Από τα χείλη μας τραβήχτηκε το αίμα, τα δόντια μας κλωτσάνε πίσω τις
λέξεις όσο περνάνε οι μέρες, κρίμα οι δοκιμές μας, οι προσπάθειες που
πήγαν χαμένες, οι παρωδίες των δικών μας, τα καμώματα του αέρα που
σχίζεται, βροντάμε τα πόδια μας στις ταράτσες, τελευταίες ιστορίες για
τις τριανταφυλλιές του θυμού, στις αυλές με το κρύο, που ποτέ δεν έχουμε
πάει.
Χτύπησε. Η πόρτα άνοιξε μ' ένα κερί στο χέρι, πράγμα συνηθισμένο
στους ανθρώπους με τη ρεντίγκοτα και το καπέλο, δεν μπορούν να αρνηθούν
τίποτα στους πελάτες τους, κουρέλια κόκκινα και γαλάζια που πίνουν και
αρχίζουν να λένε αστεία τραγούδια κρατώντας στην αγκαλιά τους τον ίσκιο
από τα ρόδινα δάχτυλα, με λατρεία ανάκατη με φοβέρα, άλαλοι, σε στάση
θαυμασμού.
Πνίξαμε τα παιχνίδια μας με χαμηλωμένα μάτια και τα πετάξαμε για
ελεημοσύνη, δίχως να μπορούμε να σαλέψουμε, καρφωμένοι στη θέση μας, με
μοναδικό μας σύντροφο το πάτωμα με τα ασπρόμαυρα τετραγωνάκια του
σκακιού, περιμένοντας πια απάνω κάτω το τέλος μας, θα τιμωρηθούμε
ειρηνικά, στις αποθήκες με τα κομμάτια του ξύλων, χωρίς διακρίσεις,
μπροστά σε μιμητικούς καθρέφτες, σιδηρόδρομοι με αιχμαλώτους να τρέχουμε
πάνω σε κύκλο.
Τα ξέραμε όμως όλα τόσο καλά, είμαστε άρρωστοι από καιρό, βαριά
άρρωστοι, λόγια που μας συγκίνησαν κάποτε και πήγαμε στο δωμάτιο μας να
κλάψουμε δίχως να μας δούνε, έχουμε βαριά πνευμονοπάθεια κι όλο πάμε στο
χειρότερο, με τις λαμπάδες να κλαίνε στο προσκέφαλο μας, οι στιγμές δε
σταματάνε, στέκουν εντελώς άθελά τους και ξεφωνίζουν το ρεζιλίκι μας
μπροστά στον κόσμο.
Δε τόλμησε να ζητήσει άδεια, η εντύπωση της εγκατάλειψης, πολλά
αποτσίγαρα συνταγμένα σαν τα στοιχεία της γραφομηχανής, φυλάκιση
εικοσάχρονη δίχως αρχή και άκρη, νιώθει ικανοποίηση με τη μάσκα του
γέλιου, μαθημένος να είναι βοηθητικό προσωπικό, με μόνιμο κέρδος τη
μυρουδιά του γραφίτη και των φακέλων το περιεχόμενο, γράφει στίχους,
ζωγραφίζει και παλεύει να ξεχωρίσει τις κατάρες που κουβαλάει από τη
γέννηση του, μένει μέσα σε μια πελώρια αιώρα, μια επανάσταση για μια
καριέρα, κοντεύει να πιστέψει πως είναι ο κύριος της μέρας, τις νύχτες
που το μάτι πεινάει για ύπνο.
Μέσα στο τζάκι γεννιέται και ανθίζει η ολόγυμνη φιγούρα του
Αστεροσκοπείου, μια σοφίτα παλιά και οι κλωστές από τα φώτα της
εκκλησίας, λεπτομέρειες ύποπτες σε διάφορα χρώματα, συνηθισμένες
παραξενιές και ιδιοτροπίες της μοίρας, τα γυμνά κλαριά να πετιούνται στο
ύψος του πέμπτου πατώματος, δίχως υποστηρίγματα, όπως τα καντήλια, μέσα
σε μεταλλική θήκη.
Τα φάρμακα αφήσανε τα σημάδια τους πάνω του, απομεινάρια της
ατέλειωτης αγωνίας, οι εφιάλτες που ρυμουλκούνε τα βήματα, νοικάρης των
εξωφυλλων και των θορύβων του αναπτήρα, το φεγγάρι στης γυναίκας τ'
απόλυτο, ολοκληρώνει τη δυστυχία του, χωρίς να νοιάζεται για το λόγιο,
φτάνει στην αυλή και προχωράει στην εξώπορτα των κερκίδων, δεν τον
λογαριάζουν πια καθόλου, κουνιέται μονότονα πέρα δώθε από το βήχα,
ρυθμικό εκκρεμές των τοίχων που σακάτεψαν οι σφαίρες από τα δάκρυα των
παιδιών.
Χαιρόμαστε κρυφά που μας αδειάζει τη γωνιά, έπρεπε να υπήρχε κάποια
χαραμάδα για βλέπουμε τη δύση μέσα μας, τα θριαμβευτικά φτερουγίσματα
των αναμνήσεων, τη φλογίτσα που φροντίζει το σπίτι με τα κερωμένα έπιπλα
και τις ιστορίες των σιωπών που παρασπόνδησαν, αλλιώτικοι άνθρωποι απ'
αυτούς που ξεπηδάνε στο γυναικείο γράψιμο, εκρήξεις με καινούρια
πρόσωπα, καυτοί μέσα από τις αναθυμιάσεις, χωρίς να το πάρουμε είδηση,
έχουμε ξεφύγει απ' την ομάδα, δώσαμε την αγάπη με σταγονόμετρο,
αντιαεροπορικοί προβολείς σε αεροπλάνα που εκτελούν ασκήσεις αναγνώρισης
στόχου, ένα τραπεζάκι χαμηλό με ποτήρια μας, ευνουχιστήκαμε από τη
λογοκρισία, βγάλαμε την υποχρέωση από πάνω μας.
Θλιβερά περιβόλια προορισμένα για περίπατο, βραδινές συγκινήσεις των
φραγμάτων του μυαλού μας, βγαίνουμε σπάνια και δε βλέπουμε κανένα, παρά
μόνο τα πουλιά που χτυπάνε τα τζάμια μας, πεταμένα κανόνια στη θάλασσα,
μας δείχνουν τα σπίτια και μας ζητάνε πληροφορίες για τα λουλούδια που
κρύβουν το ξίφος, για τις σχολαστικές προκαταλήψεις και τη ρουτίνα,
αδιάφοροι για τις γοητευτικές γραμμές των γυναικών, αδιάκοπα οργισμένοι
και πάντα φιμωμένοι, με τα όπλα προς τα κάτω, φανάρια ενός
αναποδογυρισμένου λεωφορείου.
ΧΡΗΣΤOΣ ΔΗΜΗΤΡOΥΛΑΣ
|