Βυζαίνεις Νού,
για να υπάρχει ανταπόκριση της Ϋπαρξής σου.
Βυζαίνεις Νού,
Ψάχνεις σημάδια να τα κουβαλάς μαζί σου*
Να δικαιώσεις του Εγώ σου την τροχιά ,
Στη Σαλονίκη, στις Κυκλάδες και στο Κάστρο
να δικαιώσεις την του κόρφου σου οχιά ,
που σε τρυγάει, για να σου δείξει αυτό το ¨Αστρο*
Πού πότε λάμπει, πότε πέφτει σε φωτιές,
καίει τα πόδια και τα μάτια των Αγγέλων,
πού πότε σέρνεται σ' υπόγειες στοές
και υποκλίνεται στα πάθη των Οθέλων.
Βυζαίνεις Νού,
για να υπάρχει η κοινωνία που σε σφάζει.
Βυζαίνεις Νού,
χαμογελάς στο Μέλλον που δε σου ταιριάζει*
Να δικαιώσεις του Εγώ σου την τροχιά,
στην αλκοόλη, στο τραγούδι, στο τσιγάρο.
Να δικαιώσεις την του κόρφου σου οχιά,
που παζαρεύει τη ματιά σου με το Χάρο.
Βυζαίνεις Νού,
ενώ φοβάσαι τις φιλίες που ξεχνάνε.
Βυζαίνεις Νού,
πατάς σε χνάρια, που το ξέρεις πως πονάνε*
Να καταλάβεις μιαν αλήθεια σκοτεινή,
λές τον πατέρα ξένο και τον ξένο, φίλο
Να καταλάβεις την αγάπη την κοινή,
που βασανίζεται απ ' το δαγκωμένο μήλο.
Βυζαίνεις Νού,
και των Ερώτων απαρνιέσαι την παντιέρα.
Βυζαίνεις Νού,
του Αρθούρου σ' έκλεψε η μαύρη η γαλέρα.
Και σε τραβάει σε βυθούς αλλοτινούς,
σκαριά σπασμένα, σκουριασμένες συνειδήσεις
και σε τραβάει στους ίσκιους τους αληθινούς,
που στο Παρίσι κάποτ' έστελναν ειδήσεις.
Βυζαίνεις Νού,
μέσα στης ποίησης τα θολερά χαντάκια.
Βυζαίνεις Νού,
απ' των ματιών σου τ' ασυγκράτητα ρυάκια.
Να καταλάβεις των Ονείρων τα προστάγματα,
να ισοπεδώσεις των θεών όλα τα τάγματα,
για να απομείνεις με τη γύμνια αδερφός,
του σκοταδιού του πιο πικρού νάσαι σοφός
και ν' αποδείξεις ότι όλα είναι Φώς.
ΓIANNA ΔEMIPH
|