ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

 Φάκελος

 
Tου AΠOΣTOΛOY XATZHΠAPAΣKEYAΪΔH
BIΩΣIMH ANAΠTYΞH
Βασικές έννοιες και δείκτες μέτρησης


1. Τα όρια της ανάπτυξης
   Η προβληματική περί ανάπτυξης, ο ίδιος ο όρος της ανάπτυξης, ως
θεμελιώδους έννοιας για την κατανόηση των κοινωνικοοικονομικών
φαινομένων, αποτελεί μεταπολεμική θεωρητική επεξεργασία. O όρος ανάπτυξη
εκφράζει την επίτευξη των θετικών μεταβολών στα βασικά στοιχεία της
ανθρώπινης οικονομικοκοινωνικής δραστηριότητας, αναδείχτηκε σε
κανονιστικό πρότυπο με κατεξοχήν θετικό αξιακό περιεχόμενο και
ταυτόχρονα σε έννοια κοινωνικά ουδέτερη (Blomstrom,1984,8).
   Oι πρώτες μεταπολεμικές θεωρήσεις περί ανάπτυξης προήλθαν από το χώρο
της συμβατικής οικονομικής επιστήμης και επιχείρησαν να προσδιορίσουν
ορισμένους-ποσοτικούς κυρίως-οικονομικούς δείκτες ή και να κατασκευάσουν
μαθηματικά οικονομικά μοντέλα, ως υποδείγματα οικονομικής μεγέθυνσης. Η
ανάπτυξη ταυτίστηκε με τα παραδοσιακά μοντέλα, που συναντάμε στη θεωρία
οικονομικής μεγέθυνσης, και ως καταλληλότερος δείκτης μέτρησης της
μεταβολής της επικράτησε να χρησιμοποιείται το Α.Ε.Π, ενώ οι υπό
ανάπτυξη χώρες ωθήθηκαν στο να υιοθετήσουν το δυτικό αναπτυξιακό
πρότυπο, προκειμένου να προσεγγίσουν το επίπεδο των ανεπτυγμένων χωρών
(Ρέππας, 1991).
   Η οικονομική ανάπτυξη τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες
πραγματοποιήθηκε στη βάση μιας ανεξέλεγκτης ουσιαστικά αξιοποίησης των
φυσικών πόρων με αποτέλεσμα την πρόκληση μη αντιστρέψιμων καταστροφών
στη βιόσφαιρα. Περιβαλλοντικά προβλήματα όπως το φαινόμενο του
θερμοκηπίου, η τρύπα του όζοντος, η μόλυνση των θαλασσών, το φαινόμενο
της όξινης βροχής κ.ά., συνιστούν την παγκόσμια διάσταση της οικολογικής
κρίσης ως απότοκου της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ παράλληλα κατέστησαν
προφανή τα όρια του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου - προτάγματος
(Παπαϊωάννου, 1999).
   Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70 είχε καταδειχθεί ότι η
αναπτυξιακή διαδικασία εκτός του ότι υποβάθμιζε το περιβάλλον, όξυνε τις
κοινωνικές ανισότητες, ευνοούσε το Βορρά σε βάρος του Νότου,
περιθωριοποιούσε την πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού, ήταν ασυνεχής
και σημειακή (Μοδινός, 2003, 23).
   Το μέγεθος, ο αριθμός και η παγκόσμια διάσταση των περιβαλλοντικών
προβλημάτων, καθώς και τα αδιέξοδα της οικονομικής ανάπτυξης έθεταν
επιτακτικά πλέον το ζήτημα των φυσικών ορίων αυτής, μιας και
διαπιστωνόταν ότι υπήρχε κίνδυνος υπονόμευσης της ομαλής λειτουργίας και
αναπαραγωγής του κεφαλαίου (Ναξάκης, 1997, 117).
   Το 1970 το Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης (Μ.Ι.Τ) παρουσιάζει
έκθεση προς το Club της Ρώμης με τίτλο «Τα όρια της μεγέθυνσης»,
επικεντρώνοντας στο γεγονός ότι η υλική ανάπτυξη της ανθρωπότητας έχει
φυσικά, τεχνολογικά και διοικητικά όρια, υπό το πρίσμα μιας
νεομαλθουσιανής προσέγγισης. Επίσης η έκθεση, ο απόηχος της οποίας ήταν
τεράστιος, προειδοποιούσε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ζοφερό αν
δεν:
· σταθεροποιηθεί η ανάπτυξη
· μειωθεί δραστικά η κατανάλωση
· αυξηθεί η παραγωγή τροφίμων
· μειωθεί δραστικά η ρύπανση.
   Το ζήτημα της μηδενικής μεγέθυνσης αποτέλεσε αντικείμενο έντονων
αντιπαραθέσεων, ωστόσο η οικονομική ύφεση της δεκαετίας του '70, η οποία
συνοδεύτηκε από υψηλό πληθωρισμό και ανεργία, κατέδειξε ότι η μηδενική
μεγέθυνση, που πρότεινε το Club της Ρώμης, δεν αποτελεί πανάκεια (Barde,
13).
   Την ίδια χρονιά (1972) πραγματοποιείται στη Στοκχόλμη διεθνής
διάσκεψη υπό την αιγίδα του O.Η.Ε., κατά την οποία αναδεικνύεται η
παγκόσμια διάσταση του περιβαλλοντικού ζητήματος, το οποίο πλέον δεν
αφορά απλά κάποιες οικολογικές οργανώσεις, αλλά τη διεθνή κοινότητα, σε
επίπεδο κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών. Στη διάσκεψη αναγνωρίστηκε η
ευθύνη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος
και τέθηκαν τα θεμέλια της διεύρυνσης του εννοιολογικού περιεχομένου της
ανάπτυξης, ώστε να συμπεριληφθούν στους στόχους και τις πολιτικές της
παράγοντες που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον.

2. Η εμφάνιση και καθιέρωση της έννοιας «βιώσιμη ανάπτυξη»
   Το 1980 η U.I.C.N σε συνεργασία με το U.N.E.P. και το W.W.F.,
εκπόνησαν την έκθεση «Παγκόσμια στρατηγική για τη διατήρηση», στην οποία
γίνεται προσπάθεια να αρθεί η αντιπαράθεση μεταξύ ανάπτυξης και
διατήρησης και να αναδειχθεί η αλληλεξάρτησή τους (IUCN et al,1980).
Προτείνει δε την ενσωμάτωση της οικολογικής συνιστώσας στους
αναπτυξιακούς σχεδιασμούς με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Στην έκθεση εισάγεται για πρώτη φορά ο όρος «βιώσιμη ανάπτυξη», η οποία
βασίζεται σε τρεις προϋποθέσεις:
- τη διατήρηση των συστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή
- τη διατήρηση της βιοποικιλότητας
- τη βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων
   Η εξάπλωση και η καθιέρωση του όρου σε διεθνές επίπεδο έγινε μέσω της
δημοσιοποίησης της έκθεσης που συνέταξε η Επιτροπή για το Περιβάλλον και
την Ανάπτυξη (World Commission on Environment and Development-WCED), υπό
την προεδρία της τότε πρωθυπουργού της Νορβηγίας Bro Harlem Brutland, με
τίτλο «Το κοινό μας μέλλον». Η έκθεση συνεισφέρει με ρεαλιστικές και
καινοτόμες προτάσεις στην υπέρβαση της αντίθεσης περιβαλλοντικής
διατήρησης και οικονομικής ανάπτυξης. Oρίζει ως βιώσιμη ανάπτυξη αυτή
που «ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να στερεί το δικαίωμα των
μελλοντικών γενιών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες» (WCED,
1988,43),συμπληρώνοντας ότι «η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί να καλύπτονται
οι βασικές ανάγκες όλων και να παρέχεται σε όλους η ευκαιρία να
ικανοποιούν τις φιλοδοξίες τους για μια καλύτερη ζωή». (WCED, 1988, 44)
Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης -όπως προσδιορίζεται μέσω της έκθεσης-
δεν περιορίζεται μόνο στη βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων, αλλά
επεκτείνεται και σε οικονομικοπολιτικούς παράγοντες, ενώ παράλληλα
αναγνωρίζει την ανάγκη για ανάληψη δράσης σε διεθνές επίπεδο,
προκειμένου να καταπολεμηθεί η φτώχια και η υποβάθμιση του
περιβάλλοντος.
   Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης περιλαμβάνεται σε κείμενο αρχών της
Παγκόσμιας Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την
Ανάπτυξη (Ρίο 1992). Στη διακήρυξη του Ρίο, την οποία υπέγραψαν 170
εκπρόσωποι κρατών, η βιώσιμη ανάπτυξη προσδιορίζεται ως «η ανάπτυξη
εκείνη, η οποία πρέπει να ικανοποιεί εξίσου τις αναπτυξιακές και
περιβαλλοντικές ανάγκες της παρούσας και των μελλοντικών γενιών».
Διακηρύσσεται ότι η περιβαλλοντική προστασία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος
της αναπτυξιακής διαδικασίας. Επισημαίνεται επίσης η ανάγκη συνεργασίας
της διεθνούς κοινότητας για την προστασία του οικοσυστήματος, την
επιδίωξη των ενδογενών δυνατοτήτων της βιώσιμης ανάπτυξης και την
εξάλειψη της φτώχιας (Γρηγορίου κ.ά.,1993). Η διακήρυξη προτρέπει τα
κράτη να εξαλείψουν τα μη βιώσιμα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης και
να εφαρμόσουν κατάλληλες δημογραφικές πολιτικές για να πετύχουν βιώσιμη
ανάπτυξη και υψηλότερη ποιότητα ζωής για όλους. Παράλληλα, με την
υπογραφή της Agenda 21, διατυπώθηκαν φιλόδοξοι στόχοι και στρατηγικές
για την επίτευξη της βιωσιμότητας.
   Αναφορικά με την υιοθέτηση της βιώσιμης ανάπτυξης από την Ευρωπαϊκή
Ένωση, περιγράφεται -πλην όμως δεν αναφέρεται ρητά- η αρχή της βιώσιμης
ανάπτυξης στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε από τη
συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 της Συνθήκης
αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η Κοινότητα έχει ως αποστολή μια «σταθερή,
διαρκή και σεβόμενη το περιβάλλον ανάπτυξη». Στο 5ο Πρόγραμμα Δράσης της
Κοινότητας για το περιβάλλον ορίζεται ως βασικός άξονας η βιώσιμη
ανάπτυξη. Στο κεφάλαιο 10 της Λευκής Βίβλου της Επιτροπής για την
Ανάπτυξη, τον Ανταγωνισμό και την Απασχόληση (1993) ορίζεται ρητά ότι
στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης,
ενώ στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) γίνεται αναφορά στην «αρμονική,
ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη» (Σιούτη, 2004, 76-78).
   Μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ (2001), η βιώσιμη
ανάπτυξη θεωρείται πλέον ως «ολιστική πολιτική» και όχι απλώς ως μια
τομεακή πολιτική για το περιβάλλον και έρχεται να προστεθεί στους
στόχους της ανταγωνιστικής οικονομίας, της κοινωνίας της γνώσης και της
συνοχής, που προβλέπει η στρατηγική της Λισσαβόνας, συνδεόμενη οργανικά
μαζί τους. Από το 2002 όλες οι πολιτικές της Ε.Ε (Κοινή Αγροτική
Πολιτική, Κοινή Αλιευτική Πολιτική, Κοινή Πολιτική Μεταφορών,
Διαρθρωτικές Πολιτικές, πολιτικές για την ενέργεια) αποβλέπουν στη
συνεισφορά τους στη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ κάθε χώρα-μέλος αποκτά εθνικό
σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης. Στη βάση της λογικής ότι η βιωσιμότητα δεν
αφορά μόνο το περιβάλλον, η Ε.Ε. προσδιόρισε έξη σημαντικές τάσεις που
συνιστούν απειλές για τη βιώσιμη ανάπτυξη και εξήγγειλε πολιτικές για
την αντιμετώπισή τους:
· την αλλαγή του κλίματος
· τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία
· την αυξανόμενη πίεση σε ζωτικής σημασίας φυσικούς πόρους
· τη φτώχια και τον κοινωνικό αποκλεισμό
· τη γήρανση του πληθυσμού
· τη συμφόρηση και ρύπανση εξαιτίας του τρόπου μεταφορών και χρήσης της
γης.

3. Oι έννοιες και το περιεχόμενο της βιώσιμης ανάπτυξης
   Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης βρίσκεται τις τελευταίες δεκαετίες
στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όσον αφορά στην άσκηση οικονομικής και
περιβαλλοντικής πολιτικής, ωστόσο στερείται ενιαίου ορισμού και
περιεχομένου. Κατά κοινή ομολογία, πρόκειται για έναν πολύσημο και
αμφίσημο όρο, ο οποίος επιδέχεται πληθώρας εννοιολογικών οριοθετήσεων
και προσεγγίσεων, εξαιτίας -κατά κύριο λόγο- της διαφορετικής
επιστημονικής προέλευσης των μελετητών και της ανάγκης νέων
διεπιστημονικών προσεγγίσεων (Τσάρτας, 136).
   Για πολλούς ο όρος συνιστά λογική αντίφαση ή «οξύμωρο σχήμα»
(Dissinger, 1990), θεωρώντας ότι ανάπτυξη και βιωσιμότητα συνιστούν
ασύμβατες έννοιες. Άλλοι θεωρούν ότι ο επιθετικός προσδιορισμός
«βιώσιμη» έρχεται σε αντίφαση με το κυρίαρχο αναπτυξιακό πρόταγμα: «η
οικολογική ισορροπία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η αποκεντρωμένη οικονομία
δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσω μιας-βελτιωμένης έστω-ανάπτυξης, αλλά
ενάντια σ' αυτήν» (Mοδινός, 1996, 61), ενώ ο S. Latouche (2001) δε
διστάζει να υποστηρίξει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη «αποτελεί ένα
εννοιολογικό μαστόρεμα, που αποβλέπει στο να αλλάξει τις λέξεις, αφού δε
μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, μια λεκτική τερατολογία εξαιτίας της
απατηλής αντινομίας της».
   Πέραν του ότι οι αντιφάσεις της έννοιας έχουν αρκούντως καταδειχθεί
(Redclift, 1990), η δυνατότητα της βιώσιμης καπιταλιστικής ανάπτυξης
αμφισβητείται έντονα και από μαρξιστική σκοπιά (O' Connor (1994), Foster
(1995)), ενώ ισχυρές επιφυλάξεις έχουν εκφραστεί για το αν η βιώσιμη
ανάπτυξη αποσκοπεί πραγματικά στη βιωσιμότητα του οικοσυστήματος ή στη
βιωσιμότητα του κεφαλαίου, σε βάρος της πλειονότητας του πληθυσμού
(Esteva, 1991). Άλλοι μελετητές (Mantoto, 1996) διατείνονται ότι η
βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί την απάντηση των κυρίαρχων πολιτικοοικονομικών
κέντρων στην παγκοσμιοποίηση των οικολογικών προβλημάτων, στην
κατεύθυνση της οικολογικής μεταρρύθμισης, του «πρασινίσματος» του
καπιταλισμού, χωρίς όμως να αμφισβητούνται οι δομές του κυρίαρχου τρόπου
παραγωγής, ενώ οι διαμορφούμενες πολιτικές για την επίτευξη της
βιωσιμότητας αντιμετωπίζουν το ζήτημα περισσότερο ως μία τροποποίηση της
παραδοσιακής αναπτυξιακής στρατηγικής, παρά ως σύνθεση μια εναλλακτικής
λύσης (Redclift, 1992, 27).
   O Rees (1990) κάνει το διαχωρισμό μεταξύ τεχνοκεντρικής και
οικοκεντρικής προσέγγισης της βιώσιμης ανάπτυξης. Σύμφωνα με την
τεχνοκεντρική προσέγγιση, η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να πραγματοποιηθεί
χωρίς να θιγούν οι δομές του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης, αρκεί να
υιοθετηθούν κάποιες επιμέρους ρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα η επιβολή
πράσινων φόρων, η χρήση καθαρών τεχνολογιών κ.ά. Στην προσέγγιση αυτή
διακρίνονται τέσσερις τάσεις:
- των «κυνικών και καιροσκόπων» (θιασωτών της ελεύθερης αγοράς)
- της τεχνολογικής ανταπόκρισης και ρύθμισης
- της αναδιάρθρωσης της οικονομικής ανάπτυξης
- της ανάπτυξης με ισότητα.
   Η οικοκεντρική προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξης διαπνέεται από μία
ολιστική θεώρηση του κόσμου. Η επίτευξη της βιωσιμότητας προϋποθέτει όχι
μόνο το «πρασίνισμα» της οικονομίας της αγοράς αλλά την αμφισβήτηση του
κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης και ριζικές αλλαγές σε
πρότυπα ζωής και αξίες. Oι δύο παραπάνω προσεγγίσεις της βιώσιμης
ανάπτυξης δεν αποκλείουν η μία την άλλη αλλά αλληλοσυμπληρώνονται, υπό
το πρίσμα της θεώρησής των ως διαδόχων φάσεων για την επίτευξη της
βιωσιμότητας, βασισμένης στη σύνδεση περιβαλλοντικής και κοινωνικής
δικαιοσύνης.
   Από την σκοπιά των οικονομικών του περιβάλλοντος γίνεται η διάκριση
μεταξύ ασθενούς και ισχυρής βιωσιμότητας. Η ασθενής βιωσιμότητα (weak
sustainability) χαρακτηρίζεται από την αρχή της υποταγής του
περιβάλλοντος στις αναπτυξιακές ανάγκες. Βασίζεται στην υπόθεση της
υποκαταστασιμότητας μεταξύ των διαφόρων τύπων κεφαλαίου. Το περιβάλλον
(φυσικό κεφάλαιο) θεωρείται ως ένας άλλος τύπος κεφαλαίου, το οποίο δεν
χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης (Turner κ.α).Το φυσικό κεφάλαιο μπορεί να
χρησιμοποιηθεί, ενώ στο σύνολο του μπορεί να υποκατασταθεί από
ανθρωπογενές κεφάλαιο (ή άλλα είδη κεφαλαίου). Η εκδοχή αυτή αποδέχεται
μία φθορά του φυσικού κεφαλαίου στα όρια της αποτροπής μιας
περιβαλλοντικής καταστροφής για τις μελλοντικές γενιές και μια
αντικατάσταση των παρεχομένων απ΄αυτό υπηρεσιών από μια επέκταση του
τεχνητού κεφαλαίου (Λάσκαρις, 70). Η εκδοχή της ισχυρής βιωσιμότητας
(strong sustainability) βασίζεται στην αμφισβήτηση μερικώς ή ολικώς της
αρχής της υποκατάστασης και απαιτεί οι μελλοντικές γενιές να είναι σε
θέση να απολαύσουν ένα επίπεδο περιβαλλοντικής κατανάλωσης παρεμφερές με
αυτό που απολαμβάνει η κοινωνία σήμερα. Από τη θεώρηση αυτή προκύπτει η
πιστοποίηση ενός πυρήνα «φυσικού κρίσιμου κεφαλαίου» που δεν
υποκαθίσταται και απαιτεί απόλυτη προστασία. Στο πλαίσιο δε της
διαχείρισης δίνεται στην βιωσιμότητα ένα αυτόνομο περιβαλλοντικό
περιεχόμενο έναντι της οικονομικής ανάπτυξης.
   O Barde (1990) προτείνει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του
περιεχόμενου της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης: την σφαιρική οικονομική
προσέγγιση (global economic approach) και την περιβαλλοντική προσέγγιση
(environmental approach). Η πρώτη προσέγγιση συγκεντρώνει το κέντρο
βάρους της έννοιας στη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και η
δεύτερη στην περιβαλλοντική προστασία, απαιτώντας την εφαρμογή ειδικών
αρχών διαχείρισης για κάθε συνιστώσα του συνολικού κεφαλαίου.
   O Pearce (1990) διακρίνει δύο βασικές διαστάσεις της βιωσιμότητας. Η
πρώτη είναι η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, βασικός όρος της οποίας
θεωρείται η βιώσιμη μεγέθυνση. O όρος βιώσιμη μεγέθυνση υποδηλώνει ότι η
αύξηση του κατά κεφαλή πραγματικού εισοδήματος δεν απειλείται από
αρνητική ανατροφοδότηση λόγω κοινωνικών επιπτώσεων (κοινωνική
αποσύνθεση) ή βιοφυσικών αντιδράσεων (ρύπανση, έλλειψη πόρων). Η βιώσιμη
οικονομική ανάπτυξη θεωρείται ευρύτερος όρος από τη βιώσιμη μεγέθυνση,
μιας και περιλαμβάνει την επίτευξη κοινωνικών στόχων (βελτίωση στην
υγεία, αναβάθμιση εκπαίδευσης, δίκαιη κατανομή εισοδήματος κ.α). Η
δεύτερη είναι η βιώσιμη χρήση των πόρων και του περιβάλλοντος, η οποία
προϋποθέτει ένα ρυθμό χρήσης που δεν υποβιβάζει την αξία του
περιβαλλοντικού κεφαλαίου, δεδομένου ότι τα αποθέματα φυσικών πόρων
πρέπει να παραμείνουν σταθερά. O Pearce θεωρεί ότι όσο η συνολική αξία
του ανθρωπογενούς και του φυσικού κεφαλαίου παραμένει σταθερή, το
απόθεμα των περιβαλλοντικών αγαθών μπορεί να ελαττώνεται εφόσον το
ανθρωπογενές κεφάλαιο μπορεί να αποζημιώνει γι' αυτό.
   Η IUCN (1991) θεωρεί ότι μια κοινωνία που έχει θέσει ως στόχο την
βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να διέπεται από εννέα βασικές αρχές:
· σεβασμός και μέριμνα για τη ζωή
· βελτίωση της ποιότητας ζωής
· διατήρηση της ζωτικότητας και της ποικιλομορφίας της γης
· ελαχιστοποίηση της εξάντλησης των μη ανανεώσιμων πόρων
· διαβίωση εντός των πλαισίων της φέρουσας ικανότητας της γης
· μεταβολή των προσωπικών στάσεων και πρακτικών
· ικανότητα των κοινωνιών να φροντίσουν το δικό τους περιβάλλον
· προώθηση ενός θεσμικού πλαισίου για ολοκληρωμένη ανάπτυξη και
προστασία του περιβάλλοντος και
· δημιουργία μιας παγκόσμιας συμμαχίας.
   Στην έκθεση του OOΣΑ με τίτλο «Περιβαλλοντικές πολιτικές για τις
πόλεις του 1990» υπογραμμίζεται ότι για να είναι η ανάπτυξη βιώσιμη το
οικονομικό σκέλος της πρέπει να έχει ενσωματώσει την περιβαλλοντική
οπτική και οι περιβαλλοντικές πολιτικές να βρίσκονται σε αρμονία με τους
οικονομικούς στόχους (OECD, 1990, 37). Η επίτευξη της βιωσιμότητας
απαιτεί την ικανοποίηση από ένα οικοσύστημα δύο βασικών αρχών:
· της αρχής της λειτουργικής και αυτορυθμιζόμενης ανάπτυξης
· της αρχής της ελάχιστης σπατάλης.
   Η πρώτη αρχή επικεντρώνεται στο γεγονός ότι κάθε αύξηση σε
συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας θα πρέπει να προσδιορίζεται σε σχέση
με το βαθμό στον οποίο επιδρά στο σύνολο του συστήματος. Η δεύτερη αρχή
αναφέρεται στη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων και συνεπάγεται την
αποτελεσματική ανακύκλωση των υλικών τα οποία απαιτούνται για την ύπαρξη
της ζωής.
   O Tietenberg (1997) εξετάζει την έννοια της βιωσιμότητας μέσα από
τρεις εναλλακτικές προσεγγίσεις:
- βιωσιμότητα με την έννοια της μη μειούμενης ευημερίας. Σύμφωνα με
αυτή τη θεώρηση, η χρήση των φυσικών πόρων από τις προηγούμενες γενιές
δεν θα πρέπει να ξεπερνά το επίπεδο της κατανάλωσης, το οποίο
εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο ευημερίας στις επόμενες γενιές, συνεπώς η
αξία του συνολικού αποθέματος κεφαλαίου θα πρέπει να παραμείνει
αμετάβλητη.
- βιωσιμότητα με την έννοια της μη μειούμενης αξίας του φυσικού
κεφαλαίου. Με βάση αυτόν τον ορισμό η αξία του φυσικού κεφαλαίου δεν θα
πρέπει να υφίσταται μείωση, ενώ οι περιπτώσεις υποκατάστασης μεταξύ
φυσικού και υλικού κεφαλαίου είναι σε γενικές γραμμές περιορισμένες.
- βιωσιμότητα με την έννοια της μη μειούμενης ροής υπηρεσιών, τις οποίες
λαμβάνουμε από τους φυσικούς πόρους. O ορισμός αυτός δίνει μεγαλύτερη
έμφαση στη φυσική ποσότητα παρά στην οικονομική αξία των πόρων.
   Μια ορθολογική κατανομή των φυσικών πόρων θα πρέπει να αποβλέπει στην
ικανοποίηση των κριτηρίων της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της
βιωσιμότητας, παρόλο που σε πολλές περιπτώσεις τα δυο κριτήρια δεν
ικανοποιούνται ταυτόχρονα. Στην περίπτωση που η οικονομική πολιτική
στοχεύει στην αύξηση της παραγωγής δίχως να υπολογίζει τη φθορά του
φυσικού κεφαλαίου και την περιβαλλοντική υποβάθμιση, τότε η ανάπτυξη δεν
είναι βιώσιμη και θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική ευημερία. Αντιθέτως
είναι βιώσιμη στην περίπτωση που μεγιστοποιεί το καθαρό όφελος της
οικονομικής ανάπτυξης (οικονομική αποτελεσματικότητα), διατηρώντας
παράλληλα τη λειτουργικότητα και ποιότητα των φυσικών πόρων
μακροπρόθεσμα και διασφαλίζοντας την κοινωνική δικαιοσύνη (Barbier et
al, 1990).
   Η μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές, βασισμένη στον περισσότερο
αποδεκτό ορισμό της βιωσιμότητας από την WCED, εισάγει την έννοια της
διαγενεακής ισότητας (intergenerational equity), η οποία συνιστά τη βάση
της βιωσιμότητας και προϋποθέτει την ελαχιστοποίηση των επιδράσεων της
οικονομικής δραστηριότητας, έτσι ώστε το κόστος να μην επιβαρύνει τις
μελλοντικές γενιές, οι οποίες έχουν το δικαίωμα να απολαύσουν το ίδιο
επίπεδο ποιότητας ζωής. Η μεταφορά κεφαλαιακών κληροδοτημάτων στις
επόμενες γενιές εξασφαλίζει την δυνατότητα ευημερίας των. Εξαιρετικά
σημαντική για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης είναι και η έννοια της
ενδογενεακής ισότητας (intragenerational equity), η οποία αναφέρεται στη
βελτίωση του επιπέδου ζωής των οικονομικά μειονεκτούντων και στην
αναγκαιότητα καταπολέμησης της φτώχιας (Turner κ.ά).
   Η βιο-οικονομική προσέγγιση του Passet (1987) βασίζεται στην ύπαρξη
αλλά και τη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ τριών συστημάτων: του φυσικού,
του κοινωνικού (ή ανθρώπινου) και του οικονομικού συστήματος. Oι φυσικοί
νόμοι ισχύουν σε κάθε μεταβολή του οικονομικού συστήματος, επομένως το
οικονομικό σύστημα υπόκειται στους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της
βιόσφαιρας, η πιθανή διατάραξη της οποίας θα οδηγήσει στην κατάρρευση
του οικονομικού συστήματος. Εξ' αυτής της προσέγγισης προκύπτει η ανάγκη
ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής συνιστώσας στο πλαίσιο της οικονομικής
ανάπτυξης. O Passet (2000, 72) προτείνει δε την εισαγωγή της ηθικής στο
πεδίο της οικονομίας και την «ανασυγκρότηση μέσα από την εφαρμογή
καίριων λύσεων μεταξύ των κοινωνικών πρωταγωνιστών, που θα συγκλίνουν
υπό την επήρεια της κοινής εξέλιξης που κυοφορεί το μέλλον».
   Oι Nijkamp και Ewens (1990, 3-16), θεωρώντας την βιωσιμότητα στο
πλαίσιο της αστικής ανάπτυξης, υπογραμμίζουν ότι η βιωσιμότητα σ' ένα
αστικό περιβάλλον προσεγγίζει ένα επίπεδο κοινωνικής, οικονομικής,
δημογραφικής και τεχνολογικής παραγωγής, το οποίο μακροπρόθεσμα ενισχύει
τις βάσεις του αστικού συστήματος. Η βιωσιμότητα κατ' αυτούς νοείται ως
δυνατότητα για συνέχεια μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης κατάστασης, η οποία
δεν συνεπάγεται απαραίτητα σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά άλματα,
χαοτικές κινήσεις και διακλαδώσεις, με απώτερο στόχο τη συνέχεια του
συστήματος. Κατά τους Nijkamp και Townroe (1990, 305-306) η ανάπτυξη
συνεπάγεται πολιτισμικές, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές σε
συνάρτηση με την τεχνολογική πρόοδο, συμπληρώνοντας ότι «η αντίθεση
μεταξύ ανάπτυξης και βιωσιμότητας δεν είναι εγγενής».
   Η βιωσιμότητα προϋποθέτει τρία διακριτά και αλληλεξαρτώμενα
συστήματα:
· της οικονομίας
· της κοινωνίας
· της φύσης
   Η ικανοποιητική λειτουργία των συστημάτων αυτών αποτελεί αναγκαία,
όχι όμως ικανή συνθήκη για την επίτευξη της. Η οικονομική
αποτελεσματικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική προστασία
συνιστούν τους τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης. Η Επιτροπή για την
Βιώσιμη Ανάπτυξη του OΗΕ προσθέτει μια τέταρτη διάσταση στην
βιωσιμότητα: το θεσμικό πλαίσιο. Προτείνει δε τη χρήση θεσμικών δεικτών
που αφορούν στην ικανότητα μιας κοινωνίας να προσαρμόζεται, να επινοεί
και να αποδέχεται οικονομικές και κοινωνικές καινοτομίες (Τσαντίλης,
2002, 60).
   Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί την βιώσιμη ανάπτυξη ως υπερισχύοντα στόχο
(overarching objective), που αφορά στη διαρκή βελτίωση της ποιότητας
ζωής των τωρινών και μελλοντικών γενιών, προστατεύοντας την ικανότητα
της γης να υποστηρίζει τη ζωή. Βασίζεται στις αρχές της δημοκρατίας, του
δικαίου και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και προϋποθέτει την
ενδογενεακή και διαγενεακή αλληλεγγύη. Προωθεί μια δυναμική οικονομία με
υψηλό επίπεδο απασχόλησης, εκπαίδευσης, ιατρικής περίθαλψης, κοινωνικής
συνοχής και περιβαλλοντικής προστασίας σ' έναν ειρηνικό και ασφαλή
κόσμο. Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ανοιχτής και
δημοκρατικής κοινωνίας, όπου οι πολίτες μετέχουν στη λήψη αποφάσεων και
ο κοινωνικός διάλογος δεσμεύει τους κοινωνικούς εταίρους στην κατεύθυνση
επίτευξης βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης. Τέλος, η λήψη αποφάσεων
και η διαμόρφωση πολιτικών βασίζεται στις αρχές της πρόληψης
(precautionary principle) και «ο ρυπαίνων πληρώνει» (the polluter pays),
έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να προστατεύεται η ανθρώπινη υγεία και το
περιβάλλον (Commission, 2005 A, 3-6).
   Παρόλο που η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης υπόκειται σε πολλαπλές
θεωρητικές προσεγγίσεις και διασαφήσεις, ορισμένες εκ των οποίων
αναφέρθηκαν παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι « δεν είναι απλά μια
περαστική μόδα, αλλά μάλλον ένας θεμελιώδης στόχος» (Blowers, 1993, 5).
Πέραν της δημοτικότητας και της ευρείας αποδοχής της χρήσης της έννοιας
«βιώσιμη ανάπτυξη», παραμένει η ανάγκη χρήσης της ως αναλυτικής έννοιας,
προκειμένου να διαμορφωθούν συγκεκριμένες πολιτικές. Παρόλο που σε
γενικές γραμμές έχει ήδη τεθεί το πλαίσιο κανόνων και αρχών που διέπουν
τη βιωσιμότητα, εκκρεμεί η προσαρμογή του στις εκάστοτε οικονομικές και
περιβαλλοντικές συνθήκες. Εξάλλου, δεν έχει και μεγάλη σημασία το πώς
βλέπει κανείς την ανάπτυξη, αλλά το πώς αυτή πραγματοποιείται και πως
αυτή εισπράττεται. Σε κάθε περίπτωση, η βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι
εύκολη υπόθεση, αλλά φαίνεται ότι είναι μονόδρομος. Όπως διατείνεται ο
Mac Neil (1989), η ερώτηση αν είναι δυνατόν να επιτευχθεί ή όχι δεν
είναι ακαδημαϊκή αλλά ερώτηση επιβίωσης.

4. Η μέτρηση της βιώσιμης ανάπτυξης
   Κι ενώ σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί, όσον αφορά στην εννοιολογική
διασάφηση και στον καθορισμό των συνθηκών της βιώσιμης ανάπτυξης, η
πρόκληση τώρα είναι η επικέντρωση στη μέτρηση και στη διαμόρφωση δεικτών
βιωσιμότητας. Είναι φανερό ότι η πορεία προς τη βιώσιμη ανάπτυξη δεν
είναι ευθύγραμμη και προδιαγεγραμμένη. Προκειμένου να αποφευχθούν
καθυστερήσεις και παλινδρομήσεις, εξαιτίας ελλειμμάτων πληροφόρησης,
διαρθρωτικών αδυναμιών, συγκρούσεων μεταξύ συγκεκριμένων στόχων κ.ά.,
κρίνεται απαραίτητη η επισταμένη παρακολούθηση της πορείας αυτής. Η
εκτίμηση της προόδου εφαρμογής της βιώσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει την
διαμόρφωση μεθόδων εκτίμησης και αξιολόγησης της βιωσιμότητας μέσω της
χρήσης διαφορετικών εργαλείων ανάλυσης και εξαγωγής συμπερασμάτων, τα
οποία θα χρησιμοποιηθούν στην επαναδιαμόρφωση πολιτικών, βασισμένων σε
αξιόπιστες και επεξεργασμένες πληροφορίες. (ΕΚΠΑΑ, 2003, 8).
   Πέραν της χρήσης των μεθόδων μέτρησης της βιώσιμης ανάπτυξης κατά τη
διαδικασία λήψης αποφάσεων, όπου είναι αναγκαία η εκτίμηση της
αποτελεσματικότητας και των επιπτώσεων υφιστάμενων πολιτικών, οι μέθοδοι
μέτρησης είναι ιδιαίτερα σημαντικές, όσον αφορά στην πληροφόρηση και
συμμετοχή μη ειδικών. Η ευαισθητοποίηση του κοινού σε ζητήματα
βιωσιμότητας, μέσω της απλοποιημένης πληροφόρησης ,που παρέχουν οι
μέθοδοι μέτρησης, οδηγεί στην κινητοποίηση και στη συμμετοχή στη
διαδικασία λήψης αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο.
   Oι δείκτες χρησιμοποιούνταν έως πρόσφατα για την αποτύπωση
οικονομικών, δημογραφικών και κοινωνικών τάσεων. Τις τελευταίες
δεκαετίες παρατηρείται η εξάπλωση της χρήσης τους, καθώς διεθνείς
οργανισμοί (UNEP, OECD, European Environmental Agency, Euro- stat)
ακαδημαϊκά ιδρύματα και μη κυβερνητικοί οργανισμοί επικεντρώνονται στον
καθορισμό συνόλων δεικτών που θα καταστήσουν την έννοια της βιώσιμης
ανάπτυξης μετρήσιμη. Παρά τις προσπάθειες που γίνονται, δεν υφίσταται
ένας αξιόπιστος και καθολικά αποδεκτός γενικός δείκτης της βιώσιμης
ανάπτυξης, ωστόσο η πρόοδος που σημειώνεται όσον αφορά στην ανάπτυξη
ενός ολοκληρωμένου και ευέλικτου συστήματος δεικτών είναι αξιοσημείωτη
(Pearce 1995,177,Victor, 1991).
   Oι δείκτες αποτελούν αναμφίλεκτα το βασικό εργαλείο παρακολούθησης
και αποτύπωσης της πορείας προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Είναι εργαλεία
μέτρησης, τα οποία παρέχουν αξιοποιήσιμα στοιχεία, σηματοδοτούν
επερχόμενες καταστάσεις ή προβλήματα, εντοπίζουν πιθανούς κινδύνους,
αλλά αποτελούν και μέσα για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των
αποτελεσμάτων των δράσεων που αναλαμβάνουμε. Είναι επίσης σύνολα
πληροφοριών, τα οποία επιλέγονται με επιστημονικό τρόπο, προκειμένου να
χρησιμοποιηθούν σε σταθερή βάση για τη μέτρηση μεταβολών, οι οποίες
θεωρούνται σημαντικές σε επίπεδο ανάπτυξης και διαχείρισης κάποιας
χώρας, περιοχής, πόλης κ.λ.π (ΙSTOS, 2005, 3).
   Η επιλογή των δεικτών βιώσιμης ανάπτυξης δεν είναι μια εύκολη
υπόθεση. Προϋποθέτει την εκπλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων όπως τα
κάτωθι:
· τη σχετικότητα με το πρόβλημα
· την προφανή ερμηνεία
· τη στατιστική πληρότητα
· την συσχέτιση με παρεμβατικές πολιτικές
· τη μετρησιμότητα και τη συγκρισιμότητα με πρότυπα διεθνών οργανισμών
· τη συνάφεια με άλλους δείκτες
· την εγκυρότητα και τη δυνατότητα ενημέρωσης - αναθεώρησής των (Wollf,
2004, 7)
   Oι δείκτες μέτρησης πρέπει επίσης να διέπονται από τις παρακάτω
αρχές:
- πρέπει να ισορροπούν μεταξύ των διαφορετικών διαστάσεων της βιώσιμης
ανάπτυξης
- δεν πρέπει να μεταδίδουν αντιφατικά μηνύματα
- πρέπει να είναι διαφανείς και προσβάσιμοι στους πολίτες (Commission,
2005 B, 5)
   Ήδη έχει διαμορφωθεί μια πλειάδα δεικτών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται
σε διαφορετικές περιπτώσεις και διακρίνονται σε:
- δείκτες μέτρησης της υφιστάμενης κατάστασης
- δείκτες πίεσης στο σύστημα
- δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης
- δείκτες μέτρησης των πολιτικών διαχείρισης
- δείκτες μέτρησης των επιπτώσεων διαχείρισης (Linser,2004)
   O Ευρωπαϊκός Oργανισμός Περιβάλλοντος κατηγοριοποιεί τους δείκτες
στις ακόλουθες ομάδες:
- περιγραφικοί δείκτες(descriptive indicators)
- δείκτες επίδοσης(performance indicators)
- δείκτες αποδοτικότητας(efficiency indicators)
- δείκτες συνολικής ευημερίας(total welfare indicators) (Smeets, 1999,
8)
   Όσον αφορά στον αριθμό των επιλεγόμενων δεικτών, δεν υφίσταται
κάποιος περιορισμός και μπορεί να επιλεγεί από ένας έως μερικές
εκατοντάδες δείκτες. Ωστόσο προτείνεται ανάλογα με την περίπτωση είτε η
υιοθέτηση ενός πλήθους δεικτών, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η
παρακολούθηση των θετικών ή αρνητικών εξελίξεων σε μια σειρά από
στρατηγικούς στόχους, οι οποίοι θα έχουν ήδη προσυμφωνηθεί, είτε η
επιλογή συνθετικών δεικτών, οι οποίοι θα παρέχουν την ευκολία της
διαχείρισής των (Sors, 2001, 9).

5. Δείκτες μέτρησης της βιώσιμης ανάπτυξης
   Παραθέτουμε παρακάτω ενδεικτικά και εν συντομία τις σημαντικότερες
κατά την άποψή μας προσεγγίσεις, όσον αφορά στην επιλογή δεικτών
μέτρησης, οι οποίοι άπτονται διαφορετικών διαστάσεων της βιώσιμης
ανάπτυξης.

Δείκτες βασισμένοι στα πλαίσια PSR/DSR/DPSIR
   Το πλαίσιο Πίεση-Κατάσταση-Απόκριση (Pressure-StateΠResponse( P-S-R))
προτάθηκε από τον OOΣΑ και υιοθετήθηκε από άλλους διεθνείς οργανισμούς
(Unstat, Eurοstat, E.E.A.). Bασίζεται στην έννοια της αιτιότητας:
· οι ανθρώπινες δραστηριότητες εξασκούν πιέσεις στο περιβάλλον
· αυτές οι πιέσεις αλλάζουν την ποιότητα του περιβάλλοντος και την
ποιότητα των φυσικών αποθεμάτων (την «κατάσταση» του περιβάλλοντος)
· η κοινωνία αποκρίνεται σ' αυτές τις αλλαγές μέσω περιβαλλοντικών,
οικονομικών και τομεακών πολιτικών («κοινωνική ανταπόκριση»),
δημιουργώντας ανάδραση (feedback) στις πιέσεις (OECD, 1991).
   Προσαρμοσμένη έκδοση του πλαισίου P-S-R αποτελεί το πλαίσιο D-S-R
(Driving Force-State-Response), το οποίο χρησιμοποιείται από τον UNCSD.
Το πλαίσιο αυτό διευρύνει την οπτική του, προσθέτοντας μη
περιβαλλοντικές διαστάσεις της βιωσιμότητας στο πλαίσιο P-S-R και
βασίζεται στη θεώρηση των τεσσάρων διαστάσεων της βιωσιμότητας
(οικονομική, κοινωνική, θεσμική, περιβαλλοντική). Oι Κινητήριες Δυνάμεις
αντικαθιστούν τις Πιέσεις του πλαισίου P-S-R, ούτως ώστε να ενσωματωθούν
μη περιβαλλοντικοί δείκτες.
   O Ευρωπαϊκός Oργανισμός Περιβάλλοντος (European Environment Agency)
διευρύνει περαιτέρω το παραπάνω πλαίσιο υιοθετώντας το πλαίσιο DPSIR
(Driving Force-Pressure-State-Impact-Response). Το πλαίσιο αυτό
συμπεριλαμβάνει την εκτίμηση των επιπτώσεων (impacts) στην ανθρώπινη
υγεία και στα οικοσυστήματα, εξαιτίας των πιέσεων, οι οποίες μεταβάλλουν
την κατάσταση (ΕΕΑ, 1999).
   Παρά την εκτενή χρήση τους, τα πλαίσια PSR/DSR/DPSIR και οι
περιβαλλοντικοί δείκτες, που βασίζονται σ' αυτά , έχουν υποστεί κριτική
επειδή υπερτονίζουν την περιβαλλοντική διάσταση των προβλημάτων και
αγνοούν τους δεσμούς και την ανατροφοδότηση μεταξύ των συστημάτων (Sors,
2001, 9).

Oι δείκτες της Παγκόσμιας Τράπεζας
   Η Παγκόσμια Τράπεζα ( World Bank, 1995) δημιούργησε ένα σύνολο
δεικτών, που επικεντρώνεται στη διαμόρφωση πολιτικής. Oι δείκτες αυτοί,
ενώ ακολουθούν σε γενικές γραμμές το πλαίσιο P-S-R, προσφέρουν
συμπληρωματική πληροφόρηση και είναι πιο περιγραφικοί σε σχέση με
ομοειδείς δείκτες. Περιλαμβάνουν οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά
κριτήρια και συνδέονται με τους στόχους της βιωσιμότητας. Oι δείκτες που
εκτιμούν την πρόοδο προς τη βιωσιμότητα ονομάζονται δείκτες επίδοσης
(performance indicators). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι δείκτες αυτοί
προσμετρούν την έννοια της «ευημερίας των εθνών», διευρύνοντας κατ' αυτό
τον τρόπο τη «στενή» θεώρηση των παραδοσιακών οικονομιών. Επίσης
εισάγεται η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου (social capital), ως
τέταρτου μετρήσιμου στοιχείου ευμάρειας προστιθέμενου στο κοινωνικό,
ανθρώπινο και ανθρωπογενές κεφάλαιο, παρά τις μεθοδολογικές αδυναμίες
χρηματικής αποτίμησης των διαφόρων τύπων κεφαλαίου (Seangenberg, 1987,
7).

O δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης (HDI)
   Η διεύρυνση της έννοιας της ευημερίας (well-being) η οποία
συμπεριλαμβάνει και θέματα ποιότητας ζωής, κατέστησε αναγκαία τη μέτρηση
πλευρών της κοινωνικής ανάπτυξης (π.χ ανεργία, κοινωνική πρόνοια,
πρόσβαση σε νερό, τροφή, στέγη, ισότητα των φύλων, διανομή εισοδήματος
κ.ά.). O δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης του UNDP δεν βασίζεται στο πλαίσιο
P-S-R, δεν λαμβάνει υπόψη την περιβαλλοντική διάσταση της βιωσιμότητας
και δεν προσπαθεί να αποτιμήσει χρηματικά όλες τις πλευρές της
βιωσιμότητας.
   Εστιάζει σε τρεις βασικούς κοινωνικούς δείκτες:
- την εκπαίδευση (η οποία προσμετράται σε ποσοστά αλφαβητισμού)
- την υγεία (η οποία προσμετράται με το προσδόκιμο ζωής)
- το κατά κεφαλήν ΑΕΠ
   Η απλότητα του δείκτη αυτού διευκολύνει τη χρήση του στη σύγκριση
προόδου κυρίως μεταξύ αναπτυσσόμενων χωρών. Αξίζει να σημειωθεί ότι
εκτός του δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, δημιουργήθηκαν προσαρμοσμένοι
δείκτες, όπως ο δείκτης ανάπτυξης φύλων (Gender development index-GDI)
και ο δείκτης ανθρώπινης φτώχειας (Human poverty index Π HPI),
προκειμένου να μετρηθούν ανισότητες που δεν καταδεικνύονται επαρκώς
(Seangenberg,1987,8).

O δείκτης βιώσιμης οικονομικής ευημερίας (Index of Sustainable Economic
Welfare-ISEW)
   Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν χρησιμοποιείται ευρέως ως κύριος δείκτης
ευημερίας σε επίπεδο κρατών, ωστόσο έχει υποστεί κριτική επειδή δεν
συμπεριλαμβάνει το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος. Εναλλακτικά
διαμορφώθηκε ο δείκτης βιώσιμης οικονομικής ευημερίας ,βασισμένος στην
προσέγγιση της ασθενούς βιωσιμότητας (Pearce, 1999, 97), προκειμένου να
μετρηθούν οικονομικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι
οποίοι συντελούν στην ευημερία. O δείκτης βασίζεται στις ιδιωτικές
δαπάνες κατανάλωσης, οι οποίες έπειτα από μια σειρά προσαρμογών
διαμορφώνουν ένα σύνθετο δείκτη ευημερίας (ETNA, 2005, 44).
   O δείκτης διαμορφώθηκε από τους Φίλους της Γης (Friends of the
Earth), το Κέντρο Περιβαλλοντικής Στρατηγικής (Center for Environmental
Strategy) και το Ίδρυμα Νέων Oικονομικών (New Economics Foundation), ως
μια προσπάθεια μέτρησης του μεριδίου της οικονομικής δραστηριότητας, το
οποίο συντελεί στην πραγματική αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. O εν λόγω
δείκτης «διορθώνει» τη μονομέρεια του Α.Ε.Π., ωστόσο η χρηματική
αποτίμηση θεμάτων όπως π.χ. το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η υγεία, η
ευημερία είναι μάλλον δυσχερής.

Το βαρόμετρο της βιωσιμότητας (barometer of sustainability)
   Το βαρόμετρο της βιωσιμότητας δημιουργήθηκε από τη Διεθνή Ένωση για
τη Διατήρηση (World Conservation Union) και αποτελεί μια μέθοδο
εκτίμησης της βιωσιμότητας, η οποία αποτελείται από δύο άξονες:
· τον άξονα της ανθρώπινης ευημερίας (human well being)
· τον άξονα της οικονομικής ευημερίας (ecosystem well being)
   Oι δύο αυτοί άξονες θεωρούνται ως ίσης σημασίας ενώ οι
χρησιμοποιούμενοι δείκτες μετρούν την πρόοδο προς τη βιωσιμότητα. Η
πρόοδος απεικονίζεται σε μια γραφική παράσταση και χαρακτηρίζεται ως
κακή, φτωχή, μέση, ανεκτή και καλή, ενώ η θέση κάθε περιοχής
αποτυπώνεται στο σημείο τομής της οικοσυστημικής και ανθρώπινης
ευημερίας. Το βαρόμετρο της βιωσιμότητας αποτελεί ένα πρώτης τάξεως
επικοινωνιακό εργαλείο, εξαιτίας της απλότητάς του, ωστόσο η αξιωματική
θεώρηση της ίσης σημασίας της οικοσυστημικής και της ανθρώπινης
ευημερίας είναι πιθανό να μην ισχύει για όλες τις χώρες (Sors, 2001,
12).

Το οικολογικό αποτύπωμα(ecological footprint)
   Oικολογικό αποτύπωμα ενός πληθυσμού είναι η περιοχή γης και υδατικών
οικοσυστημάτων ,η οποία απαιτείται για την παροχή πόρων και την
αφομοίωση των απορριμμάτων του πληθυσμού. O «πληθυσμός» μπορεί να είναι
άτομο, προϊόν, επιχείρηση, περιοχή ή χώρα. Δεδομένου ότι η έκταση της
γης που ανήκει στον πληθυσμό είναι εύκολο να μετρηθεί ,μπορεί να
συγκριθεί με το οικολογικό αποτύπωμα. Η διαφορά μεταξύ της διαθέσιμης
γης και του οικολογικού αποτυπώματος ονομάζεται οικολογικό έλλειμμα
(Directorate, 2001, 23). Όπως εξηγεί ο εμπνευστής του όρου και της
αντίστοιχης μεθοδολογίας M. Warkenagel (2002), το οικολογικό αποτύπωμα
«μετρά την ποσότητα της φύσης (που εκφράζεται σε εκτάρια/κατά κεφαλή/ανά
έτος) και ο υπολογισμός του μας επιτρέπει να γνωρίσουμε την επιφάνεια
του πλανήτη που χρησιμοποιείται από τον καθένα μας κάθε χρόνο με βάση
τις δικές μας συνήθειες και καταναλώσεις».
   Όσον αφορά στον υπολογισμό του οικολογικού αποτυπώματος, έχουν
διαμορφωθεί δύο προσεγγίσεις:
- η μέθοδος συνδυαστικού υπολογισμού(compound approach)
- η μέθοδος υπολογισμού βασισμένου στις συνιστώσες (component approach)
   Το οικολογικό αποτύπωμα, εξαιτίας της απλότητάς του, συμβάλλει
σημαντικά στην παρακολούθηση της πορείας προς τη βιωσιμότητα, είναι
ιδιαίτερα εύληπτο από μη ειδικούς και αναδεικνύει την αλληλεπίδραση
ανθρώπου-περιβάλλοντος. Έχει ωστόσο υποστεί κριτικές, όσον αφορά στην
επιστημονική του πληρότητα. Επιπροσθέτως, δεν αναφέρεται διόλου στην
ποιότητα ζωής, δεν προσδιορίζει τα αίτια των επιπτώσεων του πληθυσμού
στο περιβάλλον και δεν συντελεί στη διαμόρφωση πολιτικών (ΕΤΝΑ, 2004,
40-43).

6. Αντί επιλόγου: προς αναζήτηση των βέλτιστων δεικτών
   Η παραπάνω-ενδεικτική αναγκαστικά- παρουσίαση μιας σειράς
διαφορετικών δεικτών καθιστά σαφές ότι δεν υφίσταται ένας και μόνος
ιδανικός δείκτης μέτρησης της βιώσιμης ανάπτυξης, μιας και δεν
πληρούνται όλα τα κριτήρια ποιότητας, που έχουν ήδη προαναφερθεί. Στη
βιβλιογραφία (ΕΤΝΑ, 2005, 117-118) έχουν καταδειχθεί επαρκώς τα
πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χρήσης τόσο των επιμέρους δεικτών
μέτρησης όσο και των σύνθετων δεικτών, οι οποίοι διαμορφώθηκαν για να
απαντήσουν στην ανάγκη αντιμετώπισης της τομεακότητας και άθροισης των
δεικτών επιμέρους διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης.
   Εκκρεμεί ωστόσο η αντιμετώπιση μιας σειράς προβλημάτων, αναφορικά με
τη χρήση των δεικτών όπως:
· η εξισορρόπηση μεταξύ περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών
στόχων και η ανίχνευση σχέσεων μεταξύ των μεταβλητών
· η εξισορρόπηση μεταξύ των αντιτιθέμενων συμφερόντων, όσων λαμβάνουν
αποφάσεις
· η ανάγκη διαμόρφωσης νέων εξειδικευμένων δεικτών, ιδίως σε τοπικό
επίπεδο
· η εναρμόνιση και ο συνδυασμός των δεικτών μέτρησης
· η ανάγκη πρόγνωσης/σεναρίων
· ο καθορισμός χρονικού και συστημικού ορίζοντα
· η ανάδειξη τάσεων και όχι απλώς ποσοτικών δεδομένων
· η εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ της χρήσης ενός σύνθετου δείκτη και
μιας πληθώρας διαφορετικών δεικτών
· οι συχνές συγχύσεις/παρανοήσεις/δυσκολίες μετάδοσης των πληροφοριών
· η διασάφηση κριτηρίων μη-βιωσιμότητας
· η έλλειψη δεδομένων για μια σειρά δείκτες
· η συμμετοχή μη ειδικών, εκτός των επιστημόνων και των πολιτικών
(Linser 2004, Rydin 2004)
   H αναγκαιότητα σε διεθνές επίπεδο για την επισταμένη παρακολούθηση
και δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων
είναι πλέον δεδομένη. Ωστόσο δεν είναι δεδομένη η προσοχή που πρέπει να
δοθεί στην επιλογή, παρουσίαση και σχολιασμό των επιμέρους δεικτών, με
τέτοιον τρόπο ώστε να μεταφράζεται σωστά η εξέλιξη του κάθε δείκτη και
να εξάγονται σαφή συμπεράσματα, τα οποία να συνδέονται με τη λήψη
αποφάσεων και τη διαμόρφωση πολιτικής. Η κοινή παραδοχή ότι η διαχείριση
της βιώσιμης ανάπτυξης επιτυγχάνεται μέσω της μέτρησής της, θέτει στο
επίκεντρο της προσοχής τόσο την ανάγκη ανάπτυξης νέων δεικτών όσο και
την βελτίωση των ήδη υφισταμένων. Παρά τις επιφυλάξεις που έχουν
εκφραστεί αναφορικά με την δυνατότητα μέτρησης της βιώσιμης ανάπτυξης
(Bell,1999), δεν εξέλιπαν οι ερευνητικές προσπάθειες διαμόρφωσης ενός
επιστημονικά έγκυρου, τεχνικά αυτοδύναμου και ευέλικτου συστήματος
δεικτών μέτρησης αυτής. Oι
προσπάθειες αυτές δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις επιτυχημένες,
ωστόσο, παρά τις αδυναμίες τους, αναμφίλεκτα συνέβαλαν σημαντικά στη
θεσμοποίηση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης (Rydin, 2004).
   Oι δείκτες μέτρησης σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν αυτοσκοπό, πλην
όμως είναι αναγκαίοι στον προσανατολισμό μας σ' έναν σύνθετο και ραγδαία
μεταβαλλόμενο κόσμο, αποτελούν τροφή για σκέψη και μπορούν να
χρησιμεύσουν ως πυξίδα στην πορεία προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Κλείνοντας
θα συμφωνήσουμε με τη D. Meadows (1998, 78): «Η διαδικασία εύρεσης,
εφαρμογής και βελτίωσης των δεικτών βιώσιμης ανάπτυξης δεν θα γίνει
σωστά στην αρχή. Παρόλα αυτά, είναι επείγον να ξεκινήσει άμεσα».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙOΓΡΑΦΙΑ
Γρηγορίου Π. Γ., Σαμιώτης Γ.Δ., Τσάλτας Γ. (1993), Η Συνδιάσκεψη των
Ηνωμένων Εθνών (Rio de Janeiro) για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη,
Παπαζήσης
Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ) (2003),
Περιβαλλοντικά σήματα. Σχέδιο έκθεσης δεικτών αειφορίας.Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα www.ekpaa.gr
Εργαστήριο Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης (ΕΤΝΑ), Πανεπιστήμιο
Αιγαίου, Τμήμα Περιβάλλοντος (2005), Επιστημονική μελέτη και μεθοδολογία
με θέμα «Oικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα», Μυτιλήνη
Innovation for sustainable tourism and services South Aegean (ΙSTOS)
(2005), Παρακολούθηση της αειφορίας σε περιφερειακό επίπεδο.Διαθέσιμο
στην ιστοσελίδα www.istosweb.org/gr
Λάσκαρις Κ. (Επιμ.) (χ.χ.), Sustainable development. Θεωρητικές
προσεγγίσεις μιας κρίσιμης έννοιας, Παπασωτηρίου
Μοδινός Μ. (1996), Η αρχαιολογία της ανάπτυξης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις
Κρήτης
Μοδινός Μ. (2003), Η αρχαιολογία της βιώσιμης ανάπτυξης (Στο:
Ευθυμιόπουλος Η .- Μοδινός Μ. (Επιμ.) Oι δρόμοι της αειφορίας, Ελληνικά
Γράμματα,19-40)
Ναξάκης Χ. (1997), Η οικολογικοποίηση της ανάπτυξης, Oυτοπία, 26,
107-118
Παπαιωάννου Δ. (1999), Εισαγωγή στην επιστήμη του περιβάλλοντος, Πάντειο
Πανεπιστήμιο
Ρέππας Π.Α. (1991), Oικονομική ανάπτυξη. Θεωρίες και στρατηγικές.
Παπαζήσης
Σιούτη Γ. (2004), Βιώσιμη ανάπτυξη και προστασία του περιβάλλοντος (Στο:
Σκούρτος Μ.Σ. - Σοφούλης Κ.Μ. (Επιμ.) Η περιβαλλοντική πολιτική στην
Ελλάδα, Τυπωθήτω, 73-85)
Τσαντίλης Δ. (2003), Oι 3+1 διαστάσεις της αειφορίας (Στο: Ευθυμιόπουλος
Η. - Μοδινός Μ. (Επιμ.) Oι δρόμοι της αειφορίας, Ελληνικά Γράμματα,
41-61)

ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙOΓΡΑΦΙΑ
Βarbier E., Markandya A., Pearce D.W. (1990), Environmental
sustainability and cost-benefit analysis, Environment and planning, 22,
1259-66
Barde J.P. (x.x), Oικονομία και πολιτική περιβάλλοντος. Μεταφρασμένα
αποσπάσματα, Τμήμα Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Βarde J.P. (1990), The path to sustainable development, OECD Observer,
164, 33-37
Bell S., (1999), Sustainability indicators. Measuring the immeasurable,
Earthscan Publications, London
Blomstrom M. - Hettne B. (1984), Development theory in transition, Zed
Books, London
Blowers A. (Ed.) (1993), Planning for a sustainable environment,
Earthscan Publications, London
Commission of the European Communities (2005 A), Draft declaration on
guiding principles for sustainable development (COM (2005) 218 final)
Commission of the European Communities (2005 B), Sustainable development
indicators to monitor the implementation of the EU Sustainable
Development Strategy (SEC (2005) 161 final)
Directorate General for Research (2001), Ecological footprint-Final
study, European Parliament, Luxembourg
Dissinger J. (1990), Environmental education for sustainable
development?, Journal of Environmental Education, 21, 3-6
Esteva G. (1991), Preventing green redevelopment, Development, 21, 74-78

European Environmental Agency (EEA) (1999), Workshop on indicators as a
tool for managing and monitoring a sustainable local and regional
planning process
Foster J.B. (1995), Ecology and human freedom, Monthly Review, 47, 22-31

IUCN/UNEP/WWF (Eds) (1980), World Conservation Strategy, Gland,
Switzerland
IUCN (1991), Caring for the earth: A strategy of sustainable living,
Switzerland
Latouche S. (2001), Να τελειώνουμε μια για πάντα με την ανάπτυξη, εφ.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡOΤΥΠIΑ (10/6/01)
Linser S. (2004), Requirements for SDI and SDI systems and its
limitations. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα
www.environment.fi/default.asp?node=12282&lan=en
Μac Neill J. (1989), Strategies for sustainable development, Scientific
American, Sep., 105-113
Mantoto R. (1996), O οικοκαπιταλισμός, Στάχυ
Meadows D. (1998), Indicators and information systems for sustainable
development. A report to the Balaton Group, The Sustainable Institute
Nijkamp P.-Ewers H.J. (1990), Sustainability as a key force for urban
dynamics (Στο: Nijkamp P. (Ed) Sustainability of urban systems, 3-16,
Avebury, Gr. Britain)
Nijkamp P. -Townroe P. (1990), Urban sustainability analysis: new
research departures (Στο: Nijkamp P. (Ed) Sustainability of urban
systems, 305-314, Avebury, Gr. Britain)
OECD (1990), Environmental policies for cities in the 1990's, Paris
OECD (1991), Environmental indicators. Apreliminary set, Paris
O' Connor M. (Ed) (1994), Is capitalism sustainable?, The Guilford
Press, London
Passet R. (1987), Oικονομία και περιβάλλον, Παρατηρητής
Passet R. (2000), Oι πληγές της τεχνολογικής ανάπτυξης, Αφιερώματα LE
MONDE DIPLOMATIQUE, 17, 68-72
Pearce D., Barbier E.B., Markandya A. (1990) Sustainable development,
Edward Elgar
Pearce D. (1999), Measuring sustainable development: progress on
indicators (Στο: Pearce D. (Ed.) Economics and environment, 96-112,
Edward Elgar)
Pearce D. - Atkinson G. (1995), Measuring sustainable development (Στο:
Bromley D. (Ed.) The handbook of environmental economics, 166-181,
Blackwell)
Redclift M. (1990), Beyond the buzzword: defining sustainable
development, New Ground, Spring, 3-4
Redclift M. (1992), Sustainable development and popular participation: a
framework for analysis (Στο: Ghai D. - Vivian J.K. (Eds) Grassroots
environmental action. People's participation in sustainable development
,23-49, Routledge)
Rees W. (1990), The ecology of sustainable development, The ecologist,
20, 18-23
Rydin Y. (2004), A role for sustainability indicators? Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα www.enviroment.fi/default.asp?node=12282&lan=en
Seangenberg J. - Bonniot O. (1998), Sustainability indicators. A compass
on the road towards sustainability, Wuppertal Institute
Smeets E. - Weterings R., (1999), Environmental indicators: typology and
overview, European Environmental Agency, Copenhagen
Sors C. J. (2001), Measuring progress towards sustainable development in
Venice: a comparative assessment of methods and approaches, Fondazione
Eni Enrico Mattei
Tietenberg G. (1997), Oικονομική του περιβάλλοντος και των φυσικών
πόρων, Gutenberg
Turner R.K., Pearce D., Bateman I. (x.x), Περιβαλλοντικά οικονομικά.
Μεταφρασμένα αποσπάσματα, Τμήμα Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Victor P. (1991), Indicators of sustainable development:some lessons
from capital theory, Ecological Economics, 4, 191-213
Wakernagel M. ( 2002), Συνέντευξη στην εφ. ΑΥΓΗ (27/8/02)
Wollf P. (1991), The EU sustainable development strategy:a framework of
indicators, Eurostat
World Bank (1995), Monitoring environmental progress, Washington D.C.


 

 
 
Φύλλο αρ. 183
Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2006
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Editorial
Καταναλώστε, είναι μεταδοτικό.
Φάκελος
BIΩΣIMH ANAΠTYΞH
Βασικές έννοιες και δείκτες μέτρησης
Tου AΠOΣTOΛOY XATZHΠAPAΣKEYAΪΔH
Το Θέμα
Iστορική συνάντηση Xριστόδουλου - Πάπα
«Nέοι δρόμοι και προοπτικές» - Του Μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεου
«Yπέρ της προώθησης του διαλόγου» - Του Επισκόπου Καθολικών Σύρου Φραγκίσκου

Ειδήσεις

ΚΥΚΛΑΔΕΣ - Διαμαρτυρία για τα κενά σε διδακτικό προσωπικό
Παρεμβάσεις Ν. Συρμαλένιου στο νομαρχιακό συμβούλιο
NAΞOΣ - Eκδήλωση ενάντια στα μεταλλαγμένα
ΑντεπΙθέσεις
«Αd calendas Graecas»
Απόψεις
Από το Γαλιλαίο στο Βαβύλη - Tης MAPIAΣ APBANITH ΣΩTHPOΠOYΛOY
Απαράδεκτη καθυστέρηση της έγκρισης του Πολεοδομικού Σχεδίου Ερμούπολης
Aπό τα παλιά στα νέα βιβλία του Δημοτικού - Της ΡOΥΜΠΙΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔOΥ
ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΙΣ ΖΩΩΝ ΣΤΗ ΣΥΡO - Tης ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΛOΓΕΡΑΚΗ

Στραβά κι ανάποδα.

.όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος
Πολιτισμός
«Δωδέκατη Νύχτα ή ό,τι θελήσετε» - Νέα παράσταση από τη θεατρική εταιρεία ΠOΛΙΣ
Μπαλωμένο βελούδινο σακάκι - ΧΡΗΣΤOΣ ΔΗΜΗΤΡOΥΛΑΣ

ΗμεροΔείκτες

Εξαγορά τύψεων και ενοχών - Των γιορτών η φιλανθρωπία