Χαμογελώντας βλέπεις την κούκλα να ντύνεται.
Εμείς μονάχοι μας, είμαστε μόνο μια παγίδα, ξαπλωμένοι στον καναπέ, δυο
λάμδα ανάλογα με τα δόντια.
Κάνεις το γύρω του τραπεζιού. Μικρά σηματάκια, γκρίζο φόρεμα. Γυμνά
παρεκκλήσια και το μεσημέρι να κοιτάζουμε τα χέρια μας. Αδράχτια που
βουίζουν στις πιέτες ενός φορέματος.
Προθάλαμοι που οι φωνές ξεχάστηκαν, πολυθρόνες που προσφέρονται με
ευγένεια.
Όλος της ο καυγάς. Περιμένεις να τρεμουλιάσεις μπροστά στα στοιχήματα
των ποτηριών. Στο παραμέσα δωμάτιο.
Κρυφά σα το διάλογο που καρφώσαμε με μια κίνηση του κεφαλιού, σαν τα
δικαστήρια που υποστηρίζουν βαφτιστικούς και την ελπίδα της αμαρτίας, σα
το μαντήλι που σκουπίζει τα δάκρυα. Έτρεξες στο κουδούνισμά του
σκύβοντας να δεις απ' το κεφαλόσκαλο, μπρούτζινο πόμολο μιας πόρτας με
τριμμένη μπέρτα, βελούδινη πρόβλεψη μιας αυστηρής σκηνής, χαρτονομίσματα
σκεπασμένα με δαχτυλιδάκια που αφοπλίζουν το στόμα.
Ξέρω, κουράστηκες. Βαρέθηκες το μακιγιάζ και την ιστορία της βεντάλιας
που χαμογελάει, μικροσκοπική ντάμα που γέρνεις το ιδρωμένο σου κεφάλι σ'
ένα πανδαιμόνιο από χειροκροτήματα και γέλια, αλαφροπατήματα ποδιών και
προετοιμασίες για ευχέλαιο.
Ένα σκυλάκι στο πάτωμα και οι τροχοί ενός αμαξιού να βάζουν τα δάχτυλά
τους στο μέτωπο σου. Πονεμένο χαμόγελο.
Περιττή σ' ένα οικογενειακό συμβούλιο με πουδραρισμένες περούκες και
λάμψεις αραδιασμένων βιβλίων.
Τα μάτια πρέπει τέλος πάντων κάπου να κοιτάνε.
Oι πορτοκαλιές πάνω στο χώμα, κρατάνε το πρώτο σου παιχνίδι.
Καθαρό φως που σέρνεται στα μάτια με τα ωραία σου λάθη. Πόσες φορές
απλώθηκες σε χαρτιά κρατώντας την κλωστή με το τραγούδι; Πόσες φόρες
θύμωσες για ψεύτικα πετράδια και την παράξενη βιασύνη των κεριών; Πόσες
φορές ταξίδεψες στων ρούχων τις άδειες τσέπες και σε βλέφαρα που
κλείνουν στο αίνιγμα των βυθών; Πόσες φορές στη φλούδα σου περπάτησαν τα
τάματα του ανέμου που σκοτώσαμε;
Υγρός αέρας στο στήθος των ονείρων και ένας σκορπιός να χτυπάει τις
καμπάνες του φεγγαριού. Δρόμοι των ερώτων και της αγρύπνιας, ταξίδια που
συμπίπτουν τα χαράματα με μύρα μαγικά της πίστης.
Όλο λαχταράς κι όλο προσμένεις αχρείαστους κύκλους να κινήσουν τα
δάχτυλα. Πάντα δικασμένη από καπνούς τσιγάρων και πραίτορες της πίκρας.
Συναθροίζεις τα λουλούδια που ανασταίνονται από σπασμένες κλειδαριές στα
χωράφια των σκισμένων διαβατηρίων της ελπίδας.
Ελεύθερη μέσα στο έλεος.
Γλυκιά μέσα στο κάλεσμα.
Ακριβή στη λάμψη των φιλιών.
Γη που βιάζεται να χορτάσει του γυαλιού το μασκάρεμα.
Στερνή συναυλία των κυριακάτικων κρυστάλλων.
Ας καίγονται όσο θέλουν οι κρεμάμενοι εραστές των ίσκιων. Ξαπλωμένη στο
κρεβάτι των κραυγών με καταματωμένα φτερά, μπερντές ψευτοηρώων και
τετράστιχων, καμαρωτό κορμί στο θρόνο του παράφορου. Κλείνεις έξω από
την πόρτα τα μυστικά των αγοροκόριτσων και τους λυγμούς πούχανε κεφάλι
από άφθαρτο μάρμαρο, αβέβαια πρωινά των ονομάτων που συλλάβισες.
Πόσες παγίδες χάρηκαν τα μέλη σου;
Είναι ωραίο να συνηθίζεις την καρδιά σου στο θόρυβο και στα λόγια της
δίψας του ουρανού.
Αστέρι χωρίς Θερβάντες και ξωτικά του νερού, γεμάτη αντισυλληπτικά και
σάλπιγγες πορνείων, σκοτάδι με ανθόνερο και στέρνα των καραβιών από
χαρτί.
Βγαίνεις από το σπίτι με το ποτήρι του ζητιάνου.
Καλλιεργημένοι κρίνοι που βογκούν και γέρνουν στο τέλος του
πλημμυρισμένου δρόμου σου.
Εκεί στις σταματημένες μυλόπετρες με τη μυρωδιά του σταριού να σε
δοξάζει αιώνια.
-Μη μιλάς δυνατά, η κοπέλα με τις παπαρούνες κοιμάται.
|