|
Το σπίτι ήτανε σκεπασμένο μ' ένα αμπέλι, δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν, έπρεπε να του είχαν κάνει ένα σημάδι, εκεί στο δεξί μάγουλο, προτού το αποχαιρετήσουν, συμβουλεύοντας το να προσέχει το κοπάδι σα να 'τανε δικό του.
Οι μέρες θα διαδέχονται η μια την άλλη, μέσα σε μια διαρκή ονειροπόληση, βοτάνι που κυλάει πάνω στο νερό ειρωνικά.
Τις πρώτες μέρες έρχονται να ζητήσουν την ανταμοιβή τους, βγαίνοντας από την ομίχλη, έχοντας κάνει λάθος δρόμο, μ' εκείνο το φως να κουνιέται στη μορφή ενός κοριτσιού, η πληρωμή του χρέους κοστίζει πολύ, μπροστά στα μάτια που χορεύουν με τα κουρέλια τους ως αργά τη νύχτα, τραγούδια της γιορτής που παρουσιάζονται μόνο όταν βασιλεύει απόλυτη ησυχία. Σκαρφαλώνεις στα δέντρα σα να έχεις το Διάβολο μέσα σου, παρηγοριέσαι με τη σκέψη πως ο θεός τουλάχιστον δε σε περιφρονεί, χωρίς να σκέφτεται να σε κολακέψει, όταν είσαι άρρωστος, πράγμα που κάνει τους άλλους να σε κοροϊδεύουν, στην εξώπορτα με τη λάμψη που σε μεταμορφώνει, γλιστράς στο χώμα αναστενάζοντας.
Μη μου ξαναμιλήσεις πια, μη μου ξαναζητήσεις να σε φιλήσω, αυτό δε σου αρκεί, θέλεις να είναι κι άλλος μπροστά, θα με ξεχάσεις γρήγορα κι ίσως να μη ξαναγυρίσεις ποτέ, θα το γράψω μάλιστα και σ' ένα μέρος για να μην το ξεχάσω. Θα ξανάρθω απόψε την ώρα που ανεβαίνει ο πυρετός σου, προσπαθώντας να κατανικήσω τον εγωισμό μου, σαν να μη συνέβη τίποτα, πάντα με το ένα χέρι μισάνοιχτο και το άλλο κλειστό, να φυσάω τον καπνό μέσα στο σωλήνα χωρίς σταματημό. Τούτος ο τοίχος δεν εννοεί να πεθάνει, μόνο αναβολή της πολιορκίας και η ευκαιρία να διατυπώνεται στο ποίημα. Αριστοκράτες δικαστές με πλάστιγγες θανάτου και σκληρούς όρους, ονείρατα που σαρκάζουν το δίλημμα, και η Χαλκίδα με το φόρεμα των γλάρων. Γραμματόσημα σπασμένα και οι χαρταετοί να ανατρέπουν τα καθεστώτα, χάρτινες, κούφιες πλαστογραφήσεις, σιδερένια ερείπια τα ξημερώματα, αντιγράφω στις οροφές την αγκαλιά σου, μάτια της Ορθοδοξίας και του επιφωνήματος, μάτια αντικλείδια του μύθου.
Στα ίχνη των κρυστάλλινων ψηφίων της καθημερινότητας, αμελητέα στέρηση της ερωτικής έντασης, τινάγματα ενός ακροβάτη ανώφελα, σωματοφύλακας νεκρός στην ασπίδα των κίτρινων κεριών, η διανυκτέρευση, τόλμησα να δω την αναπνοή σου. Γνήσια τέκνα της έκπληξης και η σύμπτωση να προσφέρεται ως αντάλλαγμα, κακοσχηματισμένος και κακόγνωμος, κοντά στα μεσάνυχτα, με την ελπίδα να βρω πλοίο και να σωθώ. Ρίχτηκαν πάνω μας, φωνάζοντας σ' ένα γεμάτο ντενεκέ, στο σιντριβάνι δυο νομάτοι του νερού, τα σκυλιά γάβγιζαν, σκυφτοί, σιγά σιγά, τραβηχτήκαμε. Μαζέψαμε όσο καρπό μπορούσαμε και τον βάλαμε σ' ένα βαρέλι, μισό σακί στάρι κι ο μύλος άρχισε ν' αλέθει, εκεί βραδιάσαμε. Πάγωσα, πάντα άκουα την καρδιά μου, το συνήθιζα, αναρωτήθηκα, άντρας ή γυναίκα, πλύθηκα, έκανα την προσευχή μου κι έκατσα στο τραπέζι. Αν ζήσω, καρτέρα με. Πρέπει να μπω στη σειρά, μας έχουν πρόσωπο με πρόσωπο. Φιλούσα το κατώφλι, σκέπασμα που στροβιλίζεται πριν από τη βροχή, μ' ένα κατακόκκινο λειρί και μια μετέωρη ενσάρκωση της σμίξης.
Αποστρέφομαι την κοινή χαρά, τα λουριά και τα δόντια μου, αποτυχίες, απώλειες, επιβραδύνσεις, ο ήλιος καίει το καλοκαίρι σαν τις πέτρες που βεβαιώνουν το παιχνίδι της λάμψης των πηγαδιών της θλίψης, λάμπες λογοκριμένες, άσπρος ήλιος των τσιγάρων και των στίχων, δεν αντέχω να εξαφανίζεσαι μέσα στη σκόνη, η νέα συλλογή της αναμονής. Το άγνωστο συντηρεί αυτή την περιπέτεια, παρατεινόμενη ξηρασία, κατάλληλες εντάσεις στην κατάλληλη στιγμή, εντελώς φυσικά, δέσμιος και καταπιεσμένος, ολόασπρο πουκαμισάκι του αφρού της θάλασσας, ικανός να εκτιμήσω το βάρος μου.
Έκρυβα ένα μυστικό, ξαπλωμένος στην κορυφή του λόφου, ήσυχος μέσα στο καβούκι μου, χαίρομαι για τα κέρατα μου και λυπάμαι για τα πόδια μου, αναστατωμένος, γιατί οι γάτες τριγυρίζουν παντού και κανένα ποντίκι δεν τολμάει να βγει από την τρύπα του. Μόνο ένα παγώνι τινάχτηκε και τα φτερά της ουράς του ξεκόλλησαν και έπεσαν καταγής, στο μεγάλο θάμνο, εκεί που είχε τη φωλιά του, τα' πιασε με το ράμφος του και τάσυρε κοντά του, κάτι γέροι, μερικές γυναίκες, ένας καλόγερος.
Έτρεξα τρομαγμένος για να τους ξεφύγω, λίγο να κουνηθεί ένας ίσκιος, τινάζομαι απάνω και το βάζω στα πόδια, πέφτω τρομαγμένος μέσα στα βαλτόνερα, θα με πάνε για το κρέας μου στην αγορά και ξέρω πως θα με σφάξουν. Γι αυτό στριγγλίζω δυνατά. Μου κάνουν λέει μεγάλη τιμή που μου ροκανίζουν τα κόκαλα με τα βασιλικά τους δόντια, πρέπει να με θυσιάσουν για να σταματήσει η επιδημία της πανούκλας.
Δυο κύριοι σε μια επιπλωμένη τραπεζαρία, ρούχα φανταχτερά και ρολόγια με χρυσές αλυσίδες, κινήσεις κωμικές με το ρυθμό των τραγουδιών, κομψά πόδια με όμορφους αστραγάλους, γυναίκες καλοπληρωμένες, με κορδέλες ανθρώπων ενάρετων, μια βελτίωση της ζωής, μια κατήχηση των σκλάβων.
Λυγερή και κομψή , με ταραγμένο μέτωπο, στα όρια της λογικής και της θρησκείας, χωρίς καμιάν ελπίδα, χαμόγελα των συζύγων που βασανίζονται, διαβάζω, μορφώνομαι, ξεπηδάω από μέσα μου, μια αστραπή που περνάει μέσα απ' τα μάτια, στην άλλη πλευρά του ποταμού. Η καρδιά που δε θα καταλάβει τη φυγή, πολύχρωμα οικοδομήματα με πορσελάνες στρογγυλές και γυαλιστερό έβενο, δίπλα στα γράμματα των βραδινών ταχυδρομείων, δε πρέπει να βρίσκομαι εδώ αυτή την ώρα, μη με κατακρίνετε. Ξύλινα κεφαλάκια που ξεσπάνε σε λυγμούς, ζεστό νερό για το ξύρισμα, μαραμένο χορτάρι της αυλής και οι προσταγές να φεύγουν κρυφά το βράδυ από το σπίτι των γυναικών, πηδάω καταγής κουνώντας το καπίστρι μου, βρίζοντας και βλαστημώντας, ζώα και άνθρωποι καβάλα στ' άλογα, φορέματα και μαλλιά που περπατάνε ήσυχα, κρυμμένα πίσω από τους βράχους, κατάκοποι, με το κορμί άρρωστο, στοιβαγμένοι σε πελώριους σωρούς.
Απ' το παράθυρο στην πόρτα και από την πόρτα στο παράθυρο, δε θα σ' έδινα για όλο τον κόσμο, σκληρός και φιλάργυρος, με κοπλιμέντα και χαμόγελο από αγκάθια, το αίμα σημαδεύει το δρόμο με τα άσπρα σπίτια. Σημαδεύω με τα παπούτσια μου το δρόμο, λάμποντας από ευτυχία, ντύνω τους γυμνούς κουρελιασμένος, ξιπόλητος, σκλάβος με δάκρυα, εξαντλημένος απ' το διάβολο, ρολόι που χτυπάει μεσάνυχτα κι ακούω τα αμάξια να σταματάνε στην πόρτα. Πριν ξημερώσει καλά, δένουμε με σχοινιά τα μπαούλα και φορτωνόμαστε τις αλυσίδες που ρωτάνε με γλυκιά φωνή τις άσπρες μουσελίνες που στάζουν, πάνω στο ράψιμο τους, σε σχήμα καρδιάς, με μαύρα μάτια. Συγυρίζω τις τελευταίες λέξεις, μια γριά και δυο άντρες, τσαγιέρα που βράζει στη φωτιά, χρυσό σύννεφο γεμάτο ελπίδα, οι αχτίνες του ήλιου είναι άνθρωποι πιστοί και όλες προσέχουν.
Τα κυπαρίσσια με τις πένθιμες γιρλάντες τους, και συ χωμένος στις μπάλες του βαμβακιού, ανάμεσα σε ψηλά και στέρεα προχώματα, άθρησκος και ασεβής μέσα σε μαρμαρένια κολόνα, σκορπισμένος στους καθρέφτες, με μανσέτες κάτασπρες, αντίκρυ στα δυο μου χέρια, σκούρη σιλουέτα σε τριανταφυλλί πρωινό, στο μονοπάτι με τις σφαίρες που μιλάνε μεταξύ τους.
Οι ετοιμασίες του πρωινού στο πάτωμα της κουζίνας, μαστιγωμένοι φτωχοί διάβολοι, χοντροφτιαγμένα τραπέζια. Γυαλίζουμε ζωηρά με σταυρωμένα χέρια στο στήθος, με κάποιο πείσμα χωμένο μέσα στο μανίκι μας, σπαράζοντας ολόκληροι από τα κλάματα, βελόνες και κλωστές, σαν πύλες μαργαριταρένιες, αλάβαστρο με κερένια δάχτυλα, κόκκινα από τον πυρετό, χίλιες μικρές ασχολίες, πάντα γύρω από τον εαυτό μας. Η καμπάνα του εσπερινού τριγυρίζει σκονισμένη στα πεδία των μαχών, μαστιγωμένη απ' τον αγέρα, ονειροπόλα γκρίζα μάτια που διαμαρτύρονται για τις περιπλανώμενες φιγούρες των υπηρετριών με την μυρωδιά του σαπουνιού και τα γεμάτα με δυνάστες μεσοφόρια, κορμιά που εξορίζονται μαζικά, γράφουν τα απογέματα για έναν ξάδερφο με διαφορετικές φλέβες και πεισματάρικο πρόσωπο. Μάζεψε βιαστικά τα σκόρπια μαλλιά που θρηνούσαν στο πάτωμα, σκαρφάλωσε στην κορνίζα ριγώντας, η αδιάκοπη φασαρία των φλογερών προσευχών, το καθαρό φως απ' τα φουστάνια που κεντήθηκαν με αγιόκλημα, οι γρίλιες που απαιτούν να πισωδρομήσει και να πέσει στα γόνατα, ο κίνδυνος να βαρεθεί τα άλογα με τα γαλάζια κρίνα στα χάμουρα, ζυγώνει η άμαξα με τους μεθυσμένους σκοπούς και η υπερβολή να σκοντάφτει στις καμινάδες με τα λασπωμένα γράμματα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|