«Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει»
(Μ. Πασχαλίδης)
Μαντήλια από κασσίτερο κρέμονταν χασκογελώντας πάνω στους ώμους με βουβή
περιέργεια για λίγα λεπτά, βρώμικο μέρος γεμάτο οδηγίες και πρωινές
εκτελέσεις, γέρους με θήκες γυαλιών στη τσέπη του πουκάμισου, γουρλωμένα
μάτια και ταραγμένα βλέμματα, πλακόστρωτη αυλή, το αμφιθέατρο.
Μουσκεμένες αφίσες με όνειρα της αργής φωτιάς, κρεβάτια που μετράνε το
σφυγμό, σκάλες που βυθίζονται στις αντανακλάσεις της λάμπας και ένα κύμα
από μικρές αδυναμίες στα μάτια.
Έκανε μεταβολή μ' ένα δυνατό ουρλιαχτό στ' αριστερό του χέρι κι ένα
φτερό από γεράκι στο δεξί, η γέφυρα των δυνατών σινιάλων από τσιγάρα της
σκουριάς και βήματα ψιθύρων, ο κρυμμένος άσσος της φυλακής, μαθαίνει να
διαβάζει τις σκιές στον απέναντι τοίχο.
Oργισμένα επιφωνήματα αηδίας μετά το χάραμα, καρέκλα στο μπαλκόνι με
ξανθά όνειρα και γνεψίματα από σαματάδες του τέλους, φάλτσες νότες ενός
ήλιου της απάτης και ακάθαρτος αέρας, παραδομένος στο θάνατο φτύνει το
αίμα και μακιγιάρει το πρόσωπο του, ρούχα της ώχρας και λεμόνι στα
μάτια.
Oι γυναίκες ανακατεμένες με αστεία και παράξενα επεισόδια, το δηλητήριο
που αλλάζει για πάντα το χρώμα τους, η βροχή που παντρεύεται τη λάσπη
στο λαβύρινθο των δρόμων έρποντας πόρτα-πόρτα, οι λέξεις στην πλάτη της
καρέκλας, το ζώο που φοβάται το παιχνίδι είναι χαμένο, κραδαίνοντας το
μουσικό κουτί με τα ζωγραφισμένα ρολόγια ξαπλώνει στο κρεβάτι του.
Ένα κλειστό αμάξι περίμενε χωρίς οδηγίες, χωρίς άλογα, ένα μικρό πιστόλι
της τσέπης, η άμεση προσδοκία της δράσης και το στρώμα στο πάτωμα, το
κερί έκαιγε ακόμα πάνω στα τζάμια κι ο ουρανός ξαναγύρισε στη θέση του
δίπλα στη φωτιά, ολότελα ασάλευτος, τριζοβολώντας.
Η πολιτεία μπήκε ξεθωριασμένη στο δωμάτιο με μια κόκκινη μπέρτα ριγμένη
στους ώμους της, μπλούζες ζαλισμένες απ' το ντουμάνι και τις στιγμές που
καλπάζουν με ανοιχτά τα στόματα, μεγάλα ψεύτικα δαχτυλίδια και παγωμένα
φώτα, η ομίχλη έλουσε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στη θάλασσα, ο γάτος
σύρθηκε και ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στα χαρτιά του γραφείου.
Άναψε τσιγάρο. Κάποτε του άρεσαν οι βράχοι, του θύμιζαν το σώμα γυναίκας
κι αυτός καθώς ταξίδευε ανάμεσα τους με το τραίνο, χαίρονταν αυτή την
παράξενη συνεύρεση με τη χαρά της εξερεύνησης του καινούριου τόπου ,της
καινούριας ερωμένης.
Δυο ουγγιές παύση, δυο ουγγιές τσάι, δυο ουγγιές χτύποι στην πόρτα που
ταράζουν την ηρεμία, καλεσμένοι σε τραπέζι που ζητάει να του δώσουν
βοήθεια, άστρα που πηγαίνουν τσίτσιδα στην πόρτα του επόπτη δίχως
κατακάθι, δίχως αγγίγματα κυκλικών ταξιδιών, καθαρά ποτήρια των
απογευμάτων.
Άρπαξε βιαστικά το απρόοπτο, παλάμες που ξυπνάνε απ' το λήθαργο της
κρύας νύχτας, η τελευταία ματιά στην κλειδαρότρυπα του λαιμού και στο
πρόσωπο που κλέβει το έλεος, τα μάτια έκλεισαν ρυθμίζοντας σοφά το
παιχνίδι, όμορφο παιχνίδι με συντροφιά ένα κομμάτι κιμωλίας και τα
κορίτσια που ανεμίζουν στα δοκάρια της νύχτας, μεταχειρισμένα μαντήλια
που αγοράζουν τα κουρέλια.
Προσπάθησε να θυμηθεί το πρόσωπο τους, πηγούνια ακουμπισμένα πάνω σε
μπαστούνια που αίρουνε τα χαρακτηριστικά και εξαπατούν τους παλιούς
συντρόφους, καλοζυγισμένα επιχειρήματα, τρύπες στους ώμους και στην
καρδιά, σκιάχτρα στα απέραντα χωράφια της αθωότητας, πόστα που μπορούν
να βλέπουν και να δίνουν πληροφορίες, σκυλιά που πηγαινοέρχονται για
θελήματα. Νούμερα δεμένα σφιχτά με το σχοινί των φιλοφρονημάτων, τις
γραβάτες των νεοσύλλεκτων και τους φόβους των ιδιοκτητών, πένθιμα
κουστούμια που απλώνουν το δεξί τους χέρι με φανερή ικανοποίηση και
τραβάνε ολόισια το δρόμο των ψηλών καπέλων μ' ένα χώρισμα συνηθισμένο
στην επαφή των κρατουμένων.
Προτομές που τις μεταχειρίζονται για εκδίκηση, σφίγγουν τα δόντια για το
μισητό εχθρό που έρχεται γελώντας με τον άνεμο μυρίζοντας δακρυγόνα και
καμένα λάστιχα, στέκονται μονάχοι στο δρόμο για να πουληθούν, τζάμπα
στολίδια στις γιορτές του φόβου.
«Τα 'χω μισήσει τα ολόχρυσα κλουβιά σας
Μ' ακολουθούνε σ' όποιο μέρος και να πάω»
ΧΡΗΣΤOΣ ΔΗΜΗΤΡOΥΛΑΣ
chrisdem@in.gr
|