τη δική μου τέχνη, έβαλα φαρδιά περβάζια από τη μέσα μεριά, με τρυπούλες για να βάζω τις βιολέτες του Επιταφίου, υάκινθους της μεσαίας όχθης, μικροσυμβάντα των ταξιδιών κι έναν καθρέφτη.
Η κρίση μας καταργείται αδιάκοπα, κυκλοφορούμε αδιάκοπα παντού, σταματώντας την κυκλοφορία των χλωμών αντικειμένων που απεικονίζουν συλλέκτες, εκπατρισμένες καστανές μπούκλες και νυστέρια από ηλιαχτίδες που βαριούνται. Με έσπρωξαν και με πέταξαν στο τέρμα της φαντασίας, ψιλό κάρβουνο που λαχταράει μια νίκη, υψώνω σημαιάκια και παραμονεύω την ώρα, σοκολατένιο αυγουλάκι που προκαλεί αμηχανία τα Χριστούγεννα, κυνηγιέμαι με τα φτερά από τα φαναράκια του ουρανού, σφάζω στην αγκαλιά σου την ερημιά. Ο ίλιγγος έρχεται φυλλομετρώντας τους αραιούς διαβάτες που λιβανίζουν τη γειτονιά, νυσταλέοι μικροαστοί που προσπαθούν να στρατολογήσουν κι άλλους για το μουχλιασμένο στρατό των υπαλλήλων, πλειοψηφία που πασχίζει να συλλάβει τους λιποτάκτες που ανεμίζουνε τα χρώματα. Οι άνθρωποι στριφογυρίζουνε στο βίντσι μέσα σε χαράδρες με στημένα παλούκια και έξαλλα μάτια, δεν τους απομένει καιρός να κοιτάξουν τίποτα άλλο, αγκομαχούνε πολλή ώρα ώσπου να τους θερίσουν απ' το λαιμό.

Ανήκω σ' ένα πέτρινο ακρωτήριο που δεν παρουσιάζει κανένα χάρισμα, δε δέχεται να πνιγεί στον παλμό ενός φράχτη, φτιάχνει χειρόγραφα αντίγραφα μιας συγκεκριμένης φράσης, σηκώνοντας στον ώμο του τις μικρές κραυγές από τα καπνισμένα μεσημέρια, κούφιες ώρες μιας ορισμένης θάλασσας. Δεν έχει καμιά διαφορά η μια μέρα από την άλλη, κάτω από το νερό που βράζει και μέσα στα μάτια των κοριτσιών, παίρνουμε μορφή σταματώντας μια δυο φορές για να κοιτάξουμε τα νεκρικά φορέματα των παιδιών που δε μεγάλωσαν ποτέ, πάντα ανυπόφοροι γιατί πληρώνουμε τα σπασμένα, αποφεύγουμε καθετί που έχει σχέση με τα ελαττώματά μας. Κοντολογίς είμαστε κουστούμια που ξυπνάνε τα μεσάνυχτα για να κλείσουμε το μάτι στο φεγγάρι, με την κρυμμένη λάβα της μοναξιάς να μας δίνει τη γλύκα του θανάτου, ζωντανά σχήματα σε μιαν άκρη σπαρμένη σταφίδες και δαχτυλίδια εορτών, ψεύτικοι και αληθινοί, σύντροφοι. Παραβολικές χρήσεις των βομβαρδισμένων μαρμάρων που βγαίνουν μέσα από τις στέρνες των παραγγελμάτων, εξόριστοι που σκοντάφτουν, μα μένουν πάντα όρθιοι, δεμένοι με κλωστές στα σοκάκια που τρίζουν, αντιστεκόμαστε κακαρίζοντας στις πλαγιές που στάζουν αίμα, ολομόναχοι μέσα στα συρματοπλέγματα.

 ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ -Ελευσίνα- 3,14 2

 
 
Φύλλο αρ. 191
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 20 Απριλίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ειδήσεις
Παρεμβάσεις ΣΥΝ για το ναυάγιο στη Σαντορίνη
Άκαρπη η συνάντηση του ΥΕΝ με τους φορείς της Σαντορίνης
5η Διεθνής Συνάντηση Πολιτισμού & Τουρισμού ΥΠΕΡΙΑ 2007
Μέτρα για τη λειψυδρία
Γενική Συνέλευση ΤΕΔΚ Νομού Κυκλάδων
Παρεμβάσεις Συν-κυκλαδικής Πρωτοβουλίας
ΝΑΞΟΣ: ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ
ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
Η αλήθεια θα μείνει κρυμμένη στα νερά της Σαντορίνης - Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΖΑΒΟΥΔΑΚΗ

ΣΤΡΑΒΑ κι ΑΝΑΠΟΔΑ

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος

Απόψεις
40 χρόνια πριν ή 40 χρόνια μετά - (Ελάσσονες ενθυμήσεις από την 21η/4/1967) Του Β.Π. Καραγιάννη
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ - Μεγαλόχαρη Τήνου, ιστορία για Αγ(ρ)ίους" B' Μέρος
Πολιτισμός
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ NEOEΛΛHNIKΩN EPEYNΩN - 21 Απριλίου 1967 Σαράντα χρόνια μετά.
Φεστιβάλ Αιγαίου - Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» 11 - 22 Ιουλίου 2007
Διήγημα
Εύφορη ημισέληνος - ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ