|
Την ώρα του δειλινού ανατριχιάζουμε στο άγγιγμα των αόρατων χεριών, με τα παλιά μας καπέλα να προχωράνε μέσα στους δρόμους με αργά βήματα και οι ήχοι από τα ρούχα που κουδουνίζουν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και μέσα στα βιβλία, αναμμένες λάμπες που κοιτάζουμε κάτω από το λόφο, ξεσκισμένα σακάκια χωρία γιακάδες, κλαίμε ανάμεσα στις κραυγές, κρατιόμαστε ανοιγμένοι με μια σκανδάλη, ο ένας κατόπι από τον άλλον, ματωμένα πανιά που περιμένουν τα βήματά της ν' ανεβαίνουν στη σκάλα.
Η καρέκλα σέρνεται μόνη της στο πάτωμα, περίπου μισό μέτρο κοντά στο κρεβάτι, κρεμιέται στον αγέρα και ύστερα εξαφανίζεται, η κομμένη άκρη του σεντονιού, ο παγερός αέρας του γυαλιού που ξαναζεί για μια στιγμή όλη την παλιά ζωή του, αρχίζω να γυρίζω μέσα στο δωμάτιο, μια μικρή μηχανή που κάνει θόρυβο, δε νιώθω πια πόνους, όσο δυναμώνει το φως τόσο πιο διάφανος γίνομαι, ακούω φωνές να με προσκαλούν, αρχίζω να κοιτάω προσεχτικά κάτω απ' το κρεβάτι, τεντώνω το δάχτυλο μου γεμάτος ανησυχία, τρέμω από το κρύο.
Δοξασμένοι βασιλιάδες που στέλνουν την καρδιά τους να φτιάξει θεσμούς και θρήνους για τη σωτηρία της λεπτομέρειας, στα στήθη των μονοπατιών του ονείρου, κιθάρα του έρωτα που αφήνει το κορμί της να πλανιέται στον αιθέρα, χρησμοί που ζούνε επικίνδυνα σε θαλάσσιους δρόμους και σε χαράδρες με κρύπτες και καταχνιά, δρόμοι της επιστροφής αυριανών ανθρώπων, ικέτες της άρπας με φτερά στα πόδια και αμμουδιά στην καρδιά, τέχνη της χιονοθύελλας και των ακτών που στεφανώνουν τα καράβια των αρίστων.
Πύργοι των υγρών λιβαδιών και των ηρώων της χώρας των νεκρών, κακοτράχαλη ματιά της μαντικής και των νερών μιας χλαίνης, στραβή τροχιά της λάμψης της τροχιάς και του πλανήτη της προβιάς, αγάπη, λευκά παιδιά που αγορεύουν στα τραπέζια, πλοία στριφτά που υποτάσσονται στα όπλα που
ξεντύνονται, η ηδονή των κοφτερών πελμάτων, καρίνα των κυλίνδρων και του γαλάζιου.
Σφίγγουν οι ιμάντες με πάταγο, λόγια και έργα που γίνονται αρχηγοί γεμάτοι δώρα και ξερά κλαριά, ραντισμένοι με αίμα και ρίζες αθάνατες, φλόγα βουερή των αφεντάδων και της αυγής που συμμετέχει στα άστρα, κύματα των εγγυητών ενός όρκου χωρίς άθλους και φόβο, πανιά που φουσκώνουν στον όρθρο, οι σκάλες που κινούν τις φυλλωσιές απ' το δίκαιο, αγκαλιά με τις θεραπείες και τα μονοπάτια των όπλων, κρασί της μάχης και των ύμνων, ντρέπομαι να ανάψω τα πέρατα του ουρανού.
Παρεκτροπές οξύτονες και οι κεραυνοί να τραγουδάνε τη γέννηση, φωνή ξεριζωμένη των Κενταύρων, καρδιά ενθύμιο της φιλοξενίας, οι γέροντες αρχίζουν να προσεύχονται, κύκλοι των πουλιών και των πυθμένων, θυσία εξαίσια των γυναικών που σμίγουν με φίλτρα μαγικά, τα πηδήματα της σαγήνης των κουπιών, λαμπρές πέτρες που αναβλύζουν χειμώνα και κόκκινο κρασί, ενάντια στη βιάση των τόξων, ασφυκτικές προσταγές της οργής, ύπνος γλυκός των νεκρών που θυμούνται πάλι το ταξίδι.
Σάλτο τρομαγμένο του ορίζοντα, κορμοί των δέντρων που υποδέχονται τα κεντημένα άνθη της κόκκινης ελιάς των ελασμάτων, ανθισμένος λαιμός με διάφανα δάκρυα, κληματαριά αιχμηρή σε μνημείο αρχόντισσας.
Στήνουν βωμό οι κουπαστές με διαδήματα απρόσμενα, εκβολές της λαχτάρας, λουριά και κέρατα των νυμφών, πάθος και δύναμη, περιφρονάμε τα χιονισμένα δάση του Βοριά και τη μάνα της πρύμνης, προτροπές που κουρσεύουν τα στόματα του ολέθρου με την πνοή του αλατιού και τα διλήμματα των εκτελεσμένων θυγατέρων της κάμαρας, γλυκιά συντροφιά των αρμάτων και της Μήδειας, άδικα άρματα των σκήπτρων και των πέπλων, άδικα έργα με βλέμμα φοβερό.
Πισωπατώντας πλαγιάζω στα σπίτια του συμφέροντος, κρεβάτι πύρινο σε χάλκινο τείχος, ψηλός κορμός του αγέρα, τέρας φριχτό, σπέρνεις την πατρική μου γη με των σκυλιών τη λύσσα, μέσα στους κύκλους των σπαθιών και των φιδιών το θειάφι.
Κόβω τον ποταμό με θόρυβο πολύ, στα φαράγγια με τα άψυχα πηδάλια, στην έσχατη τροφή της πάχνης, πέρα σε λίμνη σκοτεινή, σε είσοδο πόλης, ανατριχιάζοντας με τέχνη, ανώνυμη, αδάμαστη, απαγορευμένη πεύκο σε δάσος της Περσεφόνης, λυγμός που σκότωσε τις αμαρτίες των ικετών, ο εξαγνισμός των απόκρημνων βράχων, ύμνος θεϊκός της θύελλας, περήφανη αγκαλιά του νόμου, φριχτή καταστροφή, οχυρωμένοι κήρυκες.
Καρδιές κρυφές των αποφάσεων, δυστυχισμένο δόρυ ενός γάμου, προσφέροντας στο Μέγα Δαίμονα τις οπλισμένες σπονδές της ψυχής των κλειδιών μας, πόνοι της φύσης καθώς η αστροφεγγιά στριφογυρίζει μακάρια στα αίθρια των παλατιών της σελήνης, σπέρμα του περίτεχνου ταύρου και γνώση του θρόνου των τροχιών, έργα της δόξας καρποφόρα, αμόλυντε χρόνε σβήσε των πηγών σου τα μάτια, όμορφα μάτια της νύχτας των πέπλων, φέρε το τέλος μέγιστε αιθέρα, πρόσταξε τους θεούς να τιμήσουν τα ίχνη σου.
Ευτυχισμένες ώρες των κερασφόρων πεδιάδων, σκληρά βλαστάρια της φωνής με τα αρώματα του δυόσμου και των σμύρνων, ονόματα πολλά, χάλκινα, μυσταγωγίες για τις σπηλιές της Ελευσίνας και τις ανταύγειες της βροχής, λαμπρό κάλυμμα του ουρανού που τρέφεται με παλικάρια και υδάτινη αύρα μιας μάνας γης, μέσα στους δρόμους της αρχής των πάγων, με των σεισμών τις αρχές και τη θέληση των ρευμάτων, ποταμοί που αγαπάνε τον οίστρο των χεριών σαν ζευτούνε στα τύμπανα, με τις πολλές μνήμες των θνητών και τα ξέγνοιαστα συναπαντήματα, γυμνάζω τη φρίκη των προσευχών, κρίνω την ησυχία των αγρών που προστάτεψαν τα θηράματα, πλανιέμαι στη σκόνη των κυμβάλων, στη φαντασίωση που θαμπώνει ο θερισμός, πολλά λουλούδια που μοιάζουν με φίδια των αλωνιών, οι νομοθέτες τρέφονται με τις περιπλανήσεις της οδύνης.
Άψογη οσμή των βοστρύχων του αίματος, άφθονο αίμα που φέρνει φωτιά και ράβει στα ωραία πρόσωπα των σταφυλιών τη λύπη, λυτρωτής που ανεβαίνει στα βουνά στολισμένος με κάρβουνα του έρωτα μιας λύκαινας, με το ιερό ραβδί να σέρνει την ελπίδα, αέρινες ελπίδες, αγνές, μισάνοιχτες, δίχως κρίση και φρόνηση, καλόκαρδοι βοηθοί των πετρωμένων ισορροπιών, ιερά που δεν επαναστατούν, σταθερότητες που διώχνουν τον πόνο της τελειότητας, παρεκκλίσεις της καύσης, καθάριο φως της αρρώστιας, ανθίζεις στο γλέντι των γερόντων που αλλάζουν μορφές.
Κίτρινος άνεμος που ορμάει στου κυματισμούς της ουράς των ερπετών, υπηρέτης της συννεφιάς των αγκυροβολιών και της παρηγοριάς που τρέφει τις πλατιές φτερούγες βίαιων θανάτων, σπρωγμένος με χαρά ορμητική στου δηλητήριου τη φουρτούνα, ληστές των φθόγγων των ψαλμών, καμάκια της βροντής, ανάλαφρα.
Τα μάτια γέμισαν πουλιά και τρόμο, τροχούς που σφυρίζουν και πόδια των σκύλων του άρχοντα, αθάνατο γάλα με πέτρες εκατόμβης και ξεραμένο μαύρο χρώμα, δωμάτιο καθαρό που ορκίζεται στο κλάμα, πασαλειμμένος με ροδόνερο και αντίδοτα των κοραλλιών, η τελευταία μέρα, άλλος γιατρός στεγνώνει τα λάβαρα, φορώντας τις φρεσκοπλυμένες σάρκες απ' τα ψεύτικα λόγια των ανθρώπων.
|