Μέσα στο καλοκαίρι έφυγαν αθόρυβα δύο Γιώργηδες, δυο άνθρωποι πολύ
διαφορετικοί μεταξύ τους, που όμως επηρέασαν εξίσου -αν και με
διαφορετικό τρόπο- τη ζωή μου.
O πρώτος Γιώργος ήταν δάσκαλός μου στις τελευταίες τάξεις του
δημοτικού και τις πρώτες του γυμνασίου. Δεν με δίδαξε όμως μόνο
γραμματική, έκθεση και αριθμητική (που ήταν το φόρτε του), αλλά κυρίως
κοινωνική σκέψη. Πριν και μετά το «κανονικό» μάθημα που γινόταν στο
λυόμενο της αυλής του, «παρέδιδε» τη φιλοσοφία του αδυνάτου, το δίκιο
του φτωχού ανθρώπου, του καταπιεσμένου σε όλη τη Γη (θυμάμαι τον
ενθουσιασμό του όταν οι Ιρανοί έδιωξαν το Σάχη: Oύτε στις δικές μας
εκλογές του 1981 δεν ακτινοβολούσε έτσι).
Δεν ξέρω ποια ηλικία θεωρείται κατάλληλη για ένα παιδί να
πολιτικοποιηθεί, τη δική μου πάντως πολιτικοποίηση την οφείλω εν πολλοίς
στον κ. Γιώργο και τη φλόγα που έβγαινε από τα μάτια του, αυτά τα μάτια
με τα οποία μπορούσε να δει πιο μακριά και πιο καθαρά από εμάς. Μια
μέρα, ή έκτη δημοτικού πήγαινα ή πρώτη γυμνασίου, ακούμπησε στο γραφείο
μου ένα ταλαιπωρημένο, ξεσελιδιασμένο βιβλίο λέγοντάς μου ότι πρέπει
οπωσδήποτε να το διαβάσω. Μου φάνηκε δύσκολο, εξάλλου σε εκείνη την
ηλικία λίγο Βερν διαβάζαμε μόνο, λίγο Λουντέμη. Πέρα από τον μάλλον
υπερβολικό του τίτλο πάντως, το βιβλίο αυτό του Γιάννη Κάτρη αποτελούσε
μια συνοπτική πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, από την
απελευθέρωση -αν θυμάμαι καλά- ως και την περίοδο της χούντας. Κάποια
στιγμή πολλά χρόνια αργότερα το ξαναδιάβασα χωρίς να μου κάνει την ίδια
εντύπωση. Εκείνη, η πρώτη φορά ήταν η καθοριστική. Έμεινα έκπληκτος από
την αφήγηση του συγγραφέα: Είναι δυνατόν να έχουν γίνει τέτοια πράγματα
στην πατρίδα μου; Είναι δυνατόν να μαγείρεψαν το 1961 τις εκλογές τόσο
χοντροκομμένα, είναι δυνατόν να δολοφόνησαν μες τη μέση του δρόμου
κοτζάμ βουλευτή, είναι δυνατόν να έριξαν με τέτοιο τρόπο κυβέρνηση που
είχε πάρει 53%; Είναι, αντιλαμβανόμουν μέσα από την αφήγηση, όπως όμως
επίσης είναι δυνατό και το αντίθετο: να αντιστέκεται κανείς σε αυτήν την
εξοργιστική συμμορία, να αγωνίζεται, να ορθώνει το ανάστημά του, έτσι
όπως έκανε εκείνος ο νεαρός ανακριτής στη Θεσσαλονίκη επειδή αυτό
υπαγόρευε η συνείδησή του.
Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου αν ο κ. Γιώργος δεν είχε ακουμπήσει το
βιβλίο του Κάτρη στο γραφείο μου, όπως δεν ξέρω και πώς θα ήταν αν ο
άλλος Γιώργος, ο τυπογράφος της οδού Καραολή και Δημητρίου δεν με άφηνε
να παρακολουθώ με τις ώρες τις μηχανές του που δούλευαν ακατάπαυστα.
Έπαιρνε ο μεταλλικός βραχίονας το χαρτί από τη μια ντάνα, το έκανε βόλτα
180 μοίρες και το ακουμπούσε μελανωμένο στην απέναντι ντάνα, κίνηση
μαγική στα μάτια παιδιού τρίτης δημοτικού. Εκεί όμως που η μαγεία
απογειωνόταν ήταν όταν ο Γιώργος στεκόταν πάνω από τα κουτάκια, διάλεγε
γράμματα λινοτυπίας με μεγάλη ταχύτητα και τα έβαζε ανάποδα πάνω στα
κλισέ του, ετοιμάζοντας ολόκληρες σελίδες εφημερίδας (του Παρατηρητή, αν
τον θυμάστε). Στα μάτια μου, ο τυπογράφος ήταν ο εκδότης, ο υπεύθυνος
της εφημερίδας. Για αυτό και του κατέβαζα διαρκώς από το πατρικό σπίτι
(μεσοτοιχία ήμασταν) άρθρα μικρά και μεγάλα «για να μπουν», ακόμα και
συνέχειες από μυθιστορήματα που καθόμουν και αντέγραφα με τις ώρες.
Όταν μου εξήγησε μια και έξω (ευγενικά βέβαια, όπως μιλάνε σε παιδί)
ότι τα άρθρα μου δεν γίνεται να δημοσιευθούν, μου υποσχέθηκε ως
αντάλλαγμα να μου τυπώσει δωρεάν τη δική μου εφημερίδα, στην οποία θα
ήμουν εκδότης, διευθυντής, αρχισυντάκτης και αρθρογράφος και συνεπώς
μπορούσα να βάζω ό,τι ήθελα και όποτε ήθελα, χωρίς να ρωτώ κανέναν. Την
υπόσχεσή του την κράτησε. Όπως μου τύπωνε λαχνούς, ανακοινώσεις,
επισκεπτήρια ιδιωτικού ντετέκτιβ και ό,τι άλλο κατέβαζε η κούτρα μου,
μου τύπωσε και την πρώτη μου εφημερίδα, «σε περιορισμένο αριθμό
αντιτύπων». Κρίμα που δεν έχω σήμερα κανένα από αυτά τα αντίτυπα. Η
διανομή βλέπετε είχε μεγάλη επιτυχία και δεν σημειώθηκαν επιστροφές... Όσο
όμως -αρκετά αργότερα- ζούσα και εργαζόμουν στα Ιωάννινα, θυμόμουν το
εκδοτικό μάθημα που μου έδωσε ο Γιώργος: Αν είναι να ασχολείσαι με
εφημερίδες, πιο καλά να είσαι εκδότης, παρά αρθρογράφος!
O Γιώργος Ρούσσος, ο τυπογράφος, έφυγε από τη ζωή μόνος. Όταν έμαθα
(κάμποσες μέρες μετά) για το θάνατό του, ένιωσα τύψεις όχι μόνο που δεν
τον αποχαιρέτισα αλλά και επειδή δεν καθόμουν μαζί του περισσότερη ώρα,
όταν έπινε (μόνος του πάντα) τούρκικο καφέ στην παραλία και με φώναζε
κοντά του. Είχε τη φιλοσοφία του, τη φιλοσοφία του μοναχικού και
ξεχασμένου συνταξιούχου: «Βγαίνω για τον πρωινό καφέ, διαβάζω εφημερίδα,
γυρνάω σπίτι, ξαναβγαίνω για τα ψώνια, γυρνάω σπίτι, ξαναβγαίνω για τον
απογευματινό καφέ, διαβάζω εφημερίδα, γυρνάω σπίτι. Μόνο έτσι, με τους
δρόμους, τον καφέ και την εφημερίδα τρώω τις ώρες και γίνεται η ημέρα
υποφερτή», μου εξηγούσε. Τον άλλο Γιώργο, το δάσκαλο, το Θαλασσινό, τον
αποχαιρέτισαν τουλάχιστον οι συγγενείς και φίλοι του που τον υπέρ
αγαπούσαν.
Αν έχει σημασία πώς ζεις, τι πετυχαίνεις και πώς πεθαίνεις, υπάρχουν
δεκάδες φιλοσοφίες, πολιτικές ιδεολογίες και θρησκείες να σου προσφέρουν
μέτρα και σταθμά για να ζυγίσεις τι έκανες. Αν όμως έχει σημασία τι
αφήνεις στη σκέψη εκείνων που μένουν πίσω και σε θυμούνται, τότε οι δύο
Γιώργηδες θα νιώθουν ευτυχισμένοι από εκεί που μας κοιτούν.
NIKOΣ AΛMΠANOΠOYΛOΣ
|