Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά τους οικοδόμους να ουρλιάζουν στα συμπόσια των πυραμίδων, μέσα στα γέλια των τυράννων και στους ετοιμοθάνατους χορούς αυτών που αρνούνται τα βότσαλα με το άπλετο φως, η αγοραπωλησία των προλόγων με τα συμπτώματα της σκέψης, μια φωτογραφία, σαν Ωδή σε διαθήκες συγκατοίκων.
Δειλινό της δίκης, οι κινήσεις των στίχων και τα ενθυμήματα, ένοικοι των μαύρων σαλεμάτων που ζήτησαν μερική απασχόληση, απογοητευμένοι από την αναγκαία ζωή των θαμπών προβολέων, ψηφοφόροι σε καθεστώτα αναπήρων με έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση, υπογραφές κατά της απόσυρσης άσκοπων γνώσεων.
Πλημμυρισμένες αυλές από τις άσημες σκιές των οργισμένων λαβάρων της πρώτης νεότητας, με θύμησες σπασμένες και αρρωστημένες από το φασισμό μιας υγρασίας που ζυγώνει, κρυμμένα ξέφτια των όπλων και η κεντρική πλατεία με τα χτυποκάρδια των φύλλων του Φθινοπώρου, ψωμί που λαξεύεται ακόμα, ταύτιση με τα τροχοφόρα που περνούν και των πρακτορείων της θρησκείας, παίζουμε τους κουρασμένους που στρίβουν ξαφνικά καπνίζοντας τα παράσιτα ενός σούρουπου που τραυλίζει, το σκοτάδι των λαϊκών εστιατορίων, κίτρινος καπνός του αμαρτήματος.
Σπάνια διηγούμαι τα πάθη μου, κρυμμένος απρόθυμα πίσω από τις ομπρέλες μιας αυριανής εξορίας, η κατεδάφιση, το αρχικό μοτίβο των συλλυπητηρίων από πληρωμένους εχθρούς και φίλους, η μαθητεία στο πρόσωπό μου κι ο αργός θάνατος του κοριτσιού που φορούσε για καρφίτσα ένα αηδόνι, εκεί στη Μεγάλη Άρκτο, μ' ένα σκέτο καφέ, αγναντεύοντας τα δελφίνια να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια των κυμάτων, τύφλα στο μεθύσι.
Μια εφηβεία ξεριζώνεται πιο εύκολα απ' τις πλανόδιες παρθένες των συνόρων της μνήμης, από χέρια στοργικά που εξαφανίζουν τον ουρανό, τις Κυριακές που αναλύονται οι εικόνες, στους στενούς διαδρόμους που μας ακολουθούν όπως το λιβάνι, ουρλιάζοντας σα τη ζέστη που επιμένει να σκορπάει κέρματα της στάχτης.
Με το μισθό των Διαγώνιων και τις μύγες να βουίζουν γύρω σου, δεν είναι παίξε γέλασε, θα υποστούμε στέρηση νερού και τροφής, καθισμένοι καταγής, δίπλα στα ξυλιασμένα κορμιά των αστέγων, ατμόσφαιρα μαυρισμένη από το χρόνο και η αξίνα να θυμίζει πως η ώρα πέρασε, κίνηση για απομάκρυνση στις μύτες των ποδιών, τα μεγάφωνα, μας μεταφέρουν.
Σωριάζομαι, μετράω τους σφυγμούς μου, τις βραδινές ώρες μικραίνεις, προσπαθείς να δακρύσεις κι ολόκληρο το μούτρο σου φουσκώνει σπασμωδικά, μορφή γνωστή μετά από μεγάλο ξενύχτι, παρακολουθώ τη σκηνή με προσοχή, βγαίνω έξω και πνίγομαι στο σκοτάδι, όλα είναι χέρια θανάτου που υψώνονται, φωνάζουν όλα μαζί μοιράζοντας καλοφλογισμένα κούτσουρα και ύστερα χάνονται κατακόκκινα μέσα σε ασημένια χαρτιά που κρατάνε ψηλά κοντάρια με άσπρα εσώρουχα. Κάθομαι τριγυρισμένος από το μακρινό βούισμα των τοίχων που είναι γραμμένοι με τις λέξεις, σκύλος, φύλακας, θάλασσα, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος, στην καρδιά του χειμώνα, χιλιάδες τριξίματα από πόρτες που ανοίγουν και το ταβάνι να βρέχει κλειδιά, σμίγω μ' έναν από τους μαρτύρους, από μέσα μου βγαίνει μια ξερή φωνή, αφήνοντας μου πονεμένα τα σπλάχνα.
Μακριά από το πανηγύρι που θα πηγαίναμε. Βλέπαμε εικόνες από παραμύθια, βρίσκαμε ένα σπιτάκι με εικόνες που ακούγαμε από το ραδιόφωνο και τις ρίχναμε πάνω στην άσφαλτο, ραδιόφωνο που είχε αίματα σε όλο του το πρόσωπο και τα μάτια κλειστά.Μας είχαν πουλήσει από το απόγευμα για ένα μπουκάλι νερό, σε ένα φανάρι της παραλίας. Μα εμείς γελούσαμε κάνοντας τούμπες μπροστά στα πόδια των πουλιών και των πλοίων, μικρά πλοία χωρίς δισταγμούς, με σηκωμένα χέρια για να διώξουμε τα λιμάνια. Βλέπαμε μόνο εκείνο το πράσινο φως, που δεν το ξεχωρίζαμε πια καλά καλά να εκσφενδονίζεται και να φτάνει πίσω από τις γλάστρες, σαν να ήθελε να ξυπνήσει τα δικαιώματα, μισοσαστισμένοι, γιατί από μικρά παιδιά φοβόμαστε τις ακίνητες γλάστρες στις άκρες των μπαλκονιών, αυτά τα ακίνητα πράγματα που δεν κλείνουν μάτι όλο το βράδυ, μόνο έτσι ξαφνικά ένα πρωί τα βρίσκουν οι ένοικοι τσακισμένα στα πεζοδρόμια.
Στη γωνία μιας κάρτας. Μια πόλη επιστρέφει στους πλούσιους αρρώστους τα χαμηλά φράγματα των ακτών, με τα παραληρήματα της απουσίας και τα σφυροκοπήματα των κρίσεων. Απόλυτοι κύριοι της σκόνης, στρώματα που εξέχουν από τη γη, χτυπημένοι από ολοκληρωτική απώλεια της συνείδησης, βαλλιστικά μηχανήματα που κόβουν τις συζητήσεις, μέσα στις φλόγες των ιδιοτήτων ενός όπλου, με μαλλιά γκριζωπά και ύφος αφηρημένο, είδη πολυτελείας και είδη ανάγκης, μη θέλοντας σε κανένα να αφήσουμε την τιμή να γίνει ξεναγός μας, αδιόρατα χαμόγελα στο βάθος των περιβολιών.
Μικροί μύλοι από άμμο στα πρόσωπα που κοιτάνε, γλώσσες κομμένες απ' τα ίδια μας τα δόντια, και τη φωνή να την πνίγει ο θυμός, χωρίς να μας πάρει είδηση κανένας, σε περίπτερα ή σε δωμάτια, σφιγμένοι μέσα σε κιτρινωπές θήκες, κόκκινες ταινίες σε κατάρτι, σε ορίζοντες αυλακωμένους από κλαριά που πηδάνε μέσα στα δωμάτια κουβαλώντας τις βάρκες των πρώτων ωρών του πρωινού, λεύτερα πανιά, ικανά να κρατήσουν άγριους καιρούς σε σύρτες που έχουν τραβηχτεί από μέσα.
Φανταστείτε την εντύπωση που κάνει μια απαγωγή σε μια πόλη, τα τελευταία μανουβρίσματα της αριστερής όχθης, περάσματα που τραβάνε να πιάσουν τα' ανοιχτά, χαιρετούρες της βίζιτας και των οργάνων της εξουσίας, ύποπτα κίνητρα επισκέψεων, σπρωξίματα που κατεβαίνουν με κατεύθυνση προς τα στενά, θύματα μπαρκαρισμένα της νύχτας, από λάθος είχαν υποψιαστεί την πλώρη, μέσα στις καταχνιές και τη χαρακτηριστική μυρωδιά του αιθέρα, ανέπαφοι ως τα σήμερα, συγκεντρωνόμαστε τώρα μονάχα στην ακοή, ένα λίκνισμα.
Να με ανεβάσουν στο κατάστρωμα, να ακουμπήσω σε μια απ' τις γωνιές των τοίχων, στα εξογκώματα της λαμαρίνας, στις φαρμακωμένες από οξύ άγκυρες, ένα κομμάτι ψωμί και μια κρύα καμπάνα, δίψα που αναγκάζεται να μου απαντήσει, μέσα σ' αυτή την κυκλική γραμμή, ένα γύρισμα κλειδιού και το φανάρι άνοιξε, ξημερώνει με ταχύτητα, ανεβαίνω τη σιδερένια σκάλα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|