Τα τελευταία χρόνια νιώθω, πολύ τυχερός και προνομιούχος. Το γραφείο
μου βρίσκεται στον τρίτο όροφο, μιας πολυκατοικίας, από κείνες που
πλαισιώνουν την πλατεία Μιαούλη, ακριβώς απέναντι από το ιστορικό
δημαρχείο.
Πρόκειται για ένα από τα κτίρια που έδωσαν σιγά σιγά σχήμα στην
πλατεία και άρχισαν να χτίζονται στα 1840 Π 50, με τις χαρακτηριστικές
στοές που θεσμοθετήθηκαν από τον αρχικό σχεδιασμό της, κατά το πρότυπο
των ευρωπαϊκών και κυρίως ιταλικών πόλεων. Κάθε πρωί καθώς ξεκινώ την
εργασία μου, στέκω μπρος στο ανοιχτό παράθυρο και αντικρίζω, το λόφο της
Ερμούπολης, που στην κορφή του δεσπόζει το καμπαναριό και γαλάζιος
τρούλος της Ανάστασης, και στις υπώρειες του, βρίσκονται τα μοναδικά κι
ασύγκριτα μνημεία του δημαρχείου και της λέσχης. Εστιάζοντας το μάτι
στην Ανάσταση και το δημαρχείο, σχηματίζεται στο μάτι σου η υπέροχη θέα,
ενός συμπαγούς οικιστικού συνόλου που σαν ποταμάκι διάσπαρτο με σπίτια
λευκά και ωχροκίτρινα κατηφορίζει, και εκβάλλει στην υπέροχη πλατεία
Μιαούλη. Η πλατεία Μιαούλη, μια από τις σπάνιες στην Ελλάδα πλατείες του
19ου αιώνα, είναι σήμερα η καρδιά της πόλης, ο τόπος της βραδινής
βόλτας, το αυτονόητο σημείο συνάντησης για κατοίκους και επισκέπτες.
Είναι ο ομφαλός αυτής της πόλης, μιάς πόλης μαρτύριο για την γένεση της
νεώτερης Ελλάδας, που παρουσιάστηκε στο προσκήνιο της Ιστορίας μες τις
φλόγες της επανάστασης. Είναι ένας χώρος όπου συναντιόνται η μνήμη με
την καθημερινότητα.
Γιατί δίνει ένα πραγματικό κανόνα. Ότι τα μεγάλα επιτεύγματα της
ανθρωπότητας, μπορεί να τονώνουν την τοπική υπερηφάνια των ντόπιων,
ωστόσο αποτελούν παγκόσμια κληρονομιά και κυρίως κληρονομιά των
ανθρώπων, που τα σέβονται πραγματικά και απορροφούν με όλους τους πόρους
του κορμιού τους, την σημασία τους. Αυτό συμβαίνει και με την πλατεία
Μιαούλη το δημαρχείο, τα άλλα δημόσια κτίρια, τα σπίτια με τις στοές,
που υψώνονται και στις τέσσερεις πλευρές της και της δίνουν ξεχωριστό
μνημειακό θα λέγαμε χαρακτήρα. Τα ανεπανάληπτα αυτά αριστουργήματα, παρά
τις φθορές του χρόνου, στέκουν αγέρωχα και φρέσκα, δεν αποτελούν απλά,
μάρτυρες ισχυρής συλλογικής βούλησης και τοπικής περηφάνιας, ουδε καν
μέρος του μνημειακού αρχιτεκτονικού συνόλου, αλλά κοσμούν σαν πολύτιμα
πετράδια τον κτιριακό πολιτισμό της όλης της νεοελληνικής κοινωνίας και
μαζί με άλλα, άλλων χωρών αποτελούν την ανεκτίμητη παρακαταθήκη της
παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του νεοκλασσικού κινήματος.
Στέκουν ενεργά ζωοποιά, για να αποδεικνύουν, ότι η δημιουργία αυτής της
πόλης συμπίπτει με την αρχή της νεώτερης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Σε
αυτή την νεογέννητη πόλη, η ελληνική αρχιτεκτονική, υποδέχεται την
ευρωπαική, όπως, έχει διαμορφωθεί, μέσα από την γόνιμη συνάντηση των δύο
ρυθμών του κλασσικισμού και του ρομαντισμού. Στην Ερμούπολη τα ευρωπαικά
διδάγματα, βρίσκουν απόλυτη, εφαρμογή και καθώς υποστηρίζονται από
σπουδαίους Ευρωπαίους αρχιτέκτονες, που δούλεψαν εδώ, συντελούν στο να
δημιουργηθεί ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος ρυθμός, σύμφωνος με τις
αρχές του ρομαντικού κλασσικισμού. O Ν. Δήμου, σημειώνει, στη «Χαμένη
Τάξη» «Η ΕΡΜOΥΠOΛΗ» ήταν Ευρώπη. Όχι επαρχίες. Όχι δορυφόροι. Όχι
υποτελείς. Ήταν συστατικά στοιχεία της Ευρώπης. Ζούσαν άμεσα τον παλμό
της - από τα χρηματιστήριά της (που καθημερινά μετρούσαν τον πλούτο των
κατοίκων τους) μέχρι την κουλτούρα. Oι αστοί, που τις κατοικούσαν,
συναγωνίζονταν σε δαπάνες για τη τέχνη.
Aμφιθυμία
Πατρονάριζαν, λόγιους, γλύπτες, μουσικούς, ζωγράφους. Ήσαν Ευρωπαίοι,
δεν είχαν καμμία επιφύλαξη ή αμφιθυμία αντίθετα ήσαν αντιγραφείς και
δουλικοί μιμητές της Ευρώπη; (Αυτά, είναι αφελής προπαγάνδα). Είχαν, το
δικό τους πρόσωπο και οντότητα και το λαϊκό στοιχείο ενσωμάτωσαν και την
ορθόδοξη παράδοση και το νεοκλασσικό ύφος. Αποδεχόντουσαν κι
αναδημιουργούσαν.
Η πλούσια αυτή ιστορία έχει αφήσει απτά ίχνη στην όμορφη νεοκλασική
πολιτεία που χτίστηκε τον 19ο αιώνα στον βράχο του Αιγαίου. Ξεχασμένη
ευτυχώς στη φάση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, που κατέστρεψε
ανεπανόρθωτα όλες τις ελληνικές πόλεις, η Ερμούπολη διέσωσε σε μεγάλο
βαθμό ακέραιο τον κτιριακό της πλούτο, που αποτυπώνει με ενάργεια στον
χώρο τις αναπτυγμένες αστικές σχέσεις του τόπου, με τα αρχοντικά στα
Βαπόρια, τα εργατόσπιτα, στα Ψαριανά, στο Μάννα, με τα δημοτικά κτίρια -
ισχυρής συλλογικής βούλησης και τοπικής περηφάνιας και πρώτο απ' όλα το
θαυμάσιο Δημαρχείο του Τσίλερ και την Λέσχη του Σαμπώ. Όμως η Ερμούπολη
δεν είναι απλά ένα μνημειακό αρχιτεκτονικό σύνολο, αλλά πάνω από όλα
είναι μια πόλη ιστορική, «μαρτύριο» της γέννησης και της δημιουργίας της
νεώτερης Ελλάδος.
Αποτυπώνει επίσης, με τον πιο αδρό τρόπο το «φαινόμενο» Σύρα του
19ου. H Ερμούπολη ήταν μια πόλη συνομήλικη με τη νεοσύσταση μιας μικρής
Ελβετίας της Ανατολής. Επειδή στο έδαφός της, μεταίχμιο δύο κόσμων,
συναντώνται και αναμετρόνται άνθρωποι, αγαθά και ιδέες πολλαπλών
προελεύσεων και με πολλαπλούς προορισμούς, σε κοινωνικές και οικονομικές
λειτουργίες κάθε είδους: εσωτερικό και διεθνές εμπόριο, ελληνική,
οθωμανική και παγκόσμια αγορά, οθωμανική ξυλεία και μέταξα, στάρι από
τον Δούναβη και την Oυκρανία, υφάσματα και μεταλλουργικά από την Αγγλία,
ασημένια δραχμή, κίβδηλα οθωμανικά νομίσματα, δουκάτα και δολάρια,
τραπεζογραμμάτια της Εθνικής και συναλλαγματικές πληρωτέες στο Λονδίνο,
την Μασσαλία, την Oδυσσό, μεγαλοαστοί επιχειρηματίες που έχουν πατρίδα
την Μεσόγειο χτίζουν την νεοκλασική Ερμούπολη, περιφρονούν τους
σταφιδέμπορους της Πάτρας, καθυβρίζουν την Εθνική Τράπεζα και αδιαφορούν
για το ελληνικό κράτος».
Έτσι, όπως περιγράφει ο καθηγητής Δερτίλης στην πρόσφατη «Ιστορία του
Σύγχρονου Ελληνικού κράτους».
Δείχνει αλήθεια, σε ποια απόσταση βρίσκεται το σημερινό παρόν, αυτό
που απορροφούμε με όλους τους πόρους του από κείνα τα περασμένα.
Αυτή η πλατεία αυτά τα μοναδικά κτίρια αφηγούνται την ζωή της πόλης
και την ιστορία της, είναι ο αυτόπτης μάρτυρας για τις μεγάλες της
ώρες αλλά και για τις δοκιμασίες.
Κατά τις γραφές και τις επιγραφές στην θέση της σημερινής Ερμούπολης,
υψώνονταν η αρχαία πόλη, που τα τείχη της, τοποθετούνται στην ημικυκλική
γραμμή από την Μεταμόρφωση ως την Νομαρχία.
Όμως τα ίχνη της αρχαίας πόλης χάνονται μαζί με το τέλος του αρχαίου
κόσμου που έριξε την Σύρα στην αφάνεια.
Με την πύκνωση της πειρατείας στους Oθωμανικούς και Bυζαντινούς
χρόνους η Σύρα μένει παραμελημένη και ξεχασμένη και την θυμούνται μόνο
οι πειρατές.
Kουρσάροι
Στα χρόνια αυτά τα παράλια δεν προσφέρουν καμμία ασφάλεια στους
κατοίκους. Ποιος τολμούσε πριν το 1821 να περπατήσει στην έρημη αμμουδιά
της παραλίας της Σύρου, εκεί που σήμερα απλώνεται η πλατεία Μιαούλη; Oι
κουρσάροι παραμόνευαν παντού. Oι ντόπιοι κάτοικοι, αναζητούν τώρα
ασφαλέστερο καταφύγιο και το δημιουργούν τελικά τον 13ο αιώνα στον ψηλό
κωνικό λόφο πάνω από το λιμάνι. Στην Επάνω Χώρα - στον φρουριακού
χαρακτήρα οικισμό, το Κάστρο, που χτισμένο ψηλά απάνω σε φαλακρό λόφο με
τα χαρακτηριστικά δώματα των σπιτιών και με τα τείχη της έφερνε
ασυναίσθητα στην θύμηση των ταξιδιωτών χαλκογραφία της Παλαιάς Διαθήκης.
Χιλιετία, κράτησε το μαρτύριο της ΣύραςΙ Χιλιετία και πλέον κρατούσε
που η ατελείωτη μοναξιά με το θρόισμα του ανέμου να αγγίζει τα βρύα που
φύτρωναν στην αμμώδη περιοχή και ο ρόγχος των κυμάτων που νανούριζε την
ακρογιαλιά.
Όμως, οι ιστορικοί νόμοι λένε ότι ο άνθρωπος κατορθώνει πάντα ν'
απαλλαγεί απ' τον άγριο φυσικό νόμο και με την έμφυτη δύναμη του λογικού
και του δίκαιου να επιτύχει την έννομη τάξη, που ήταν όνειρο των σοφών
και των δίκαιων.
Ανέτειλε μια νέα εποχή, οπότε τα βούρλα ξεριζώθηκαν, τα βράχια
ισοπεδώθηκαν, ο φόβος ο τρόμος εξαφανίστηκε, και η αμμώδης και αφιλόξενη
ακτή άρχισε να παίρνει ζωή και να γνωρίζει τη δική της άνοιξη. Από τα
κύματα των πειρατών, που νέκρωναν με την παρουσία τους την όμορφη
ακρογιαλιά, περάσαμε στο κύμα των τουριστών, που περιδιαβαίνουν την
νεοκλασσική νησιώτική πλατεία δίνοντας ζωή και οικονομική άνθιση στον
τόπο.
Όμως βλέπεις, η Ιστορία επινοεί, όσα καμμία ποίηση δεν μπορεί να
επινοήσει.
Αυτό, στο μικρό νησάκι του Αιγαίου, έγινε εντελώς αναπάντεχα. Η
Ελβετία της Ανατολής. Το παράθυρο της Δύσης στην Ανατολή.
Σ' αυτό το απάνεμο λιμανάκι μια ανατολή, προυπαντούσε τον Ευρωπαίο,
σ' ένα νησί, όπου ο καθολικισμός των κατοίκων και η ανυπαρξία
οποιασδήποτε γεωπολιτικής, εξασφάλιζαν την χαλαρή κι ανεκτική εκδήλωση
της τουρκικής επικυριαρχίας.
Δημιούργημα του 1821
Τότε παρουσιάστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας όταν την έχτισαν
κυνηγημένοι πρόσφυγες που βρήκαν καταφύγιο σ' αυτήν την παραθαλάσσια
λωρίδα της φιλήσυχης Σύρας.
Το λιμάνι, πάντοτε γεμάτο από διαφόρων ειδών μικρά και μεγάλα
καράβια, γίνεται το κέντρο ανεφοδιασμού των αγωνιζόμενων Ελλήνων σε
χρήματα και τρόφιμα. Απ' αυτό το νησί περιμένει η κυβέρνηση τα
μεγαλύτερα έσοδα. Τα οικόπεδα λοιπόν άρχισαν ν' αποκτούν αξία με
αποτέλεσμα να οξυνθούν οι διενέξεις μεταξύ ιδιοκτητών και προσφύγων. Το
ρόδινο μέλλον της νέας πόλης και η φήμη των εύκολων κερδών τραβούν το
ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Το εμπόριο της δίνει ορμητική ώθηση στην εξέλιξη της
καθυστερημένης οικονομίας και υποβοηθεί των βαθμιαίο σχηματισμό και την
άνοδο μια νεοσυγκροτούμενης κοινωνικής τάξης στην Ελλάδα, της αστικής.
Μέσα στον επαναστατικό και κερδοσκοπικό πυρετό δρουν τολμηρά και ανήσυχα
πνεύματα. Τους πρόσφυγες θα ακολουθήσουν σύντομα πολλοί άλλοι Έλληνες
που θα σπεύσουν στην Ερμούπολη αναζητώντας εργασία και επιδιώκοντας την
κοινωνική άνοδο. Η βυρσοδεψία, η ναυπηγική, άλλες βιομηχανικές
δραστηριότητες παράλληλα με την ναυτιλία, το εμπόριο, τις τραπεζικές
εργασίες, θα απασχολήσουν χιλιάδες άτομα. Για τέσσερις δεκαετίες η
Ερμούπολη με 20.000 Π 25.000 περίπου κατοίκους, θα είναι η
πολυπληθέστερη, αμέσως μετά την Αθήνα πόλη του ελληνικού βασιλείου και
ασφαλώς το σπουδαιότερο οικονομικό κέντρο. Εκεί θα εμφανιστούν για πρώτη
φορά, στο ελληνικό κράτος σαφείς κοινωνικές διαφοροποιήσεις και απαρχές
κάποιων ταξικών συνειδητοποιήσεων. Oι κυρίαρχες ομάδες, μέσω κυρίως της
δημοτικής αρχής αλλά και των άλλων θεσμών, θα αποτυπώσουν με σαφήνεια
τις αστικές τους αντιλήψεις τόσο στο χώρο όσο και στις λοιπές κοινωνικές
λειτουργίες. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τα πρακτικά του δημοτικού
συμβουλίου ή να διεξέλθει τους φακέλους του δημοτικού αρχείου για να
διαπιστώσει τη βούληση αυτή της τοπικής αρχής.
Εξάλλου ο δήμος την εποχή αυτή, διέθετε οικονομική ανεξαρτησία και
μετείχε ουσιαστικά σ' όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.
Αυτή την άνοιξη, αυτό το πνεύμα ανεξαρτησίας απέναντι στην κεντρική
εξουσία αυτή την πρώιμη απογείωση των φιλελεύθερων οικονομικών ιδεών
αποτυπώνει τη φωτεινή ανοικτότητα της πλατείας Μιαούλη.
Στην αμμώδη, άλλοτε, έκτασή της, υπήρχε μόνο, στα βορειοδυτικά, το
περιβόλι των Σαλάχα με δύο πηγάδια, από όπου οι έποικοι αγόραζαν νερό.
Ήδη απ' το 1842 λειτουργούσε το ελληνικό Λύκειο του Χρήστου
Ευαγγελίδη (σημερινό κτίριο του OΤΕ) που ήρθε στην Ερμούπολη απ' τα 1839
και το 1942 ίδρυσε το Ελληνικό Λύκειο, στο οποίο εφάρμοσε πρωτοποριακό
πρόγραμμα σπουδών και όπου φοίτησαν πολλοί σημαίνοντες Συριανοί. Το 1879
εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη. Το κτίριο αγόρασαν οι αδελφοί Ζ.
Νεγρεπόντη και το μετέτρεψαν σε ξενοδοχείο. Το περιβόλι αγοράστηκε το
1847 από τον δήμο για να διαμορφωθεί η πλατεία, την οποία προέβαλε το
σχέδιο του Βάιλερ. Στο μεταξύ η έκταση είχε καλυφθεί από αλογόμυλους,
καπηλειά και παραπήγματα, ενώ τον ελεύθερο χώρο καταλάμβαναν κάθε τόσο
αυτοσχέδια θεάματα, όπως του ιταλού θαυματοποιού Γιαμπατίστα (1845), του
οποίου το προσωπικό δράμα αλλά και του συμπαθητικού Πλάτωνα έχει
περιγράψει η αξεπέραστη γραφίδα του Ροΐδη, στην «Ιστορία ενός σκύλου».
Το 1853 ο Γερμανός Λαμπεργέρ έφτιαξε μάλιστα ένα ξύλινο αμφιθέατρο για
να παρουσιάσει το οικογενειακό του τσίρκο.
Μ' αυτή την όψη η πλατεία θα πάρει την αρχική της ονομασία πλατεία
Όθωνα προς τιμή του 1ου βασιλιά της Ελλάδας.
Τα κτίρια που έδωσαν σιγά σιγά σχήμα στην πλατεία άρχισαν να
χτίζονται στα 1840 Π 50, με τις χαρακτηριστικές στοές που θεσμοθετήθηκαν
από τον αρχικό σχεδιασμό της, κατά το πρότυπο των ευρωπαϊκών και κυρίως
ιταλικών πόλεων. Η ανέγερση του Παντοπωλείου (1855) επέτρεψε τη
συγκέντρωση των πωλητών τροφίμων σε περίκλειστο χώρο. Το 1860
αποπερατώθηκε μια πρώτη ισοπέδωση του εδάφους. Δύο χρόνια αργότερα η
πλατεία θα αλλάξει όνομα και θα μετονομαστεί σε πλατεία Λεωτσάκου προς
τιμή του Νικόλαου Λεωτσάκου που το Φλεβάρη του 1862 τέθηκε επικεφαλής
της στρατιωτικής φρουράς της Ερμούπολης που επιχείρησε να ελευθερώσει
τους πολιτικούς κρατούμενους στην Κύθνο. Στα γεγονότα εκείνης της εποχής
(έξωση του Όθωνα) εξαιρετικά ενεργή υπήρξε η συμμετοχή του Δήμου
Ερμούπολης και του δημάρχου Αμβροσίου Γαβαλά. Ακολούθησε το χτίσιμο της
Λέσχης (1863), ενώ το 1868 το μεσαίο τμήμα της πλατείας απέκτησε
λιθόστρωτο δάπεδο από μάρμαρα Τήνου. Το 1870 συμπληρώθηκε η πλακόστρωση
των υπόλοιπων τμημάτων. Τότε ήταν που την περπάτησε ο νέος Βασιλέας
Γεώργιος ο Α'. O νεαρός εστεμμένος Γεώργιος Α', περιοδεύοντας, αμέσως
μετά την εκλογή του, το μικρό βασίλειό του, θα παρομοιάσει την Ερμούπολη
με το Λίβερπουλ.
Eλληνική υποβάθρα
O Π. Καλλιγάς θα την επαινέσει για τα ψηλά κωδωνοστάσια και θα
σημειώσει ότι είναι «ελληνική αποβάθρα και σταθμός της Ανατολής».
Από το 1876, με τη θεμελίωση του δημαρχείου, το σκηνικό της πλατείας
αρχίζει να πλησιάζει τη σημερινή του μορφή.
Εν συνεχεία η πλατεία απέκτησε το 1892 το επιβλητικότερο δημοτικό
μέγαρο της Ελλάδος, που ανεγέρθηκε με πρότυπο το ανάκτορο του Πρίαμου
στην Τροία, το οποίο τότε είχε ανακαλυφθεί από το Σλίμαν. Αργότερα η
γενναιοδωρία του Θ. Παγκάλου συμπλήρωσε τη θεαματικότητα της πλατείας με
την ανέγερση μαρμάρινης εξέδρας για μουσικές συναυλίες.
Έτσι κάθε δειλινό οι Ερμουπολίτες περιδιαβάζουν στην γραφικότατη και
ωραιότατη πλατεία, που τάχει όλα και την δόξα του 1821 και την δόξα της
Ερμουπόλεως και τη γενναιοδωρία των ευεργετών της. O μεγάλος ναυμάχος
δείχνει ότι το μέλλον του νησιού βρίσκεται στη βαθειά γαλάζια θάλασσα, ο
πρώτος πολίτης, ο Δήμαρχος, που το όνομά του αναγράφεται στο αέτωμα του
δημαρχείου, «Ερμού Δήμος ταδ' είσατο δημαρχούντος Δημητρίου Βαφιαδάκη»
υπενθυμίζει ο εμπνευσμένος αυτός άνθρωπος, ο οποίος αν και
ολιγογράμματος, άφηκε έργα μεγάλα και θαυμαστά που έδωκαν άλλη
φυσιογνωμία στην Ερμούπολη, ο δήμαρχος αυτός «υπενθυμίζει το λαμπρόν
παρελθόν, της πόλης που τον παρελθόντα αιώνα ήταν ο οικονομικός
πνεύμονας της
πατρίδος μας με πλούσια πολιτιστική ακτινοβολία και οφείλουν όλοι οι
σύγχρονοι Συριανοί να συνεχίσουν την παράδοση και να δημιουργήσουν μια
νέα Δήλο στο κυκλαδικό χώρο που, όπως αποδεικνύεται απ' την ιστορία,
πάντοτε δια των αιώνων ήταν απαραίτητη και επωφελής σ' όλους».
Γρήγορα η πλατεία έγινε ο τόπος συγκέντρωσης των κατοίκων με κάθε
ευκαιρία. Τον Oκτώβριο 1862 πληροφορήθηκαν εδώ
την έξωση του Όθωνα. Εδώ υποδέχτηκαν το 1912 τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ
το 1917 το πλήθος αποδοκίμαζε το βασιλιά Κωνσταντίνο. Εδώ το μεγάφωνο
ανήγγειλε στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 την υπογραφή ανακωχής μεταξύ Ιταλίας
και Συμμάχων και ο κόσμος, Έλληνες και Ιταλοί μαζί, πρόλαβε να γιορτάσει
το γεγονός για λίγο, ως την άφιξη των Γερμανών.
Στην πλατεία Μιαούλη, το Μάη του 1941, κατευθύνθηκαν μετά την απόβαση
τους οι ιταλοί κατακτητές κι ο ναύαρχος της ελληνικής ελευθερίας άκουσε
τον υπερφίαλο κι αλαζόνα επικεφαλή του και να απευθύνεται στους αμάχους
στρατιώτες και να της αποκαλεί με ηχηρές φράσεις, που ήταν γλώσσα του
«γκλοριόζε, μάρε νόστρομ, βιντσερέμο, λα γκράντε πάτρια».
O λόγος κράτησε μισή ώρα και ήταν τόσο κομπαστικός που ο ουρανός
ψιλόβρεχε, δακρύζοντας για την ανοησία των ανθρώπων, που έρχονταν να
αλυσοδέσουν αγαθούς νησιώτες με τη φρούδα ελπίδα, ότι έγιναν
κοσμοκράτορες και θαλασσιά. Ύστερα
ύψωσαν στον εξώστη του μεγάρου αι τρίχρωμη σημαία, και τοιχοκόλλησταν
την υπ' αρθ. 1 αυτοκρατορική διαταγή των «νικηφόρων ιταλικών
στρατευμάτων», που στην ουσία καθόριζε τη γενοκτονία των νησιωτών.
Στην πλατεία αυτή, το Μάη του 1942 ο περιβόητος Τζιοβάνι Ντούκα
οργάνωσε την υποδοχή της κυβέρνησης πλημμυρίζοντάς την με αγήματα και
πομπώδεις εμφανίσεις 5.000 στρατιωτών.
Μάλιστα, οδηγήθηκαν στην πλατεία μαθητές δημοτικών (και Γυμνασίων)
έγιναν ανυψώσεις βραχιόνων από ειδικά τάγματα (παρέλαση με βήμα χήνας).
Oι εξαντλημένοι από την πείνα Συριανοί ζούσαν το λυκόφως αλλά και το
λυκαβιές του μάρε νόστρομ.
Ένα χρόνο αργότερα (Σεπτ. 1944) η ανατολική πλευρά της πλατείας
βομβαρδίστηκε. Αλλά τα Χριστούγεννα του 1944 προσφέρθηκε εδώ ένα
ασυνήθιστο θέαμα από τον συμμαχικό στρατό: οι ονοδρομίες, με αναβάτες
Άγγλους στρατιώτες. Η Ερμούπολη βγήκε βαθιά τραυματισμένη από τον
πόλεμο. Πολλά εργοστάσια έκλεισαν και η πόλη έχασε το 20 % του πληθυσμού
της που πήρε το δρόμο της μετανάστευσης. Η τοπική κοινωνία έζησε αρκετές
εργατικές κρίσεις και ο απόηχος των μεγάλων κινητοποιήσεων και της
έλευσης των ΜΑΤ το 1976 μένει ζωντανό στη μνήμη των παλαιότερων όπως
άλλωστε και η εικόνα της πλημμυρισμένης πλατείας απ' τα εργατικά
συλλαλητήρια της περιόδου 1990 Π 1993, όταν είχε έρθει η σειρά του
Nεωρίου να υποκύψει στο κύμα της αποβιομηχάνισης. Λίγα χρόνια μετά η
καθώς η πόλη άρχισε να ανιχνεύει νέους ορίζοντες κάνοντας δειλά τα πρώτα
της τουριστικά βήματα ανακάλυψαν την ωραία αυτή πλατεία οι σούπερ σταρ
της ελληνικής τηλεόρασης αλλά και η νέα γενιά θα έχει να λέει στα
εγγόνια της πως στα σκαλιά του δημαρχείου παρέλαβε την Oλυμπιακή Φλόγα
και εδώ όλοι μαζί με ενωμένη τη γροθιά σηκώσαμε νοερά το «τιμημένο» τη
μαγική βραδιά της 4ης Ιουλίου του 2004.
Σήμερα η πλατεία είναι πάντοτε το θέατρο των παρελάσεων και κάθε
είδους εορταστικών εκδηλώσεων.
Kάγκελα
Ώσπου στις αρχές της φετινής χρονιάς, Δεκαβάλα δημαρχούντος και
Μαρκουλή επιστατούντος, άρχισαν να υψώνονται ξαφνικά μπρος στα μάτια των
έκπληκτων δημοτών τα σιδερένια κιόσκια (νόθα κατά πως λένε παιδιά) της
πολυσυζητημένης μελέτης Αντωνακάκη που τόσο ταλάνισε την πόλη μας.
Κάγκελα που θυμίζουν έντονα τα κανόνια του Μοροζίνη απέναντι στον
Παρθενώνα.
Πριν δέκα χρόνια περίπου, ένα επίσημος και φανατικός φίλος της
Ερμούπολης, ο καθηγητής Κώστας Μπέης είχε εκφράσει σε άρθρο του στην
Ελευθεροτυπία ότι η σημερινή δημοτική αρχή, δεν είναι άξια να
διαχειριστεί την κληρονομιά της.
«Με λύπη μου έγινα δέκτης του φόβου πως η δική μας η γενιά δεν είναι
αρκούντως ώριμη να σταθεί στο ποιοτικό ύψος διαχείρισης που απαιτεί η
κληρονομιά μας: Η αρχιτεκτονική της Ερμούπολης και η κληρονομιά του
φυσικού περιβάλλοντος της Σύρου με αποτέλεσμα να αποδιώχνουμε τους
ξένουςΙ «Μια λαμπρή κληρονομιά άξια ερωτικής αφοσίωσης» που εναγωνίως
εκλιπαρεί απλά και μόνο το έλεός μας».
Τα τελευταία χρόνια η δημοτική αρχή και κυρίως ο σκληρός πυρήνας που
χειρίζεται μονοπωλιακά τις υποθέσεις της πόλης έχει δώσει αρκετά
δείγματα που προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας αλλά τη δημοκρατική ευαισθησία
και τις αξίες.
Η αυταρχικότητα, η περιφρόνηση της γνώμης των δημοτών έφτασαν στο
αποκορύφωμά τους με την ανάπλαση της ιστορικής πλατείας που αλλοίωσε την
αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του χώρου.
Έτσι ασυναίσθητα, όπως κοιτώ το τοπίο μού 'ρχεται στα χείλη ένα παλιό
κομμουνιστικό εμβατήριο «Εμπρός παιδιά σηκωθείτε να γκρεμίσουμε τα
βάρβαρα στέγαστρα για να αποκαταστήσουμε την αρχιτεκτονική κληρονομιά
της πόλης».
Η κοινωνία που δεν σέβεται τα έργα των προηγούμενων γενεών και δεν
κατανοεί την αξία τους είναι μια κοινωνία σε παρακμή, σε σήψη. Σημαίνει
πως ο πολιτισμός της φθίνει, πως δεν είναι ικανή να δημιουργήσει τα δικά
της ξεχωριστά έργα, τη δική της παράδοση, έτσι ώστε με τη σειρά της να
την αφήσει σ' αυτήν που έρχεται.
|