Από τα φοιτητικά μας χρόνια ακούμε το παραπάνω σύνθημα από χείλη
«αναρχικών» «αντιεξουσιαστών». Oι περισσότεροι από μας αρνούμαστε να το
δεχτούμε κυρίως επειδή δεν είναι δίκαιο να αποδίδονται στο σύνολο των
εργαζόμενων οι ακρότητες ενός υποσυνόλου. Ωστόσο, με αφορμή το
δολοφονικό ξυλοδαρμό ενός ελληνοκύπριου φοιτητή από εγκληματίες που
δηλώνουν «φύλακες του νόμου», μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις
γύρω από το «θεάρεστο έργο» μερικών «λειτουργών» τηςΙ τάξης και της
Ασφάλειας (σ.σ. με τον όρο που το κράτος δίνει σʼ αυτή την κατά τα άλλα
αξιοπρεπή λέξη).
Αρχικά οφείλουμε να επιμείνουμε στην παρακάτω διαχωριστική γραμμή:
Δεν αναφερόμαστε στα αστυνομικά όργανα τα επιφορτισμένα με την επιβολή
των νόμων μιας κοινωνίας (ακόμα κι αυτής της άδικης στην οποία ζούμε)
που οδηγούνται άοπλα, ανεκπαίδευτα και, εν τέλει, απροστάτευτα να
διώξουν το οργανωμένο έγκλημα. Μιλάμε γι αυτό το κομμάτι του
κατασταλτικού μηχανισμού που θεωρεί την κοινωνία, τους εργαζόμενους, το
συνδικαλιστικό κίνημα, τις λαϊκές κινητοποιήσεις ως «εχθρό» και
(συνεχίζει να) τον φακελώνει, υπονομεύει, ξυλοκοπάει. Αυτοί οι
τραμπούκοι που προέρχονται από το περιθώριο της κοινωνίας και (ελέω
κάποιου Μπάρμπα από την Κορώνη) βαφτίζονται «υπηρέτες του νόμου» δεν
διστάζουν να χτυπούν ηλικιωμένους, εργαζόμενους, μαθητές και φοιτητές,
αυτοί έχουν προσδώσει σε κάθε εργαζόμενο της ΕΛ.ΑΣ. το προσωνύμιο
«μπάτσος» (μια που συνειρμικά ο λαός γνωρίζει ότι κάθε τέτοιος
χρησιμοποιεί μπάτσους, δηλαδή σφαλιάρες, για να επιβληθεί). Στις
παρακάτω αράδες αυτός ο χαρακτηρισμός θα χαρακτηρίζει αποκλειστικά αυτά
τα εγκληματικά στοιχεία κι όχι το σύνολο των αστυνομικών.
Κάθε αστική «δημοκρατία» που σέβεται την κυριαρχία της οργανώνει το
δικό της κατασταλτικό μηχανισμό. Τον προσανατολίζει όχι εναντίον του
οργανωμένου εγκλήματος αλλά κατά του μοναδικού εχθρού της: του λαϊκού
κινήματος. Η ελληνική περίπτωση με τις ιδιαιτερότητες της (δυο
δικτατορίες τα τελευταία 80 χρόνια, και πολλές δεκαετίες με
«δημοκρατικά» διαλλείματα όπου ίσχυε η απαγόρευση της ελεύθερης
έκφρασης) αποτελεί εξώφθαλμη περίπτωση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές
αστυνομίες. Στο νεοελληνικό κράτος ο «μπάτσος» ανέκαθεν ήταν το μακρύ
χέρι επιβολής του κράτους (λειτουργώντας και ως παρακράτος) και μερικές
φορές ταυτίστηκε με το «κράτος» (επί πρωθυπουργίας Κ. Μητσοτάκη).
Oυδέποτε η αστυνομική βία κατά διαδηλωτών θεωρήθηκε επικίνδυνη,
αντιδημοκρατική ή υπερβολική. Ακόμα και σε εγκλήματα που οργάνωσαν και
εκτέλεσαν αστυνομικά «όργανα» (όπως η δολοφονία Λαμπράκη) τιμωρία των
ενόχων δεν υπήρξε. Απεναντίας, η ασφάλεια της χώρας ταυτίζεται με την
ασφάλεια των κρατούντων. Η περίφημη «κρατική Ασφάλεια» ελάχιστα
ασχολείται με τους εξωτερικούς εχθρούς της χώρας ή τα εγκληματικά
στοιχεία που δυνάμει συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας. Η
«Ασφάλεια» διώκει συστηματικά όσους αγωνίζονται για το αυτονόητο. Έτσι
κάθε επίδοξος ΑσφΑΛΗΤΗΣ διδάσκεται να θεωρεί εχθρούς του τους
εργαζόμενους, τους συνδικαλιστές, τους φοιτητές. Γι αυτό η «Ασφάλεια»
διατηρεί ανάλογα τμήματα επιχειρώντας να διεισδύσει με προβοκάτορες μέσα
σε συνδικαλιστικές, φοιτητικές και άλλες οργανώσεις. Τα κατά καιρούς
ευτράπελα που συμβαίνουν όταν αποκαλύπτονται αυτά τα σαΐνια δεν πρέπει
να αντιμετωπίζονται με ελαφρότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι όροι
«κουκουλοφόροι» και «γνωστοί άγνωστοι» έχουν ταυτιστεί στη συνείδηση του
κόσμου με τους ΑσφΑΛΗΤΕΣ προβοκάτορες καθώς αρκετές φορές που το κίνημα
ακινητοποιεί «αγνώστους» και τους αφαιρεί τις κουκούλες οι
«συλληφθέντες» επιδεικνύουν την υπηρεσιακή τους ταυτότητα. Και για να
τελειώνουμε κάποτε μʼ αυτό το μύθο: κανένας επαναστάτης δεν έχει ανάγκη
να κρύψει το πρόσωπο και τα στοιχεία του. Αυτοί που φοβούνται να
εμφανιστούν είναι μόνο όσοι δρουν υπόγεια και προβοκατόρικα. Τα γεγονότα
της Θεσσαλονίκης απέδειξαν πως οι κουκουλοφόροι αλήτες που (σύμφωνα με
καθηγητές του ΑΠΘ) προκάλεσαν τα επεισόδια και αργότερα ξυλοκόπησαν έναν
ανυπεράσπιστο πολίτη ήταν ΑσφΑΛΗΤΕΣ.
Φυσικά, επειδή το επάγγελμα του μπάτσου δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές
(ποιος φυσιολογικός άνθρωπος μπορεί να καμαρώνει στους γείτονες του
επειδή φορά κράνος, κρατάει γκλομπ και δέρνει ανθρώπους; Ποιος μπορεί να
υπερηφανευτεί ότι ντύνεται «αναρχικός» και ρουφιανεύει πολίτες;) οι
πολιτικοί προϊστάμενοι αναλαμβάνουν να τους τονώσουν το ηθικό. O κος
Πολύδωρας τους αποκαλεί «praetores urbanis» κάνοντας τους έτσι
υπερήφανους για τη βία που ασκούν. Oι αθλιότητες της Θεσσαλονίκης
δείχνουν ότι οι «praetores» τον δικαιώνουν. Η ανακοίνωση - μνημείο
θρασυδειλίας, που εξέδωσε η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης για
τον άγριο, τραμπούκικο, τρομοκρατικό, δολοφονικό ξυλοδαρμό του φοιτητή
από ΑσφΑΛΗΤΕΣ με πολιτικά, υπό την εποπτεία του διευθυντή της Κρατικής
Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, είναι αυτή ακριβώς που αρμόζει στο κράτος τους.
Η ανακοίνωση μιλάει για τραυματισμό του νεαρού που προήλθε από την πτώση
του «πάνω σε μηχανάκι και σε ζαρντινιέρα» (!) στην προσπάθειά του να
διαφύγει από τους αστυνομικούς, εναντίον των οποίων -λέει η ανακοίνωση-
«επιτέθηκε» (!) κιόλας.
Βέβαια, η εικόνα που είδε ολόκληρο το πανελλήνιο, είναι αψευδής
μάρτυρας της αλήθειας: απαθανάτισε καμιά δεκαριά ΑΛΗΤΕΣ που, μπροστά στα
μάτια των πρυτανικών αρχών της πόλης, και υπό τη σιωπηλή επιδοκιμασία
των ανωτέρων τους, χτυπούσαν βάρβαρα και ανελέητα έναν ανυπεράσπιστο και
αιχμάλωτο άνθρωπο.
Με την (μια ακόμα) ΕΔΕ που διέταξαν, ενδεχομένως να προσπαθήσουν (αν
δεν κουκουλώσουν ως συνήθως την υπόθεση) να εξατομικεύσουν τις ευθύνες
στους «κακούς» μπάτσους που πρωταγωνίστησαν στον ξυλοδαρμό. Αλλά,
σύμφωνα με τους κανόνες της «Δημοκρατίας» τους, η αστυνομία ασκεί βία εν
ονόματι του κράτους.
Με άλλα λόγια, ό,τι κι αν βγάλει το πόρισμά τους, οι ΑΛΗΤΕΣ που
σακάτεψαν τον φοιτητή, όπως και οι ένστολοι προβοκάτορες, όπως και
κείνος με τη σιδηρογροθιά, όπως και οι προηγούμενοι που παλιότερα
χτυπούσαν συνταξιούχους, εκπροσωπούν ακριβώς αυτό που τους «γεννά» και
τους «αναπαράγει»: Το κράτος τους. Ένα κράτος που δεν μπορεί να υπάρξει
χωρίς μπάτσους που (σε περιπτώσεις σαν αυτή δικαίως) αποκαλούνται:
«Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι».
|