ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

Πολιτισμός

 
 
Βεγγαλικά, πριονίδια κι άσπρα κρόταλα



Στα χέρια τ' αναμμένα κάρβουνα, μια φλόγα που μας δίνει τη τριχιά να
ξεφύγουμε απ' το πηγάδι με τις αγριοφράουλες και τις πυρόξανθες
αντιρρήσεις, όμορφα μάτια, τόσο μεγάλα, λες και συνέχεια απορούν για
κάτι, μ' ένα καρφί ανοίγουμε τρύπα στη βαλίτσα μισοκλείνοντας τα μάτια
μας στο φως του βαγονιού. Απόλυτη ησυχία, μόνο οι ρόδες του τρένου
χτυπούν και συ να τρίβεις το δάχτυλο στο τζάμι ώσπου να τσιρίξει η
φυσαρμόνικα, ώσπου να απαγγελθούν δυνατά οι στίχοι στα καγκελόφραχτα
κατώφλια, ώσπου να σωπάσουν στην άκρη του γκρεμού τα τραγούδια που
μιλούν για τα παγκάκια των εξόδων και για τους εξώστες που σωπάσανε, σ'
όλες τις γωνιές, στους στύλους των φαναριών. Μια κάσα με καρφιά και ο
φάκελος γεμάτος σφραγίδες και επιγραφές, αγγελίες στους τοίχους κι ένα
τηλεφωνικό καλώδιο να περνάει απ' το φεγγίτη του παραθύρου, όχι με τη
δική του φωνή αλλά με σιδερένια κομματάκια του θορύβου, τη μπαταρία απ'
το τηλέφωνο την έβγαλα. Τo βράδυ ανάβω τις λάμπες, παίρνω από το ράφι το
μαύρο ραβδάκι και κόβω σημαιούλες για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, πέρα
εκεί που λάμπει το φεγγάρι και οι λύκοι διαλέγουν τους δρόμους με τους
αναμμένους δαυλούς, και το τσεκούρι γίνεται ένα έλκηθρο με ξεγδαρμένα
πράσινα χαρτάκια και των βεγγαλικών την απάτη, σιντριβάνια των
σπινθήρων, γέμισε το δωμάτιο σκιές, και οι διάδρομοι καπέλα που
καπνίζουν τα μάτια μας, κρεμάσαμε στους τοίχους τις φλόγες που
αγαπήσαμε. Παραμύθια για τον κόκκινο Δράκο που χτυπάει τις στέγες με τη
βροχή και τον άνεμο που φέρνουν τα κοράκια του τάγματος της θλίψης.
Δίνουμε βοήθεια χαράζοντας αριθμούς σε μικρούς πασσάλους, σφίγγοντας τα
φτυάρια με τα ζωγραφισμένα απ' το κάρβουνο πρόσωπα, φοδραρισμένα
πουκάμισα παρασυρμένα από το ρεύμα του νερού, μας δωρίζουν τώρα τα
σκιάχτρα, προχωρούμε ως την επόμενη πλευρά, αυλές στρωμένες με χοντρό
χαλίκι, μπορούμε να κρατάμε την ισορροπία, στη διπλανή αυλή κάτω από το
φράχτη. Χρυσάνθεμα και ντάλιες, ένας σωρός από άμμο, τα κομμάτια του
γυαλιού και ο καπνός που σε αναγκάζει να μισοκλείσεις τα μάτια, ένα
τζάμι έχει σπάσει, ο χωροφύλακας, η Ελένη έσφιξε ακόμα πιο πολύ τα
δάχτυλα της πάνω στο χέρι του, μερικές σταγόνες βαλεριάνας σ' ένα
ποτήρι, μπογιά που χύνεται στα πρόσωπα, τριάντα πέντε σημειωματάρια
γεμάτα παλιοσίδερα, κρύφτηκες σ' ένα συρτάρι και τώρα δεν μπορείς να
βγεις, τα ρούχα κάτω στο πάτωμα, το σεντούκι. Χώσαμε μέσα στη γη ένα
στύλο κι αργότερα λες και τον ξεχάσαμε, αρχίσαμε να παρακαλάμε τον πάγο
να λάμψει σαν καθρέφτης, η μικρή σιλουέτα των γηπέδων, η βραδινή
εφημερίδα, βάζουμε στοιχήματα ποιος θα παραβγεί τον άλλον στα ψέματα, το
καπέλο σύρθηκε ως τη μέση του δωματίου, μας δίνει ένα παλιό λεύκωμα με
φωτογραφίες, έτσι αλλάξαμε γραμμή, έτσι σταματήσαμε να γελάμε, ώρες
ολόκληρες δίπλα στα ενυδρεία, μέσα στα ενυδρεία, γαντζωμένοι στα
γραμματοκιβώτια, δε βγάζουμε τσιμουδιά, δε λέμε τίποτα, βυθιζόμαστε
χωρίς γάντζους στη λίμνη, σπασμένα σώματα καλοριφέρ, καλοσιδερωμένα
μαντηλάκια, σπασμένοι σωλήνες σε διαδρόμους αστυνομικών τμημάτων,
αναγκαία εφόδια. Οι νύχτες στο λιμάνι που βυθίζεται στη λάσπη, μια πόλη
που κλαίει στις άγκυρες με το τραγούδι των σπασμών του τελευταίου γιατί
των ματιών και η μόνιμη εικόνα απ' τα χέρια σου να χαϊδεύουν τα
σταυροδρόμια των φρουρών, σύννεφα που αγκαλιάζουν τα βουνά των αστραπών
με τις φωτογραφίες της πάχνης και τη νοσταλγία της γλώσσας των σαλεμένων
από το αίμα δέντρων. Η μεγαλοπρέπεια των στοιχειωμένων ονείρων ενός
πειρατικού καταφυγίου, καρδιές μεγαλωμένες με το βοτάνι της υπομονής και
με νερό φερμένο από τα σκλαβοπάζαρα, αγκαλιές σε ενεχυροδανειστήρια και
φωτιές να ζωγραφίζουνε τα μάγουλα με χρέη, σφραγίδες του χειμώνα στων
νεκρών τα άσπρα κρόταλα. Γυναίκες που προσπερνούν την αντοχή των
ονομάτων και τις πλατείες που εκτελείται η αλμύρα του ιδρώτα της
θάλασσας, άνεμοι σε πομπές που αφήνουν ίχνη στα χρώματα, διαμελισμένα
χρώματα της τρέλας, πάσσαλοι που φοράνε πανοπλίες της προδοσίας κι ένα
δαχτυλίδι από πάγο στο σώμα, σώμα υγρό σκεπασμένο απ' το ασήμι των
φάρων, στα χνώτα των μαρτύρων του πρωινού και στα ξενοδοχεία των
μεταφορικών μέσων, δώρα της λεβάντας και της σύγχυσης, ακυβέρνητα δώρα
της μελαγχολίας. Μήλα των χειμερινών εξόδων και υιοθετημένα παράσιτα των
υπαλλήλων, νέοι αγιασμοί των εραστών, χωρίς βογκητά, χωρίς επιδείξεις,
χωρίς καθημερινότητα, παραμελημένες όχθες ποταμών και η οθόνη
εγκαταλειμμένη στις σελίδες της βροχής, μανδραγόρες στα πόδια των
ξυπόλητων γιορτών που στολίζουνε τα δέντρα του δάσους, ψάχνουμε στους
τενεκέδες για τα αποφάγια του αποχαιρετισμού.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ


 
 
Φύλλο αρ. 184
Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η ΑΠΟΨΗ γυρίζει σελίδα
Αναστολή της έντυπης έκδοσης
Editorial
Χύμα αγάλματα στην Ανάφη
Συνέντευξη
ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ - «Το θέατρο δεν θα πάψει να υπάρχει ως θέαμα»
Ιστορία
Σημειώσεις για την ιστορία της 2 ½ Διεθνούς
του AΠOΣTOΛOY XATZHΠAPAΣKEYAΪΔH

Ειδήσεις

EPMOYΠOΛH - Δημόσια συζήτηση για την αειφορία
Περικόπτονται οι αμοιβές εφημεριών στο Νοσοκομείο Σύρου
Σκαιά συμπεριφορά δικηγόρου στη διάρκεια δίκης
ΑντεπΙθέσεις
Pull over the γαϊδάααρ
Απόψεις
Aπό τα παλιά στα νέα βιβλία του Δημοτικού
Β' ΜΕΡΟΣ - Της ΡΟΥΜΠΙΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Στραβά κι ανάποδα.

...όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος
Βιβλία
13 νέα βιβλία
Πολιτισμός

Tρεις επιλογές του Φεστιβάλ Nάξου ανάμεσα στις υποψηφιότητες για τα Bραβεία Kριτικών Θεάτρου & Mουσικής 2006
Βεγγαλικά, πριονίδια κι άσπρα κρόταλα
Βυζαίνεις Νού

ΗμεροΔείκτες

Πρόσωπο της χρονιάς - Ο άγνωστος μετανάστης