«Καίει τ' αλώνι ως το πέρα μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο» (Νίκος Καρούζος)
Κατέβηκε από το κρεβάτι του, βγήκε από το δωμάτιο κι άρχισε να
τριγυρίζει στα παλιά έπιπλα.
Λοξές ακτίνες και βραχνό κελάδημα, γαντζώνεται στον πολυέλαιο
κυνηγημένος απ' την ομπρέλα, χτυπάει σαν στραβός πάνω στους τοίχους,
σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του, περίγυρος με τον οποίο βρίσκεται
σε ρήξη, μια λουρίδα απ' την ταπετσαρία, ξεφεύγει στην επιφάνεια.
Το βλέπει. Μαύρες γινήκαν του ουρανού οι μαντίλες, ξεριζωμένος μπροστά
στην ομοιομορφία του πλήθους, μονοπάτια του χωριού που φέρνουν τους
αγαπημένους, οι ώρες κινούνται μέσα από τη μικρή οδύσσεια ενός ανθρώπου
που ψάχνει για ταξί και η ζωή των μικρών παιδιών νεκρή και άψυχη, κάτω
στην πρασιά, της έχουν αφαιρέσει την αίσθηση του κινδύνου.
Ζούσε κάποτε κοντά στη θάλασσα, το βλέπεις από το αλάτι που απέμεινε στα
χέρια, στις σημειώσεις, στα βλέφαρα.
Αλλά δεν μπορεί να προβλέψει, να μαντέψει για λογαριασμό κανενός, αφήνει
τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι τους αρέσει, εδώ καίγεσαι, στο βάθος.
Του άρεσε άλλοτε να φτιάχνει στεφάνια για τους εγκλωβισμένους σε
στρατηγικές και ψέματα, τα σφάλματά του αρνήθηκαν να κάνουν κάθε μέρα
την ίδια δουλειά, για κάποιο λόγο αισθάνθηκε ότι έπρεπε να κρυφτεί, του
ήταν όλα χρήσιμα, αλλά χρειαζόταν κάτι παραπάνω, μια ικανοποιητική αυτή
τη φορά σιωπή.
Τα ομοιόμορφα μπαλκόνια της πολυκατοικίας.
Είχε απειληθεί, δεν είχε απειλήσει.
Είχε κινδυνέψει αυτός, όχι οι άλλοι.
Έμεινε ξαφνικά με έναν αντίπαλο, τη σύμπτωση. Δεν το χωρούσε το μυαλό
του ότι έπρεπε να παίζει θέατρο κάθε μέρα για πολύ καιρό. Έμοιαζε
απίθανο. Αδιανόητο. Χωρίς λόγο.
Το πρώτο πράγμα που λειτούργησε μέσα του, μετά τη διάσωση του, ήταν η
έγνοια για τους συντρόφους του, σκέψεις και συναισθήματα μιας νύχτας που
ο βοριάς συντάραζε όλο το νησί, τα πανιά του κάστρου, η σκαλωσιά δεν
είναι μια πλατεία με γιορτές αλλά η ζωντανή ανάμνηση ενός ενήλικου απ'
τα μικροπαραθυράκια που τον κύκλωναν, όλα θαρρείς μαζί του αγρυπνούν και
ξαποσταίνουνε.
Το ζήτημα είναι να μην πιάσουν τα αγόρια που δεν ανήκουν σε κανένα
σχολείο, φθηνή δοκιμή μιας ακριβής όπερας, νούφαρα σε περίτεχνο κήπο εν
είδει συνεισφοράς, η πρόσκληση και το μπουκέτο, μια ζούγκλα από παράγκες
και ντουβάρια, ξεγραμμένος κρατούμενος, πετάει απ' το παράθυρο
σημειώματα στην ταράτσα του διπλανού σπιτιού.
Τι ήταν οι μπουκαπόρτες και σε τι χρησίμευαν;
Μετακινείται αθόρυβα, ακόμα και το γέλιο φαίνεται άηχο, τυλίγεται μέσα
στα γρανάζια και τους ιμάντες, δεν πουλάνε γι' αυτόν τίποτα, αντιμέτωπος
με την ιστορία, με τη μνήμη του σώματος, παίζει το ρόλο του διαιτητή
ανακοινώνοντας μια επαναληπτική προβολή της ταινίας, δεν πτοείται ούτε
από τον καυτό ήλιο ούτε από τις ξαφνικές καταρρακτώδεις βροχές,
δημιουργεί το αντίθετο με τις σωστές αποστάσεις ώστε να αποφεύγουμε τις
τριβές, οι εργασίες ολοκληρώθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και εν μέσω
διαφωνιών.
Χορός αντίστασης με τις χάρτινες πετσέτες σ' ένα μπαρ τραγουδώντας το
Άλμπατρος του Μπωντλέρ, η Ελλάδα σε ελεύθερη κατάδυση και αυτός να
καταπιάνεται με ανελέητα πρόσωπα, έρωτες της μιας χρήσης, κι αυτά εν
αναμονή της χειμερινής παράστασης, κύκνειο άσμα, συναρπαστικό.
Βάζει ένα διπλό ούζο με πάγο, η ανάσα του γέμισε πυκνή ομίχλη, ξυμένο
μολύβι, γράφει.
«Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση»
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|