Η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.) ορίζεται ως «μία διαδικασία
διαμόρφωσης ενός παγκόσμιου πληθυσμού, που να είναι ενήμερος και να
ενδιαφέρεται για το περιβάλλον και τα προβλήματά του και να έχει τη
γνώση, τις δεξιότητες, τις στάσεις και τη διάθεση να εργάζεται ατομικά
και συλλογικά για την επίλυση τρεχόντων περιβαλλοντικών προβλημάτων»
(ορισμός Διεθνούς Διάσκεψης της Τιφλίδας, 1977).
Η διαδικασία αυτή αναφέρεται σε όλες τις ηλικίες του πληθυσμού και σε
όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης. Ενώ ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του
'60 έχει εισαχθεί στα εκπαιδευτικά συστήματα μιας σειράς χωρών, η Π.Ε.
εξ ορισμού (μιας και η εκπαίδευση είναι ευρύτερη έννοια από το
εκπαιδευτικό σύστημα) υπερβαίνει το στενό πλαίσιο του επίσημου
εκπαιδευτικού συστήματος και απευθύνεται στο ευρύ κοινό, με στόχο την
ανάπτυξη μιας υπεύθυνης περιβαλλοντικής συνείδησης.
Η άτυπη περιβαλλοντική εκπαίδευση διαφορίζεται από την τυπική και τη
μη Π τυπική, όσον αφορά στο είδος του κοινού που απευθύνεται, στη μέθοδο
που χρησιμοποιεί και στο χώρο που εφαρμόζεται. Δεν απευθύνεται καταρχήν
σε καθορισμένο ηλικιακά / μορφωτικά κοινό, δεν περιορίζεται χρονικά
(μιας και συνιστά μορφή δια βίου εκπαίδευσης), και δεν αποτελεί
οργανωμένη διαδικασία μάθησης. Πρόκειται για μία ασυνεχή διαδικασία, η
οποία γίνεται αποδεκτή από το ευρύ κοινό με τη δική του συγκατάθεση και
όχι σε υποχρεωτική βάση (Σκαναβή, 2004 α, 116-117).
Τις τελευταίες δεκαετίες η έκρηξη των νέων τεχνολογιών στην
πληροφόρηση και την επικοινωνία ανέδειξαν την αναγκαιότητα της άτυπης
Π.Ε., κυρίως μέσω της διάδοσης περιβαλλοντικών πληροφοριών και γνώσεων
από διαφορετικά κανάλια (Μ.Μ.Ε., πολυμέσα, διαδίκτυο). Ειδικότερα τα
Μ.Μ.Ε., λόγω της ικανότητας απεύθυνσης στο ευρύ κοινό, θεωρείται ότι
συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση αντιλήψεων και πεποιθήσεων των
αποδεκτών τους.
Αυτή ακριβώς η ιδιότητα τα καθιστά πολύτιμα εργαλεία, όσον αφορά στη
διάδοση της περιβαλλοντικής πληροφορίας και γνώσης και συνακόλουθα στην
περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση του κοινού.
Σημειώσεις για τη λειτουργία των Μ.Μ.Ε.
Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν λειτουργούν εν κενώ, αλλά υφίστανται
πλειάδα περιορισμών, οι οποίοι επηρεάζουν άμεσα το περιεχόμενό τους. O
καθορισμός του πλαισίου εντός του οποίου θα κινηθεί το μέσο γίνεται
πρώτιστα από τους ιδιοκτήτες, οι οποίοι υπαγορεύουν τη δημοσιογραφική
«γραμμή». Η ιδιοκτησία των κυρίαρχων επιχειρήσεων Μ.Μ.Ε. ανήκει σήμερα
σε πολύ μικρό αριθμό ατόμων, ενώ ο έλεγχος ασκείται από διευθυντικά
στελέχη, τα οποία υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς εκ μέρους των
ιδιοκτητών.
Χαρακτηριστικό του βαθμού συγκέντρωσης είναι το γεγονός ότι στις ΗΠΑ
ενώ υπήρχαν 25.000 μονάδες Μ.Μ.Ε. (στοιχεία του 1986) ελέγχονταν από 29
μεγάλες επιχειρήσεις Π ομίλους επικοινωνίας (Bagdikian, 1987, XVI) ,ενώ
προβλέπεται ότι σύντομα θα βρίσκονται υπό τον έλεγχο μόλις 6 ομίλων
(Miller, 1999, 425). Oι όμιλοι αυτοί ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό, όσον
αφορά τα μετοχικά τους κεφάλαια, από τράπεζες και επενδυτικούς
οργανισμούς, οι οποίοι επιδιώκουν να ηγεμονεύσουν στο χώρο της
επικοινωνίας (Chomsky, 1988, 10 Π 11).
Στο σκληρό και συχνά αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των Μ.Μ.Ε. νικητής
αναδεικνύεται όποιος θα εξασφαλίσει τα μεγαλύτερα διαφημιστικά έσοδα, τα
οποία αποτελούν μερική συνάρτηση της αναγνωσιμότητας και
ακροαματικότητας / θεαματικότητας. Η διεύρυνση της αγοράς των Μ.Μ.Ε είχε
ως συνέπεια την αδυναμία κάλυψης των εξόδων παραγωγής, οπότε οι
ιδιοκτήτες στράφηκαν στη διαφήμιση για την εξασφάλιση των απαραίτητων
πόρων (Παπαθανασόπουλος, 1993, 224), «πουλώντας» στους διαφημιστές ένα
ακροατήριο με σημαντική αγοραστική δύναμη. O μεγάλος ανταγωνισμός για τα
έσοδα από διαφημιστικούς πόρους επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον
προγραμματισμό, την ποιότητα και τη συχνότητα των αλλαγών στα Μ.Μ.Ε., τα
οποία προκειμένου να επιβιώσουν αναζητούν εναγωνίως τη «μαγική συνταγή»
που θα προσελκύσει τα υψηλότερα διαφημιστικά έσοδα (Ι.O.Μ., 2003, 84).
Η καταγραφή και η αποτύπωση των προτιμήσεων του κοινού αποτελεί το
βασικό στοιχείο που καθορίζει καίρια την κοστολόγηση του τηλεοπτικού /
ραδιοφωνικού χρόνου (ή του χώρου των έντυπων Μ.Μ.Ε.) και το ύψος της
διαφημιστικής δαπάνης, ενώ αναντίρρητα επηρεάζει την πολιτική των μέσων,
αναφορικά με τον προγραμματισμό και την ποιότητα του προγράμματος (ή της
αρθρογραφίας) τους.
Υποστηρίζεται επίσης ότι η χρηματοδότηση τηλεοπτικών προγραμμάτων,
μέσω χορηγιών, έχει ως συνέπεια όχι μόνο τον αποκλεισμό των προγραμμάτων
που ασκούν κριτική στο υφιστάμενο σύστημα αλλά και την αυτολογοκρισία
των Μ.Μ.Ε. σε προγράμματα που χρηματοδοτούν τα ίδια (Φωτόπουλος, 1994).
Το έντονο οικονομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η διαφήμιση για τα
Μ.Μ.Ε., διαφημιζόμενους και διαφημιστές διαπιστώνεται και από τον
καταιγισμό διαφημιστικών μηνυμάτων (Ramonet, 2001, 34) και τις
επαναλαμβανόμενες διακοπές της ροής του προγράμματος σε τέτοιο βαθμό που
κάποιοι (Παπαθανασόπουλος,1997, 97) υποστηρίζουν ότι η τηλεόραση
αποτελεί περισσότερο μέσο διαφήμισης και λιγότερο μέσο επικοινωνίας.
Oι πλέον έκδηλες διαφορές , που σχετίζονται κυρίως με την ιδεολογική
/ πολιτική κατεύθυνση των Μ.Μ.Ε. υποκρύπτουν βαθιές ομοιότητες που
σχετίζονται κυρίως με τους καταναγκασμούς που επιβάλλονται από τις πηγές
(Bourdieu, 1998, 35). Τα Μ.Μ.Ε. διατηρούν μία σχέση εξάρτησης από
επίσημες πηγές πληροφοριών, οι οποίες ελέγχονται κατά κύριο λόγο από το
κράτος και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Μέσω αυτής της σχέσης τα μεν Μ.Μ.Ε.
εξασφαλίζουν απρόσκοπτη και σχετικά αξιόπιστη ροή ακατέργαστων
πληροφοριών, οι δε επίσημες πηγές διαύλους προβολής των απόψεών τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πηγές μειωμένου κύρους και οικονομικής ισχύος
έχουν λιγότερες πιθανότητες πρόσβασης ειδησεογραφικού υλικού στα Μ.Μ.Ε.
Όπως σημειώνει ο Chomsky (1988, 23), τα Μ.Μ.Ε. λόγω της στενής σχέσης
τους με επίσημες πηγές πληροφοριών αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν
πληροφορίες που προέρχονται από ανεπίσημες ή εναλλακτικές / ανεξάρτητες
πηγές. Αποτέλεσμα: η αναπαραγωγή των κρατουσών απόψεων, οι οποίες
απολαμβάνουν υπέρμετρης δημοσιότητας και καθιερώνονται ως βάσιμες, ακόμα
κι αν δεν στηρίζονται σε τεκμηρίωση. Αντίθετα οι μειοψηφικές /
εναλλακτικές απόψεις είτε αγνοούνται είτε περιθωριοποιούνται.
Τα Μ.Μ.Ε. είναι επιδεκτικά πιέσεων προερχομένων από ισχυρά κέντρα
εξουσίας, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται μία αθέατη λογοκρισία, η οποία
αφορά στο φιλτράρισμα των πληροφοριών. Η λειτουργία «φίλτρων» συνίσταται
στο να καθορίζεται το πλαίσιο του διαλόγου και να επιλέγεται, λίγο Π
πολύ αυθαίρετα, τι είναι άξιο δημοσιοποίησης και τι όχι (Agee, 1997). Η
προσαρμογή του προσωπικού των Μ.Μ.Ε. στους περιορισμούς που επιβάλλει η
ιδιοκτησία, η ελεύθερη αγορά και η πολιτική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα
την επιβολή της αυτολογοκρισίας και τη δραστική ελάττωση του εύρους των
πληροφοριών που μεταδίδουν οι δίαυλοι ενημέρωσης (Debray, 1997, 467 Π
468).
Παρόλο που τα Μ.Μ.Ε. έχουν γίνει αντικείμενο όλο και πιο συστηματικής
μελέτης τα τελευταία χρόνια, δεν είναι ακόμα σαφής η πραγματική έκταση
της επίδρασης που ασκούν στο κοινό. Ενώ οι μελετητές συμφωνούν ότι τα
Μ.Μ.Ε. ενισχύουν τις στάσεις παθητικής αποδοχής και συμμόρφωσης και
αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία, επιτρέπουν από την άλλη πλευρά την
διάδοση κριτικών / εναλλακτικών απόψεων, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο
στην υποκίνηση κοινωνικών αλλαγών.
Το πρόβλημα της σχέσης Μ.Μ.Ε. και κοινωνίας έχει αποτελέσει πεδίο
τριών θεωρητικών προσεγγίσεων: α) της πλουραλιστικής, β) της πολιτικής
οικονομίας και γ) του κριτικού παραδείγματος (Κομνηνού 1998). Σύμφωνα με
την πρώτη άποψη τα Μ.Μ.Ε. αντικαθρεπτίζουν την κοινωνία και αποτελούν
έναν ουδέτερο διάμεσο που μεταφέρει τις απόψεις των ελίτ στην κοινωνία.
Oι υποστηρικτές της δεύτερης άποψης πρεσβεύουν ότι το περιεχόμενο των
Μ.Μ.Ε. επηρεάζεται αποφασιστικά από τη δομή της ιδιοκτησίας και τη
μετεξέλιξη των ομίλων Μ.Μ.Ε. στο πλαίσιο της συγκεντροποίησης του
κεφαλαίου. Τέλος οι υποστηρικτές του κριτικού μοντέλου δίνουν μεγαλύτερη
έμφαση στη μελέτη της ιδεολογίας και των πολιτιστικών προσδιορισμών.
Ειδικότερα, όσον αφορά στο βαθμό επηρεασμού της «κοινής γνώμης» από
τα Μ.Μ.Ε., θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν υπάρχει ένα μόνο κοινό
αλλά περισσότερα, επομένως και διαφορετικές «κοινές γνώμες»
(Bottomore,1993, 273). Oι επιδράσεις των Μ.Μ.Ε. εξαρτώνται από το
περιεχόμενο του μηνύματος, τις στάσεις / γνώμες / προκαταλήψεις του
ατόμου, αλλά και την ψυχολογική προδιάθεση ανταπόκρισης στην ενημέρωση /
προπαγάνδα / διαφήμιση. Σε κάθε περίπτωση η σχέση ανάμεσα στο κοινό και
στα Μ.Μ.Ε. είναι σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλοεπηρεασμού.
Τα Μ.Μ.Ε. ως εργαλεία Π.Ε.
Το γεγονός ότι το ευρύ κοινό απευθύνεται κατά κύριο λόγο στα Μ.Μ.Ε. Π
και ιδίως στην τηλεόραση Π προκειμένου να ενημερωθεί για τα
περιβαλλοντικά ζητήματα, τα καθιστά πολύτιμο εργαλείο διάδοσης
περιβαλλοντικής πληροφορίας και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης. Λόγω
του ότι δεν αποτελούν απλά διαύλους πληροφόρησης αλλά ασκούν σημαντική
επίδραση σε αυτό που γνωρίζουν, πιστεύουν και αισθάνονται οι πολίτες,
διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη μετάδοση, στην ανάπτυξη ακόμα και στην
οικοδόμηση πολιτισμικών ταυτοτήτων (Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
1999, 9).
O σημαντικός βαθμός επιρροής των Μ.Μ.Ε. στις νοοτροπίες, στάσεις και
συμπεριφορές του κοινού τεκμηριώνεται και ιστορικά. Τα κάτωθι
παραδείγματα είναι ενδεικτικά:
α) Η δημοσιοποίηση μέσω των Μ.Μ.Ε. επιστημονικών απόψεων που αφορούσαν
στην περιβαλλοντική κρίση (Φλογαΐτη, 1998, 91), καθώς και η μεγάλη
δημοσιότητα που δόθηκε σε οικολογικά ατυχήματα (Μιναμάτα, (1956),
ναυάγιο Torrey Canyon (1967), Σεβέζο (1976)) συνέβαλαν καίρια στην
κινητοποίηση του κοινού, στην ανάπτυξη περιβαλλοντικού ήθους και στην
ενδυνάμωση του περιβαλλοντικού κινήματος.
β) Το αμερικανικό κοινό ανακάλυψε τους κινδύνους που συνδέονται με το
φαινόμενο του θερμοκηπίου μόλις το 1988. O λόγος: τα αμερικανικά Μ.Μ.Ε.
αφιέρωσαν μία πληθώρα άρθρων στη μεγάλη ξηρασία που προσέβαλε τις ΗΠΑ
στη διάρκεια του καλοκαιριού του ίδιου έτους και που αποδόθηκαν πάραυτα
στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (Erkman, 2000, 88).
O αναντικατάστατος ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην διαμόρφωση / αλλαγή
περιβαλλοντικών γνώσεων και στάσεων του κοινού αναγνωρίζεται εκτός των
άλλων και από τις διεθνείς διασκέψεις για την Π.Ε. Στη διακήρυξη της
Τιφλίδας (1977) διαπιστώνεται ότι «η Π.Ε. πρέπει να κατανέμεται σε όλες
τις ηλικίες και τα επίπεδα εκπαίδευσης, τυπικής και άτυπης. Τα μέσα
μαζικής επικοινωνίας έχουν τη μεγάλη ευθύνη να θέσουν στην υπηρεσία
αυτής της εκπαιδευτικής αποστολής τους τεράστιους πόρους τους».
Αναφέρεται επίσης στην Π.Ε. ως «συνεχή διαδικασία», που απευθύνεται
σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού και προτείνει να αξιοποιηθούν για την
επιτυχή ανάπτυξή της στο έπακρο τα Μ.Μ.Ε. Η πρόταση Νο 20 της Διακήρυξης
κάνει λόγο ειδικότερα για τη διάδοση της πληροφόρησης και αναγνωρίζει τη
«σπουδαιότητα των Μ.Μ.Ε. για την Π.Ε., τόσο τη σχολική όσο και τη μη
Πσχολική». Προτείνει δε στις κυβερνήσεις
α) να διευκολύνουν τη διάδοση των πληροφοριών για την προστασία και
βελτίωση του περιβάλλοντος μέσω των Μ.Μ.Ε.
β) να οργανώσουν προγράμματα κατάρτισης απευθυνόμενα στους
δημοσιογράφους και άλλους ειδικούς της πληροφόρησης.
γ) να προχωρήσουν στις διεθνείς ανταλλαγές προγραμμάτων και ταινιών
αφιερωμένων σε περιβαλλοντικά προβλήματα
δ) να θεσπίσουν μηχανισμούς προκειμένου να απευθυνθούν σε μεγάλα
στρώματα του πληθυσμού που δεν προσεγγίζει η σχολική εκπαίδευση και
ε) να αναπτύξουν σε εθνικό /περιφερειακό και διεθνές επίπεδο ένα δίκτυο
ανταλλαγής πληροφοριών σε ό,τι αφορά στα υλικά της Π.Ε. που πρέπει να
χρησιμοποιηθούν από τα Μ.Μ.Ε. (Φλογαΐτη, 1998, 270-271).
Ιδιαίτερα εκτενής αναφορά στο σημαίνοντα ρόλο των Μ.Μ.Ε., όσον αφορά
στη διάχυση περιβαλλοντικής πληροφόρησης, γίνεται και στη διάσκεψη της
Μόσχας (1987). Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η εκπαίδευση και
πληροφόρηση του κοινού από τα Μ.Μ.Ε. «εκτός από το σημαντικό ρόλο που
παίζει στην Π.Ε. σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού που δεν έχουν δεχθεί
καμιά μορφή εκπαίδευσης» και προτείνεται η παραγωγή εκπαιδευτικών
προγραμμάτων από τα Μ.Μ.Ε., η χρήση μεθόδων ενεργητικής μάθησης από τα
μέσα, η δημιουργία τράπεζας οπτικοακουστικού υλικού κ.α. (Σκαναβή, 2004
β, 31).
Η διάσκεψη του Ρίο (1992), σηματοδοτεί τη μετατροπή της Π.Ε. σε μία
από τις πολλές παράλληλες πολιτικές που αφορούν στην επιδίωξη για
αειφόρο ανάπτυξη. Η «προώθηση της εκπαίδευσης της δημόσιας
ευαισθητοποίησης και της κατάρτισης» εντάσσεται στην Ατζέντα 21 ως
ξεχωριστό κεφάλαιο και διατυπώνεται η επιθυμία για «διεύρυνση της Π.Ε.
από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως την ενηλικίωση σε κάθε ομάδα ανθρώπων»
(Ράπτης, 2000, 127 -128). Προτείνεται δε μία σειρά μέτρων που αφορούν
στην ευχερέστερη χρήση των Μ.Μ.Ε., ενώ γίνεται νύξη και για την ανάγκη
εμπλουτισμού των προγραμμάτων σπουδών των δημοσιογραφικών σχολών σε
θέματα περιβάλλοντος.
Τέλος στη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης (UNESCO 1997), όπου η Π.Ε.
μετονομάζεται σε «εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των πολιτών για την
αειφορία», γίνεται λόγος για τον ειδικό ρόλο των Μ.Μ.Ε., τα οποία
καλούνται να ευαισθητοποιήσουν και να κινητοποιήσουν το κοινό μέσω των
διαύλων διάχυσης πληροφοριών, αλλά και στη χρήση των νέων πληροφοριακών
συστημάτων προς αυτή την κατεύθυνση.
Μ.Μ.Ε. και περιβαλλοντική πληροφόρηση / ευαισθητοποίηση
Τα Μ.Μ.Ε. ως εργαλεία άτυπης Π.Ε. διαχέουν περιβαλλοντικές
πληροφορίες μέσω των δελτίων ειδήσεων, ενημερωτικών εκπομπών σχετικών
συζητήσεων Π συνεντεύξεων. Το κοινό δεν αποδέχεται ως παθητικός δέκτης
τις πληροφορίες, μιας και η μορφή της επικοινωνίας είναι αμφίδρομη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η διάδοση περιβαλλοντικών πληροφοριών από τα
Μ.Μ.Ε. δεν αρκεί για την ανάληψη δράσης εκ μέρους του κοινού προς
επίλυση περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η περιβαλλοντική πληροφόρηση πρέπει
να οδηγήσει στην περιβαλλοντική γνώση και συνακόλουθα στην
περιβαλλοντική αφύπνιση. Η κατανόηση εκ μέρους του κοινού των αιτίων και
των επιπτώσεων των περιβαλλοντικών προβλημάτων οδηγεί στην κινητοποίηση
για την επίλυσή τους, σύμφωνα με τα σχήμα:
1.Παροχή περιβαλλοντικών στοιχείων
2. Περιβαλλοντική πληροφόρηση
3. Περιβαλλοντική αφύπνιση
4. Κατανόηση της σχέσης αιτίου - αποτελέσματος των περιβαλλοντικών
προβλημάτων
5. Περιβαλλοντική εκπαίδευση
6. Περιβαλλοντική δράση
Πηγή: Buchingham S., Percy S. (επιμ.) Constructing local environmental
agenda, 34)
Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των Μ.Μ.Ε. αρκείται απλά στη διάχυση
περιβαλλοντικής πληροφορίας, ακυρώνεται η συμβολή τους ως εργαλεία της
άτυπης Π.Ε., μιας και δεν ενισχύεται ο βαθμός περιβαλλοντικής
ευαισθητοποίησης μόνο μέσω της μετάδοσης ασύνδετων πληροφοριών. Αν,
ωστόσο, τα Μ.Μ.Ε. αναδεικνύουν σε τακτική βάση την κρισιμότητα των
περιβαλλοντικών προβλημάτων και υποδεικνύουν εναλλακτικούς τρόπους
επίλυσής των τότε θα έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα, όσον αφορά στην
ενδυνάμωση του βαθμού περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης και στην παρώθηση
του ενδελεχώς ενημερωμένου κοινού σε περιβαλλοντική δραστηριοποίηση
(Nitz, 2000).
Έρευνες έχουν δείξει ότι η περιβαλλοντική πληροφόρηση που διαχέεται
μέσα από τα Μ.Μ.Ε. είναι ανεπαρκής, παρόλο που το περιβαλλοντικό ζήτημα
κατέχει σημαντική θέση στη δημόσια ατζέντα. Συνήθως τα Μ.Μ.Ε.
αναφέρονται μεμονωμένα σε συμβάντα (π.χ. περιβαλλοντικά ατυχήματα)
προβάλλοντάς τα με επιδερμικό τρόπο, στερώντας από το κοινό την σε βάθος
γνώση για τα αίτια που τα προκάλεσαν και την αλληλοσχέση τους με
παρόμοια γεγονότα.
Όσον αφορά στις πηγές της περιβαλλοντικής πληροφορίας, αυτές
προέρχονται συνήθως από κρατικές υπηρεσίες, από επιστημονικούς φορείς
και πολυεθνικές μη-κυβερνητικές οργανώσεις (Greenpeace, WWF). Η
περιβαλλοντική πληροφόρηση εγκλωβίζεται από κάθε είδους περιορισμούς, οι
οποίοι προέρχονται τόσο από τη λογική των ίδιων των Μ.Μ.Ε. (επιδίωξη της
ακροαματικότητας / αναγνωσιμότητας / θεαματικότητας μέσω προβολής
γεγονότων που προκαλούν αίσθηση, αποσιώπηση σε οτιδήποτε ενοχλεί τους
χορηγούς) όσο και από την εξάρτηση των δημοσιογράφων από ένα
περιορισμένο και θεωρούμενο έγκυρο αριθμό πηγών, γεγονός το οποίο δεν
ευνοεί προφανώς την έκφραση της κριτικής τους άποψης (Cassen, 2000, 97).
Oι περιορισμοί που σχετίζονται με το εύρος των πηγών έχουν άμεσο
αντίκτυπο στο περιεχόμενο και την πληρότητα της περιβαλλοντικής
πληροφορίας. Συχνά τα Μ.Μ.Ε. αντί να βοηθήσουν το κοινό να δημιουργήσει
μία σαφή εικόνα για τα περιβαλλοντικά ζητήματα, συμβάλλουν στη σύγχυση,
τη συσκότιση και τον αποπροσανατολισμό, μέσω της μετάδοσης μεροληπτικών
πληροφοριών. Επίσης είναι σύνηθες φαινόμενο οι εξειδικευμένοι
δημοσιογράφοι να αδυνατούν να χαρτογραφήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο και
ισορροπημένο τις αντιτιθέμενες απόψεις επί ενός περιβαλλοντικού
προβλήματος, να τις ερμηνεύσουν και να τις καταστήσουν αντικείμενο
δημοκρατικού διαλόγου (Εrkman, 2000, 88).
H επίδραση που έχει η περιβαλλοντική πληροφορία εξαρτάται από το
βαθμό κατανόησής της από το κοινό, από τη συσχέτισή της με την
καθημερινή του ζωή, από το μορφωτικό επίπεδο των αποδεκτών της και από
την ψυχολογική προδιάθεση ανταπόκρισης αυτών στους προτεινόμενους
τρόπους περιβαλλοντικής δράσης.
Ερευνητές (Ziaka, 1995 και 2000), οι οποίοι επικεντρώθηκαν στην
ποιοτική ανάλυση του γραπτού τύπου, αναλύοντάς τον από πλευράς
διδακτικής προσέγγισης, εξέτασαν:
α) την πληροφοριακή πληρότητα περιβαλλοντικών ρεπορτάζ (αίτια,
επιπτώσεις, πιθανές λύσεις περιβαλλοντικών προβλημάτων)
β) την συσχέτισή τους με την επιστήμη (μετάδοση επιστημονικής - έστω
και εκλαϊκευμένης γνώσης, χρήση επιστημονικής ορολογίας)
γ) την παρουσίαση αντιτιθέμενων απόψεων αναφορικά με το
περιβαλλοντικό πρόβλημα και
δ) την επίδραση που ασκεί στο κοινό η περιβαλλοντική πληροφορία
(μελέτη αναπαραστάσεων του προβλήματος)
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η συμπερίληψη των δημοσιογράφων,
εκδοτών, παραγωγών ραδιοφώνου Π τηλεόρασης στους περιβαλλοντικούς
εκπαιδευτές (Σκαναβή, 2004 α, 118), προϋποθέτει τη συστηματική
περιβαλλοντική τους εκπαίδευση, η οποία θα συμβάλλει στην περιβαλλοντική
εκπαίδευση των ίδιων και συνακόλουθα του κοινού των Μ.Μ.Ε. στα οποία
εργάζονται.
O ρόλος των δημοσιογράφων ως περιβαλλοντικών εκπαιδευτών
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ένταξη των δημοσιογράφων στους εν δυνάμει
περιβαλλοντικούς εκπαιδευτές δεν υποστηρίζεται από το πρόγραμμα σπουδών
των πανεπιστημιακών τμημάτων Επικοινωνίας, Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε.,
απ' όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά (τουλάχιστον στην Ελλάδα) σε
ζητήματα οικολογίας και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Αυτή ακριβώς η
έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης αλλά και επαγγελματικής επιμόρφωσης
δυσχεραίνει το έργο όσων δημοσιογράφων καλύπτουν περιβαλλοντικά θέματα
με αποτέλεσμα την ανεπαρκή δημοσιογραφική κάλυψη και τον -σε μεγάλο
βαθμό- ερασιτεχνισμό.
Την ανεπάρκειά τους όσον αφορά στη δημοσιογραφική κάλυψη
περιβαλλοντικών προβλημάτων, παραδέχονται και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι.
Σε σεμινάριο εργασίας που απευθυνόταν σε δημοσιογράφους τοπικών Μ.Μ.Ε.,
όταν τους ζητήθηκε να μελετήσουν άρθρα που αναφέρονταν σε περιβαλλοντικά
ζητήματα, αναγνώρισαν ότι η δημοσιογραφική προσέγγιση ήταν ελλιπής, μιας
και δεν συμπεριλάμβανε πλήρη στοιχεία για τη φύση του προβλήματος, τα
αίτιά του, την ανάδειξη των υπευθύνων, τις επιπτώσεις στο οικοσύστημα
και τις πιθανές λύσεις (Ragou, 2003, 95).
H ανεπαρκής περιβαλλοντική εκπαίδευση των δημοσιογράφων έχει ως
αποτέλεσμα να επαφίεται στην προσωπική ευαισθησία τους η ανάδειξη
περιβαλλοντικών ζητημάτων, η οποία σημειωτέον επηρεάζεται ως ένα βαθμό
από το μορφωτικό επίπεδο, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και την
ιδεολογία των ίδιων. Σε κάθε περίπτωση ο δημοσιογράφος, ως μία αφηρημένη
οντότητα δεν υφίσταται. Υφίστανται διαφορετικοί δημοσιογράφοι αναλόγως
του φύλου, της ηλικίας, της μορφωτικής σκευής και του μέσου που
υπηρετούν.
Εκτός των άλλων το δημοσιογραφικό έργο υπόκειται σε μία σειρά δομικών
καταναγκασμών (Bourdieu,1998, 100-102). Όσον αφορά στο βαθμό αυτονομίας
των δημοσιογράφων, αυτός εξαρτάται:
α) από το βαθμό συγκέντρωσης των Μ.Μ.Ε. (αυξημένη επαγγελματική
ανασφάλεια λόγω μείωσης του αριθμού των εν δυνάμει εργοδοτών)
β) από τη θέση του δημοσιογράφου εντός του μέσου (τακτικός
δημοσιογράφος, αρθρογράφος, ανταποκριτής, freelance κ.ο.κ.)
γ) από την ικανότητά του για αυτόνομη παραγωγή πληροφόρησης (π.χ. οι
δημοσιογράφοι που καλύπτουν το περιβαλλοντικό ρεπορτάζ είναι ιδιαίτερα
εξαρτημένοι από τις μεγάλες επιχειρήσεις).
Μία σειρά περιορισμών επηρεάζουν, αν δεν καθορίζουν, το
δημοσιογραφικό έργο:
α) Η έλλειψη χώρου και χρόνου. Παρόλο που τα περιβαλλοντικά ζητήματα
παραμένουν σε υψηλή θέση, όσον αφορά τα ενδιαφέροντα του κοινού, δεν
καλύπτονται επαρκώς μιας και ο διατιθέμενος από τους διευθυντές χώρος
και χρόνος δεν είναι επαρκής. Τα Μ.Μ.Ε. λειτουργούν υπό τη λογική του
επείγοντος και του ανταγωνισμού για τη δημοσιογραφική αποκλειστικότητα,
με αποτέλεσμα τα ιδιαίτερα πιεστικά χρονοδιαγράμματα για την παράδοση
της δημοσιογραφικής ύλης συχνά να αποβαίνουν σε βάρος της ποιότητας και
της σε βάθος προσέγγισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων (Ανοιχτή
συζήτηση, 1993, 96 -137).
β) Η περιορισμένη χρήση πηγών. Η εξάρτηση των δημοσιογράφων από
κρατικές πηγές ή από τις διευθύνσεις επικοινωνίας μεγάλων εταιριών είναι
δεδομένη. Σε συνδυασμό με τους χρονικούς περιορισμούς του
δημοσιογραφικού έργου το περιβαλλοντικό ρεπορτάζ παραμένει ελλιπές, αν
όχι μεροληπτικό.
γ) Πληθώρα πιέσεων και εξαρτήσεων. Τόσο από το διευθυντικό προσωπικό
όσο και από ισχυρά συμφέροντα υφίσταται επηρεασμός των δημοσιογράφων
προκειμένου να υπάρξει ευμενής δημοσιογραφική κάλυψη σε συγκεκριμένα
θέματα. Έμμεσες παροχές (φιλοξενία, δωρεάν ταξίδια κλπ) ακόμα και
φαινόμενα χρηματισμού (όπως καταγγέλλουν δημοσιογραφικές ενώσεις) ή η
πολυθεσία (απασχόληση σε πολλά Μ.Μ.Ε. με παράλληλη σχέση εργασίας σε
γραφεία τύπου υπουργείων, ΔΕΚO κ.ο.κ) έχουν άμεση επίπτωση στη
δημοσιογραφική κάλυψη περιβαλλοντικών θεμάτων.
δ) Το κύρος και το μέγεθος των Μ.Μ.Ε. Δημοσιογράφοι που εργάζονται σε
μεγάλα συγκροτήματα τύπου έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια άσκησης του
δημοσιογραφικού τους έργου σε σχέση με συναδέλφους τους που εργάζονται
σε Μ.Μ.Ε., τα οποία διαθέτουν περιορισμένους οικονομικούς πόρους και το
περιβαλλοντικό ρεπορτάζ θεωρείται πολυτέλεια γι' αυτά.
ε) Η επιδερμική προσέγγιση των θεμάτων. O αγώνας και η αγωνία των
δημοσιογράφων να καλύψουν, ει δυνατόν με αποκλειστικό τρόπο, επίκαιρα ή
έκτακτα γεγονότα (π.χ. περιβαλλοντικά ατυχήματα) τους οδηγεί συχνά στην
καθήλωση στη γεγονοτολογία και στη δραματοποίηση. O προσωρινός χρονικός
χαρακτήρας της δημοσιογραφικής πρακτικής υποχρεώνει τους δημοσιογράφους
να αναζητούν και να αξιολογούν μία περιβαλλοντική πληροφορία σε
συνάρτηση με την επικαιρότητα, μετατρέποντας τους σε fast-thinkers (όρος
του P. Bourdieu). Όσο περισσότερο ένα ειδησεογραφικό μέσο θέλει να
προσεγγίσει ένα διευρυμένο κοινό, τόσο περισσότερο πρέπει να αποφύγει
την ενασχόλησή του με θέματα που διχάζουν την κοινή γνώμη. Γι' αυτό το
λόγο επιλέγεται είτε η ανάδειξη ανώδυνων θεμάτων είτε η δημοσιογραφική
κάλυψη με τρόπο ώστε να μην εγείρονται ποτέ ερωτήματα ή να θίγονται σε
βάθος περιβαλλοντικά προβλήματα.
Η χρήση των νέων τεχνολογιών
Oι παραπάνω περιορισμοί στη διάχυση της περιβαλλοντικής πληροφορίας
καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση νέων διαύλων επικοινωνίας με το ευρύ
κοινό. Ιδιαίτερα η χρήση του διαδικτύου δημιουργεί δυνατότητες άμεσης
επικοινωνίας και ταχύτατης διάδοσης των ιδεών των χρηστών του. Στο
πλαίσιο του «σημειολογικού ανταρτοπόλεμου» (όρος του U. Eco) της
ενημέρωσης, το διαδίκτυο προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες
περιβαλλοντικής πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης των πολιτών από
εναλλακτικές / ανεξάρτητες πηγές.
Η τεχνολογική εξέλιξη και η μείωση του κόστους των περιφερειακών και
των λογισμικών επέτρεψαν σε πολυάριθμες ομάδες οικολόγων να συστήσουν τα
δικά τους διεθνή δίκτυα επικοινωνίας (Afonso, 1996, 87). Σύμφωνα με
πρόσφατη έκθεση του πανεπιστημίου Μάσεϊ της Νέας Ζηλανδίας, η σχέση
διαδικτύου και οικολογικών ομάδων αποδείχτηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη για τις
τελευταίες: το 71% των οικοακτιβιστών που ρωτήθηκαν θεωρούσε ότι το
διαδίκτυο συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση των ιδεών τους (Ζαβιτσάνου,
200).
Η δημιουργία περιβαλλοντικών ιστοσελίδων, ηλεκτρονικών εφημερίδων και
περιοδικών, η ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η
ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ οικολογικών ομάδων, η δημιουργία πολυεθνικών
δικτύων αντιπληροφόρησης (π.χ. Εconet) και ενημέρωσης καθώς και ο
συντονισμός δράσης των οικοακτιβιστών είναι μερικές μόνο από τις
δυνατότητες που προσφέρει το διαδίκτυο.
Η ανεπαρκής και προβληματική διάδοση της περιβαλλοντικής πληροφορίας
μέσα από τα παραδοσιακά Μ.Μ.Ε. φαίνεται να ξεπερνιέται μέσω της χρήσης
του διαδικτύου, το οποίο αναδεικνύεται σε πολύτιμο εργαλείο της
κοινωνίας των πολιτών, καθώς βοηθά στη δημιουργία μιας διεθνούς
αλληλέγγυας κοινότητας, η οποία - όντας περιβαλλοντικά ενημερωμένη -
είναι πρόθυμη να μετάσχει στη λύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙOΓΡΑΦΙΑ
1) Ανοιχτή συζήτηση ελλήνων δημοσιογράφων για τη σχέση Μ.Μ.Ε. Π
Περιβάλλοντος (1993) (στ : Πολιτισμός και θαλάσσιο περιβάλλον Π πρακτικά
συνεδρίου, Δήμος Γλυφάδας).
2) Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, (1999), Αρχές και κατευθυντήριες
γραμμές για την κοινοτική πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα στην
ψηφιακή εποχή, Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3) Ζαβιτσάνου Γ., (2001), Διαδίκτυο, ο προμαχώνας των οικοακτιβιστών,
ΕΛΕΥΘΕΡOΤΥΠΙΑ, 28/10/2001.
4) Ινστιτούτο Oπτικοακουστικών Μέσων (Ι.O.Μ.), (2003), O
οπτικοακουστικός τομέας στην Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Επιτροπή Π Αντιπροσωπεία
στην Ελλάδα.
5) Κομνηνού Μ., Λυριτζής Χ. (επιμ.), (1988), Κοινωνία, Εξουσία και
Μ.Μ.Ε., Παπαζήσης.
6) Παπαθανασόπουλος Στ., (1993), Απελευθερώνοντας την τηλεόραση,
Καστανιώτης.
7) Παπαθανασόπουλος Στ., (1997), Η δύναμη της τηλεόρασης, η λογική του
μέσου και η αγορά, Καστανιώτης.
8) Ράπτης Ν., (2000), Περιβαλλοντική Αγωγή και Εκπαίδευση, Το θεωρητικό
πλαίσιο των επιλογών, Τυπωθήτω.
9) Σκαναβή Κ., (2004 α), Περιβάλλον και Κοινωνία: Μια σχέση σε αδιάκοπη
εξέλιξη, Καλειδοσκόπιο.
10) Σκαναβή Κ., (2004 β), Περιβάλλον και Επικοινωνία: Δικαίωμα στην
επιλογή, Καλειδοσκόπιο.
11) Φλογαΐτη Ε., (1998), Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Ελληνικά Γράμματα.
12) Φωτόπουλος Τ., (1994), Τα Μ.Μ.Ε. και η κατασκευή συναινέσεων,
ΕΛΕΥΘΕΡOΤΥΠΙΑ, 16 και 30/7/1994.
ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙOΓΡΑΦΙΑ
1) Afonso C., (1996), Στην υπηρεσία της κοινωνίας των πολιτών,
Αφιερώματα LE MONDE DIPLOMATIQUE, 8.
2) Agee W.K., Adult P.H., Emery E., (1997), Introduction to mass
communications, Longman.
3) Bagdikian B., (1987), The media monopoly, Beacon.
4) Bottomore T., (1993), Κοινωνιολογία, Gutenberg.
5) Bourdieu P., (1998), Για την τηλεόραση, Πατάκης.
6) Cassen B., (2000), Nα μάθουμε να κατανοούμε τη γνώση, Αφιερώματα LE
MONDE DIPLOMATIQUE, 17.
7) Chomsky N., (1998), Manufacturing consent, Pantheon.
8) Debray R., (1997), H επιστήμη της επικοινωνίας, Νέα Σύνορα Λιβάνη.
9) Εrkan S., (2000), Δημοσιογράφοι υπό επιρροή, Αφιερώματα LE MONDE
DIPLOMATIQUE, 17.
10) Filho W., (1999), Getting people involved (στο: Buchingham S., Percy
S. (επιμ.)) Constructing local environmental agendas, Routledge.
11) Halimi S., (1996), Δημοσιoγραφία της οσφυοκαμψίας, Αφιερώματα LE
MONDE DIPLOMATIQUE, 8.
12) Nitz M., (2000), The media as a tool for communication on the
environment and sustainability, The millenium Conference on
Environmental Education and Communication. (M C Π Ecom)
13) Ragou P., (2003), Training journalists in environment and their role
in environmental and community education (στο: Polis Π international
network for environmental education. (επιμ.) Environmental education Π
six proposals for citizens' action, Pipal tree, Bangalore).
14) Ramonet Ig., (2001), Σιωπηρή προπαγάνδα, Mάζες, τηλεόραση,
κινηματογράφος, Πόλις.
15) Ziaka Y., (1995), L'education et l'environment pour les adultes a
travess les medias: aspects didactiques dans le cas de la press ecrite
(Doctorat thesis, Universite Paris, 7.)
16) Ziaka Y., (2000), Environmental education for adults through the
media, Didactic aspects in the case of the written press (στο Ziaka Y.
(επιμ). Environmental education for the 21th century, Polis).
17) UNESCO Π Ελληνική κυβέρνηση, (1997), Η Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης,
Διεθνής Διάσκεψη: Περιβάλλον και κοινωνία: Εκπαίδευση και
ευαισθητοποίηση των πολιτών για την αειφορία, Θεσσαλονίκη.
|