«Κάνε με χρώμα που τα χείλη σου φιλάει να είμαι κόκκινο που πιο πολύ σου
πάει.
Bάλε με ρούχο μέσα στο κρύο κι όταν τρομάζεις, να σου λέω είμαστε δύο»
(Γιάννης Δεσύπρης)
Μια γυναίκα να χορεύει με τα ζάρια γύρω απ' το κορμί της και η θάλασσα
κρεμασμένη στα κάγκελα ενός φρεσκοασβεστωμένου χειμώνα, τα φίδια να
αρματώνουν τα τραπεζάκια των καφενείων με τα σπασμένα κεραμίδια ορυχείων
και βαγονέτα μετεώρων ήχων, ο δαίμονας των ναυπηγείων, σιδεριές
περασμένων εποχών, κλειδιά πεταμένα σε χαντάκι, οι καρφίτσες μιας
μοδίστρας, το σημάδι.
Χέρια που ξεφορτώνουν την υγρασία στα σκαλοπάτια της εκκλησίας και στις
γωνιές του οικισμού, στα όνειρα για τα καινούρια έπιπλα, στους
παγωμένους τοίχους του πρωινού, στις βρύσες των συνόρων και στους
δρόμους της λάμψης, στις ξυπόλητες πόρτες των λάκκων, στις διαταγές των
ανθρώπων, στα απογεύματα που μαλακώνει το φως, στα κουδουνάκια των τάφων
και στη σχάρα της μηχανής, στα μάτια.
Κόκκινα κατάρτια, κόκκινα πανιά, ο κόσμος να πιστεύει ότι θα αναστηθεί η
οργή κι οι φίλοι πάνω σε βάθρα να τσακίζουν τα φτερά τους, παιδιά που
σηκώνουν τα ραβδιά και αποχαιρετούν τους καβαλάρηδες των φάρων και της
ασφάλτου, πετραδάκια της βροχής και ανεπαίσθητα θροΐσματα, μυρωδιές
ανακατωμένες με ειδήσεις, μαλλιά μούσκεμα που κοχλάζουν και το φαγητό
της κούρασης στα βλέφαρα, τα σώματα να βουλιάζουν στα φύκια των ουρανών,
το φανάρι.
O λόφος με τα γκρεμισμένα παραμύθια και τις αναμμένες κολόνες, δίπατα
χυτήρια για ψυχές και απολογίες απ' τους παράξενους βράχους, το κάτω
μέρος είναι αυτό που βλέπουμε, στολισμένοι με ανάγλυφα συμπεράσματα και
λόγια θρύψαλα, όλοι επήγαμε από πίσω της, μόνο ένα άσπρο φτερό
κοντοστάθηκε σαν το κουτί που είδαμε να γνέφει στους εργάτες της
ανασκαφής, τέσσερεις κύκλοι χωρίς ερώτηση, τρέξαμε όλοι να βγάλουμε τα
χώματα.
Μια ρόμπα έτρεξε να σβήσει όλους τους στίχους των τραγουδιών για να
τυφλωθούνε τα μάτια μας, εισπράκτορες που τρύπωσαν μέσα στα λουλούδια
και πήραν τη μεγάλη απόφαση να τα στριμώξουν σ' ένα ξυράφι, μήνυμα ίδιο
ολόκληρο τον κόσμο, μιλάμε μέσα από τα δόντια μας, αγναντεύουμε μέσα από
τα δόντια μας, χωρίς κανένας να μας ενοχλήσει, αγάλματα από σφυρί, φωνές
μέσα σε σακίδια μ' ένα χοντρό σίδερο κάτω απ' τη μασχάλη, έρχονται και
μας ζητάνε να νιώθουμε περήφανοι πούμαστε μέσα στην αυλή τους, συνεργεία
διάλυσης, κρίμα, πρωτοβρόχια.
Καιρός είναι να ξανακούσουμε τη δική μας ζωή, τη δική μας ιστορία, τις
δικές μας θύμησες, το κόκκινο χρώμα που περίσσεψε απ' την Κατερίνα
Γώγου, τη δυστυχία που χτίζει τη δική της πολιτεία και τα λιμάνια που
βουλιάζουνε στην αντάρα, τις λαχτάρες που κυλάνε στο αίμα, τα χωράφια με
τις τρύπες απ' τους σταυρούς και τα κούτσουρα που σαπίζουνε δεμένα με
λευκές κορδέλες, γινήκαμε από κάποια μαγική δύναμη μ' ένα θαυμασμό που
αγγίζει το δέος, μόνοι μέσα στο αγριωπό μεγαλείο μας.
Oι λέξεις ξεσκεπάζονται μια μια και προχωράνε βαθιά μέσα στη γη, μέσα
στο βόθρο που μας έριξαν οι μεγάλοι τίτλοι των βιβλίων, οι τριανταφυλλί
εφημερίδες και τα νεοκλασικά στολίδια του νου, άδεια φλιτζανάκια που
διατυμπανίζουν μια επανάσταση που έχει γίνει, κουρσεμένοι με τόσο
ενθουσιασμό, ντέφια της σκόνης, ατέλειωτες γκρίζες πέτρες, ξεπνοϊσμένοι,
αδιάντροποι, παρακολουθούμε την τελετή της εκτέλεσης.
Θεατρικός μονόλογος ενός δυνατό ανέμου και της σειρήνας του περιπολικού.
Αρλεκίνοι που ξαπλώνουν κάτω και στη συνέχεια ενώνονται στριφογυρίζοντας
το σώμα τους στο ρυθμό που το ποτάμι μαθαίνει.
Για μια φήμη που τη βλέπουν όλοι ταυτόχρονα, μια σιωπή από χέρια
τυλιγμένα με χρωματιστά σελοφάν και του ύπνου τον αντίλαλο.
Φωνές από λινάτσα και επαγγέλματα.
Φιγούρες σε μπαλκονάκια ξεχασμένα με πέταλα λευκά.
-Βάζε το στα πόδια και τρύπωσε κάπου.
Αρχίζουμε σιγά σιγά να αντιδρούμε στις σκηνικές απαιτήσεις του χώρου,
προσαρμοστήκαμε στο κουκλοθέατρο των πινέλων και στα σπίτια των
αφεντικών.
Μπαγκέτες που χτυπούν η μια την άλλη.
Τάχα πώς είμαστε. κανείς δε μπορεί να πει πως είμαστε.
Έλα λοιπόν να βρούμε μια βέργα που'ναι ίσια.
Εκεί στην πλατεία που βρίσκεται η ράμπα με τα φώτα.
ΧΡΗΣΤOΣ ΔΗΜΗΤΡOΥΛΑΣ
|