ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   
Διήγημα
 
 

Υάκινθοι κάτω από την πόλη

«μες του καπνού τα φύλλα/ ξυπνά η Ελευσίνα το γκρίζο της ξεβάφω/ και πράσινο το βάφω σαν τα μάτια σου»(τραγούδι στο ράδιο)

Άρχισε να ψιχαλίζει, το κεφάλι της περασμένης μέρας λαμποκοπάει σαν νάναι από χρυσάφι, τώρα ανοίγεται μια άλλη πόρτα που θα μου κοπανήσει τη ψυχή. Η βροχή ορμάει καταπάνω μου με τη λόγχη μπροστά, δεν έχει καμιά σημασία που θα με αγκαλιάσει σφιχτά και θα μου δώσει στα χείλη το φιλί του φόβου, θόλωσε η νύχτα και θα αρχίσουν οι αδιάφορες συνήθειες. Παράπονα των ήχων που γίνονται πόθοι στο κορμί μου, ραγίσματα ξαφνικά στα ποτήρια των σύννεφων και τα λουλούδια να μουγκρίζουν από πόνο, μέσα στ' αλώνι με τα μαντίλια και την καρδιά μιας πασχαλιάς. Χρειάζονται ακόμα πολλά για να γίνει το παραμύθι μου ταξίδι, μέσα σε ωραιότερο σώμα, μέσα στο προσκέφαλο του στήθους μιας ιέρειας, στη μυρωδιά σου που γεμίζει το δωμάτιο, μέσα στα ονόματα των δώρων, το θαύμα της φωνής σου, το προικιό μου.
Φαντάζομαι ένα παράθυρο που αγωνίζεται να καθαρίσει από μέσα του τα όνειρα με τους ερασιτέχνες κοσμηματοπώλες και τις πόλεις με τις χρωματιστές σκάλες, ακατάλληλες αγάπες που φαντάζονται σκυλιά με φυτεμένα δοχεία. Ξύλο του μολυβιού που δηλώνει το ψέμα των συνόρων και μια κάμαρα που ξετυλίγεται μετά τη μεγάλη πυρκαγιά, λεμόνι που κρεμιέται στα σύρματα, μια Παρασκευή με μικρά πεζοδρομία, φορώντας ένα ραδιόφωνο σε υπόγειο καφενείο, οι αμανέδες με τα γαρίφαλα, διάφορα παιχνίδια και το σπίτι που συμφωνήσαμε να διανυκτερεύει, κορδόνια, στεφάνια, τα παξιμάδια απ' τις κηδείες κι ένας φυματικός καναπές, αποχωρητήριο με σκουπισμένα τζάμια, η μόλυνση των παραπόνων, σηκώνω τα χέρια από τα γόνατα.
Κοιμάμαι τραγουδώντας στους πειρασμούς, φόρεμα που λικνίζεται την άνοιξη, κύριος της δροσιάς, σκοτάδι κι ένα λιοντάρι που ανοίγει τις παλιές πόρτες.
Ξεντύθηκα, φαίνομαι γελοίος μέσα στα σπίτια που απομακρύνονται, πρόσωπα που υμνούν τα πουκάμισα και τις αναμνήσεις που ερειπώνονται, άλλοτε μανάδες, άλλοτε πρωινές προσευχές, κουρελιασμένες μυρωδιές των σπασμένων γυαλιών, βουβοί αιχμάλωτοι στις σκάλες των πλοίων, τρέχουμε με καρφωμένα τα καπέλα του θριάμβου, εκλεκτές εποχές των κηρυγμάτων και των πολυσέλιδων τόμων, γυρεύουμε διεγερτικές κρυψώνες γεμάτες στόματα που δημοσιεύονται σε εφημερίδες της απάτης, με τυχαία μέτωπα, με εξέδρες γεμάτες σκοτωμένους, άγραφοι χάρτες των αντικρινών δέντρων, εξαντλημένοι ανάμεσα στους γρανίτες και στις συνεννοήσεις χωρίς συμφέροντα, καθισμένοι στους πάγκους μιας κυρίας που ράβει μια μεγάλη επιτυχία, έμποροι που επιστρέφουν στην ιεροτελεστία του δρόμου.
Σκούρο άσπρο και φθαρμένες ντουλάπες που δεν κλείνουν, τα σπαρματσέτα των σεντονιών και τα παντζούρια από πυρίτιδα, πίσω στις τυλιγμένες βιτρίνες, αδέρφια με σιδερένιες υποχρεώσεις, καταστήματα που διορθώνονται, παλιές ειδικότητες και εφευρέσεις.
Τα κέφια της μόδας συναγωνίζονται το ταλέντο του πιάνου, παρηγοριέμαι με κρασί και διαλύματα μυστικών και ελπίδων, ξεσκισμένη ακαταστασία, απομονωμένες τιμιότητες σχηματίζουν γωνίες και τη μοίρα. Ζει ειδυλλιακά σε μαρμάρινα σιντριβάνια, ρούχα της απλυσιάς και η εμπιστοσύνη κρατάει την απάτη, βγαίνει στα μάτια που κρατάνε τα σχοινιά, γεμάτοι ονόματα αφεντάδων, καταφύγιο των δασκάλων της παρακμής, ανιψιοί των αποτσίγαρων και του κονιορτού της πτώσης.
Σύνδεσμοι και σχέσεις που ανταμώνουν τις ράχες των ποταμών, κλινικές που αποτυχαίνουν στους σκοπούς τους, τραγούδια με στρατιωτικά κεφάλια και παλουκωμένες περιγραφές ταξιδιών, παιδιά ορφανά που θάβονται σε περίβολο της παλιάς εκκλησίας του φονιά, μέσα στα δέντρα που φτύνουν τα κουφάρια, ληστεύοντας τα καραβάνια των παρασυρμένων απ' τα κατώφλια των μοναστηριών, ξυπόλητες στάμνες και άπροικα σύμβολα από φαγοπότια, σύμβολα μεταχειρισμένα, άνετες αίθουσες των γλάρων.
Το μικρό δαχτυλάκι του θρύλου μιας διασπαρμένης μορφής, αδύνατη αφή, γεμάτη μεταβάσεις και ανεμώνες, ριπές από άσπρο ψωμί και ακατάστατα υπόλοιπα από σαπισμένα σκεπάσματα, ο φόβος ξεστρώνει τα χέρια ικανοποιώντας την αληθινή χαρά του μετρήματος που χτίζει τον συνοικισμό των κουρελιασμένων σφυριών, σφυριά που προειδοποιούν για την ευκολία, ευκολία που επιτρέπει την ένωση των κραυγών, αγιασμένα σώματα των τελμάτων, πριν ανέβουμε στον ουρανό, ζούμε με ασήμαντες λεπτομέρειες.
Έχω μια κομματιασμένη βροχή που μπαίνει στα σπίτια, μιμείται την εκλογή του θανάτου κι έναν αστράγαλο που κολυμπάει στο χυμένο νερό, καταπίνει τις προφητείες και στερεώνει τα αποσπάσματα των εφηβικών πληροφοριών, αδιάφορη, γεμάτη δράση και διαφορετικούς κόσμους, αργόσχολα ζουμπούλια και γεύματα.
Αρνήθηκα την ασχήμια, σκύβω και πίνω το γυμνό ιδρώτα του ζεσταμένου κόρφου σου, γυναίκα της βρύσης με τις κοντές κίτρινες τρίχες και τα μακιγιαρισμένα εργόχειρα των καταγώγιων, κεντημένη σκέψη των ρημαγμένων μυθιστορημάτων και του αυθαίρετου συμβολισμού, σημαιοστολισμένες αυτοκτονίες και οι σιδερένιοι γάντζοι των περαστικών, τρέχοντας με παγωμένες τσέπες, ταξιδιώτες του κυματοθραύστη, κοντεύει να βραδιάσει, με μια άμαξα, παίρνω από τον εαυτό μου το φανάρι, τα όργανα της τάξης, ο γιατρός, η υπεράσπιση μιας πάνινης γνώμης.
Ο θρήνος μιας συνηθισμένης κάμαρας, ο γονατισμένος χειμώνας με τα στραβωμένα παράθυρα των νεκρώσιμων ακολουθιών, μπροστά στους ανηφορικούς περίβολους με τα άσπρα μαντήλια των αλόγων, σάρκες από σπίρτα και πλαγιασμένο χρόνο, σκουριά των σκελετών, το πρώτο χώμα.
Προσωρινή λάσπη των παραγράφων, παρουσία αθάνατη του χάους και της θερμάστρας της πίστης, δισταγμός, μένω άδειος, φοράω το πείσμα των βασανιστών, η απόλυτη ανακούφιση της τελευταίας ομοιότητας, ο κόκκινος χρωματισμός της ερήμου, ο ενταφιασμός της όρασης, διαφορετικά από ότι συνηθίζω, χωρίς δαγκωματιές, κρυμμένος μέσα στα χαμομήλια, με τα καλάμια να παίζουνε πόλεμο παρακολουθώντας τα παιδιά, χτιστές ρόδες των φαντασμάτων, πέτρες και καλάθια κοντά στην στέρνα, χρυσά καρυδότσουφλα, με σπρώχνουν με τα κοντάρια.
Ο νεροχύτης, ανοίγουνε οι καθρέφτες να χύσουνε τη θάλασσα που ράγισε, χέρσος τόπος των ίσκιων της λάμπας, ορμητικά, κρυστάλλινα, με τα κοντά μανίκια της κάμαρης, μ' άρεσες ομοιόχρωμη με τα περιστέρια που πετούσαν, να χρίσουμε ως ένδειξη αμαρτίας.
Καμπούρης έρωτας, με τα απατηλά πρόσωπα να ντύνονται το σκόρπισμα και να σηκώνουν το γιακά τους, χωρίς συγκινήσεις και αριθμούς, μαθητές καταφρονημένοι των περισσευμάτων, στρατηγοί που διαψεύστηκαν, χωρίς να αισθάνονται τους μενεξέδες που τελειώνουν το έργο τους, θλιβερά πεζούλια που διώχνουν με βρισιές τα κουτιά απ' τα τσιγάρα, γυναίκες σε άσπρη κόλλα που αποφασίζουν την αποχή απ' την κυριαρχία των τροχών, η ανάσταση της πορφύρας και των αυτοτιμωρουμένων εφήβων, στην παλιά γειτονιά που χορεύουν ακόμα τα βάσανα, καμένα κλάματα σ' ακουμπάνε στον ώμο.
Το μαχαίρι σβήνει τα ξύλα του τζακιού, παιδιά που κληρονόμησαν το φονικό σου, μνήμες των χελιδονιών μέσα στα χώματα, ξεσχίζοντας τα ρούχα μου, πλημμυρίζω απ' το ρυθμό μιας στάμνας, άναρχος, άσκοπος, αγνώριστος.
Χωρίς αρθρώσεις, με μια χούφτα χώμα στα χείλη και ανύπαρκτα δάχτυλα, καινούριες λεπτομέρειες και καταθέσεις των βόλων του ήλιου, κόκκινα λουλούδια που ωριμάζουν την απώλεια, μάνες δοχεία και το αλάτι να χορταίνει απ' τις σάρκες μου, αντίδωρο της φωτιάς ψηλά στα βράχια.
Σκέφτηκα να κοινωνήσω το δίκαιο των νεκρών απάνω στα δέντρα που βυθίζονται στις εκβολές του σκότους, γνωστά διδάγματα της πλάνης και της φωνής της καταγωγής, θεμελιώνουμε τις παρορμήσεις μας όρθιοι στις πλώρες των δρόμων, ταξίδι απογυμνωμένο από κάθε εφόδιο, το σχήμα της σκέψης που αλλάζει συμμετρία, ομιλία διάφανη.
Σχηματίζω τα φτερά μιας βελανιδιάς, νηστικός ρίχνομαι στο πάλεμα με τον άνθρωπο, ζωντανή κουκούλα μιας αλμυρής Άνοιξης, με λουλούδια του κάτεργου και κουκουβάγιες της φουρτούνας, με χαλκάδες να σχίζουν το κύμα, μόνος φτεροκοπώντας στο πάθος, λέγοντας τα κάλαντα στη μεσιανή ρεματιά, ρομαντικοί ανεμόμυλοι του Μάρτη, οχιές και ξωτικά, η γριά σαύρα.
Τριγυρίζω στα δάση που καίγονται, υφαίνοντας με τα νήματα της Πούλιας και τα μεσάνυχτα που τουφεκίστηκε το γέλιο, ουρά που δένεται με σύρμα και μαύρους σπόρους του κάρδαμου, με τα παράσιτα ενός φύλλου, η προετοιμασία μιας σφραγίδας που αλλάζει με τις εποχές, δουλεμένη με μέλι και δάφνη, παράνομο τυπογραφείο των λιωμένων μολυβιών και των άγιων ονείρων, πρωί, το πέλαγος της πόλης.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
 
 
Φύλλο αρ. 190
Ηλεκτρονική έκδοση
Παρασκευή 6 Απριλίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ειδήσεις
Ψήφισμα με αφορμή τη συμμετοχή στην απεργία της ΑΔΕΔΥ(28/3)
Ανάδειξη των μονοπατιών της Τήνου
ΕΝΩΣΗ  ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ  ΔΗΜΟΣΙΩΝ  ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - Απάντηση σε δηλώσεις του Γ.Γ. Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου
Σοβαρές ελλείψεις και προβλήματα στο Περιφερειακό Ιατρείο Αμοργού
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ - Για τις αποζημιώσεις των υπαλλήλων
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ - Η κυβέρνηση αγνοεί τα αιτήματα των υπαλλήλων που υπηρετούν στο νησιωτικό χώρο
ΤΟ ΘΕΜΑ
Το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού και η αντιπαράθεση εθνικισμού - κοσμοπολιτισμού - Του Μάκη ΜΑΪΛΗ

ΣΤΡΑΒΑ κι ΑΝΑΠΟΔΑ

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος

ΑΝΤεπΙθέσεις
Σ' αυτούς που δεν συνήθισαν το τέρας
Απόψεις
Επίκαιρο και διαχρονικό
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ - Μεγαλόχαρη Τήνου, ιστορία για Αγ(ρ)ίους"
Πολιτισμός
4ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΥΡΟΥ(συλλογική εργασία) Ήθη και έθιμα της Σύρου
«Δωδέκατη Νύχτα ή ό,τι θελήσετε» - Στο θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ(9-13/4)
Διήγημα
Υάκινθοι κάτω από την πόλη - ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑ