Συνήθως οι μεγάλες χριστιανικές γιορτές αποτελούν μια νεκρή περίοδο για
τα κανάλια τα οποία (λόγω της ειδησεογραφικής ένδειας) μας κατακλύζουν
με «ταινίες εποχής». Αυτά τα χριστούγεννα η συνταγή άλλαξε.
Τα δελτία ειδήσεων, τα πρωινάδικα και τα μεσημεριανάδικα έμπασαν στα
σπίτια μας εικόνες βίας όπου δεκάδες αδίστακτοι παράνομοι εισέβαλλαν σε
σπίτια για να κλέψουν και, αρκετοί μάλιστα, αντιμετωπίστηκαν από τους
υπερήλικες οικοδεσπότες. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των ειδήσεων η
παντελής έλλειψη αστυνομικής προστασίας «καθ' άπασαν την επικράτειαν».
Και όπου σημειώνεται παρουσία αστυνομικών δυνάμεων, αυτή καταγράφεται
κατόπιν εορτής. Η εικόνα αυτή δένει με την προφητική, όπως αποδείχθηκε,
διαφημιστική καμπάνια του συνδρομητικού καναλιού με τα δυο σποτάκια που
έγιναν θρυλικά πλέον. Στο πρώτο, ο εγχώριος Κλουζώ καταδιώκει αλλοδαπό
κλεφτοκοτά κι όταν τον συλλαμβάνει, του φωνάζει εις άπταιστον
βλαχοαμερικανικήν «Φρίιιζ, λέου. Πουτ δε κοτ ντάουν σλόουλιιι» (το
οποίο, χάρη στους υπότιτλους, μαθαίνουμε πως ερμηνεύεται ως «Ακίνητος,
λέω. 'σε κάτω την κότα σιγά-σιγά») και, μιμούμενος τους τηλεοτικούς
Κάλαχαν, του διαβάζει τα δικαιώματα του. Στο δεύτερο σποτ, ένας αναλόγων
ικανοτήτων «χωροφύλαξ» πλησιάζει μια γριά που επιβαίνει σε γάιδαρο και,
στα αλαμπουρνέζικα, τη διατάζει να «πουλ όβερ δε γαϊδάααρ» δηλαδή να
παρκάρει το γάιδαρο στην άκρη του χωματόδρομου (σύμφωνα με τους
αναγκαίους υπότιτλους). Όταν αυτή σηκώνει τη μαγκούρα της, εκείνος μιλά
στον ασύρματο με τα «κεντρικά» λέγοντας «Μήτσουουου άι νίιιντ ε μπάκαπ»
(σ.σ. «Μήτσο, χρειάζομαι ενισχύσεις»).
Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο έχει πετύχει τους εμπορικούς της στόχους η
διαφημιστική καμπάνια του εν λόγω καναλιού. Οφείλουμε, όμως, να
παραδεχθούμε πως οι εμπνευστές της είναι βαθύτατοι γνώστες της ελληνικής
πραγματικότητας. Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση των πραιτόρων της
«τάξης». Δεκάδες άνθρωποι που, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας,
μετέρχονται κάθε μπάρμπα από την Κορώνη προκειμένου να «τρουπώσουν» στο
Δημόσιο, παίρνουν μια υποτυπώδη εκπαίδευση και μετά τίθενται στην
υπηρεσία του κρατικού μηχανισμού. Οι τυχερότεροι τίθενται στην υπηρεσία
υπουργών, βουλευτών, μεγαλοεπιχειρηματιών, ηθοποιών, τραγουδιστών,
μεγαλοδικηγόρων, μεγαλοδημοσιογράφων και εξασφαλίζουν μια άνετη
«υπηρεσία» προστατεύοντας τους «στόχους της τρομοκρατίας». Οι υπόλοιποι
διαγκωνίζονται για μια θέση σε γραφείο θεωρήσεων του γνησίου της
υπογραφής και εκδόσεως πιστοποιητικών «για κάθε νόμιμη χρήση». Μερικοί
περιφέρονται με πολιτικά χαφιεδίζοντας κάθε ύποπτο για ανατρεπτική δράση
(σ.σ. έτσι αποκαλούνται οι συνδικαλιστές). 'λλοι, επίσης με πολιτικά,
προστατεύουν μαγαζάτορες που απασχολούν αλλοδαπές «οικονομικές
μετανάστριες» οι οποίες απειλούνται με απέλαση. Οι λιγότερο τυχεροί
επιστρατεύονται για την αντιμετώπιση των εχθρών του κράτους ήτοι των
απεργών και διαδηλωτών.
Ουδείς, πάντως, προορίζεται για να αντιμετωπίσει αυτούς που σε όλες τις
κοινωνίες πλην της ελληνικής θεωρούνται αντικοινωνικά στοιχεία: τους
εγκληματίες. Γι' αυτό και σε κάθε εγκληματική υπόθεση οι πραίτορες
σημειώνουν σταθερά ήττες. Κι επειδή οι εγκληματίες διακρίνονται από
θράσος, κάνουν πράξη τη ρήση «πηγαίνει το βουνό στον Μωάμεθ» και όλο και
πιο συχνά επισκέπτονται αυτοί τα αστυνομικά τμήματα «απαλλοτριώνοντας»
οπλισμό και άλλα αναγκαία. Αυτό το κενό της «τάξης» σπεύδουν να καλύψουν
οι κάθε λογής και ηλικίας vigilantes (σ.σ: vigilante= {ουσ.} αυτόκλητος
προστάτης της έννομης τάξης). Πρόσφατα είδαμε τα απίθανα. Υπερήλικες και
άνθρωποι με κινητικά προβλήματα παρουσιάζονται να αποκρούουν την εισβολή
εγκληματιών στα σπίτια τους. Να καλούν το «100» κι αυτό να φτάνει απλά
για να καταγράψει τα συμβάντα. Πολίτες να ζητούν περιπολίες και να
παίρνουν τη στερεότυπη απάντηση: «κάντε μόνοι σας ό,τι μπορείτε. Δεν
υπάρχει προσωπικό». Πού να βρεθεί; Βλέπετε τα πρόσωπα που χρήζουν
προστασίας έχουν αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό. Γι£ αυτό κι όλο
πολλαπλασιάζονται τα φαινόμενα να παίρνουν οι πολίτες το νόμο στα χέρια
τους κι άλλοι να ζητούν αλλαγή του νόμου που να αυξάνει κι άλλο τα μέτρα
καταστολής των κινητοποιήσεων τα οποία δεν λύνουν καθόλου το πρόβλημα
της εγκληματικότητας αντίθετα το επιτείνουν αφού οι «υπηρέτες του νόμου»
είναι απασχολημένοι με τον εχθρό-λαό κι όχι με τους εγκληματίες.
Υπεύθυνοι για αυτό το αίσχος δεν είναι οι αστυνομικοί. Είναι οι
κυβερνώντες που θεωρούν την αστυνομία ως όργανο επιβολής της εξουσίας
τους εναντίον των εργαζόμενων που, αγανακτισμένοι από τα ψεύτικα τα
λόγια τα μεγάλα, ζητούν αυτά που δικαιούνται. Όσο θα προσανατολίζουν
τους αστυνομικούς απέναντι από το λαό, τόσο το χάσμα ανάμεσα στην
αστυνομία και την κοινωνία θα βαθαίνει. Κι όσο θα αδιαφορούν για την
άρτια εκπαίδευση τους με στόχο να μπορούν να πατάξουν αποτελεσματικά το
οργανωμένο έγκλημα, τόσο οι πραίτορες θα ζητούν μονίμως back up ακόμα
και για τις απλούστερες παραβάσεις του τύπου «Pull over the γαϊδάααρ»!
Καλή χρονιά. Και του χρόνου λιγότερα «Φρίιιζ, λέου».
Τούτες τις μέρες κλείνει ένας χρόνος χωρίς τον Μ. Δ. Φρέρη. Πόσο
πληκτικά και ανούσια κυλά ο καιρός χωρίς αγαπημένους ανθρώπους. Φίλε,
μας λείπεις.
|