ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

Βιβλίο

 
Tης MAPIAΣ AΛEΞAKH
Η πλήξη, κινητήρια δύναμη της Ιστορίας

 
Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Η Χρυσή Ακτή» του Μιχάλη Μοδινού,
Καστανιώτης, 2005


   Με το Μιχάλη Μοδινό δε γνωριζόμαστε. Σίγουρα είναι πολλά αυτά που θα είχε να πει κανείς, αν κρίνω και από το συμπυκνωμένο, σύντομο βιογραφικό του. Θα μιλήσω από την πλευρά του αναγνώστη, της αναγνώστριας στην
προκειμένη περίπτωση του λογοτεχνικού έργου του κι όχι του επιστημονικού. Κι ίσως όχι από την πλευρά του επαρκούς αναγνώστη στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα το μυθιστόρημα απευθύνεται.
   Αν δεχτούμε ότι το λογοτεχνικό έργο παραμένει αυτούσιο και μετέωρα αυτάρεσκο στα χέρια του άπληστου αναγνώστη, αν πιστέψουμε τα λόγια του
Rolland Barthes ότι ο συγγραφέας παύει να μας απασχολεί από τη στιγμή που καταθέτει το δημιούργημά του, ερχόμαστε να μιλήσουμε για το μυθιστόρημα η Χρυσή ακτή κι όχι για το επιστημονικό του έργο. Παρόλο που τον συγγραφέα τον συναντάμε έμμεσα στις σκέψεις και κυρίως τις πράξεις των προσώπων της ιστορίας, αλλά και στους εμβόλιμους σχολιασμούς.
Πράγματι, στη Χρυσή Ακτή αυτό που προέχει είναι η θέση που παίρνει ο συγγραφέας απέναντι στις βαθύτερες αναζητήσεις του ανθρώπου αλλά και απέναντι στα κοινωνικά και τα άλλα προβλήματα της εποχής του, ζητήματα που πραγματεύεται με ιδιαίτερη ευαισθησία και ρεαλισμό.
   Σε πείσμα των θεωρητικών της λογοτεχνίας που πιστεύουν το αντίθετο, ο
συγγραφέας στην περίπτωσή μας αναζητά σχεδόν εναγώνια την επικοινωνία με το κοινό του. Καθισμένη στο παρκάκι του Πνευματικού κέντρου της Αθήνας
πρωτοδιαβάζω στο περιθώριο της πρώτης σελίδας.
   «Ό, τι περιγράφεται παρακάτω είναι απόλυτα φανταστικό, Τυχόν
ομοιότητες με πρόσωπα και καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματικές. Αν
κάποιος αναγνώστης αυτοαναγνωριστεί κλπΙ κλπ.
   Να υποθέσουμε ότι επικαλείται την «αναστολή των αντιστάσεων» του
αναγνώστη και την άνευ όρων παράδοσή του στη μυθοπλαστική
πραγματικότητα; Τη φυγή του αναγνώστη από την κλειστή, πληκτική
καθημερινότητα και τη απόδρασή του στο φαντασιακό χωροχρόνο του
μυθιστορήματος; Θα μπορούσε να σημαίνει απλά αυτό. Ήδη έχω αφήσει μακριά το θόρυβο των αυτοκινήτων της οδού Σόλωνος και βυθίζομαι στο πρώτο από τα 51 συνολικά, ευρηματικά υποκεφάλαια. Oι περιγραφές δημιουργούν εικόνες που με πείθουν με τη ζωντάνια και την αμεσότητά τους. Θαρρείς πως αναδύονται από την καθημερινή μου τελετουργίαΙ Δεν προλαβαίνω να δώσω την παραγγελία για καφέ καθώς διαβάζωΙ
   «Σφίγγω την κούπα του καφέ στα χέρια μουΙ»
   Κι είναι σα να έχω ρουφήξει μια γουλιά από την κούπα του Νίκου, του
πρωταγωνιστή. Αυτό μ' ανακουφίζει προς στιγμή. O συλλογισμός μου όμως
μένει άγονος.
   Ξαναγυρίζω και επιμένω στην αρχική επίκληση του συγγραφέα.
   Αν κάποιος αναγνώστης αυτοαναγνωριστεί σ' αυτό το βιβλίο, θα το
εκλάβω ως επιτυχία μου. Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη γι' αυτή μου την
ιδιοτέλεια.
   Το εκλαμβάνω σχεδόν ως απειλή και αμύνομαι. Αναρωτιέμαι: Μήπως
επιζητά την πλήρη ταύτιση ή την έκκληση συμπάθειας έστω με τον ήρωα που
είναι κι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής; Ίσως αυτό πράγματι να θεωρείται η
επιτυχία του μυθιστορήματος σαν έργο τέχνης γενικότερα: ν' απευθυνθεί
στο «συλλογικό ασυνείδητο», να μιλήσει τη γλώσσα όλων όσοι το διαβάζουν
κι ο καθένας ας σταχυολογήσει τους δικούς του καρπούς. Το μυθιστόρημα
του Μιχάλη Μοδινού τα καταφέρνει να αφυπνίσει τα συναισθήματά μου.
Νοιώθω συμπάθεια για το Νίκο ενώ αντιπαθώ τη Μάγια, τη γυναίκα του. Αυτό
δε θα κρατήσει για πολύ. Oι αντιφάσεις των προσώπων της ιστορίας και οι
ανατροπές θα επηρεάσουν αντίστοιχα την ψυχοσύνθεσή μου.
   Η αλήθεια είναι ότι όταν πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, αυτό που μου
έκανε εντύπωση δεν ήταν ο τίτλος του. Η Χρυσή Ακτή δεν με παρέπεμψε στο
«πέταλο της κεντρο-δυτικής Αφρικής, απ' όπου δεκάδες εκατομμύρια σκλάβοι
μετεπιβιβάστηκαν προς το Νέο Κόσμο, ως δωρεάν δυναμικό στις παραγωγικές δυνάμεις που οικοδόμησαν την Αμερική» [δανείζομαι τη φράση του Γιάννη Σακιώτη, από την κριτική του στο βιβλίο, στην εφημερίδα Τα Νέα]. Με ταξίδεψε αντίθετα σε κάποιες ζεστές παραλίες της Χαλκιδικής, τις οποίες κατά σύμπτωση αποκαλώ χρυσές ακτές.
   Δεν ήταν λοιπόν ο τίτλος, όσο αυτό το αποψιλωμένο, ροζιασμένο,
μοναχικό δέντρο στο εξώφυλλο που έκλεψε τη συμπάθειά μου. Έτσι γερμένο
κι αποσπασμένο από τις ρίζες του έμοιαζε με παραιτημένο ικέτη που
ακουμπά στο άνυδρο χώμα. Θα έλεγα, μια επιτυχημένη αλληγορία για τον
«πολιτισμένο» άνθρωπο του δυτικού κόσμου, μια νύξη. Μια εξίσου
επιτυχημένη θεωρώ μεταφορά της κατάστασης που βιώνει ο πρωταγωνιστής, ο Νίκος, ένας ευτυχισμένος μεσήλικας, ξεριζωμένος πολίτης του κόσμου,
δυναμικό στέλεχος της Κομισιόν που ζει στις Βρυξέλες με την οικογένειά
του, τη Μάγια, Αγγλίδα στην καταγωγή και τα δυο παιδιά τους. Όμως η
ευημερία, με πρώτα υλικά της την καλά οργανωμένη επανάληψη της
καθημερινότητας, και τις ψηλές αμοιβές δεν τον συναρπάζει καθόλου. Η
πλήξη, θα βρεθεί στον πυρήνα της αγωνίας του.
   Η πλήξη -κινητήρια δύναμη της ιστορίας αλλά και των πράξεων του ήρωα-
τον ωθεί στην αναζήτηση της περιπέτειας, σ' έναν άλλο τόπο, στην
απόδραση από τον «κοινωνικό ιστό της ασφάλειας», το γάμο και ίσως απ'
τον εαυτό του. Με αφορμή αυτή την περιπλάνηση οι τόποι, αλλοτινοί και
τωρινοί, τόποι που σημάδεψαν τη νεότητά του, όπως η Χρυσή Ακτή, τόπος
των αρχετυπικών ερώτων, η Θεσσαλονίκη -γενέτειρα του Νίκου- η Αθήνα αλλά και η Κρήτη -τόπος υποδοχής- αποτελούν το σκηνικό πλαίσιο της δράσης, εσωτερικής και εξωτερικής. Καθώς οι συνειρμοί έτσι και ο χρόνος διαρκώς ανακυκλώνεται ανασύροντας μνήμες και όνειρα, πρόσωπα και βιωμένες ιστορίες.
   O Κούντερα, στο δοκίμιό του «Η τέχνη του μυθιστορήματος» αναφέρει ότι
«το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ύπαρξη. Κι η ύπαρξη δεν είναι αυτό που
έγινε. Ύπαρξη είναι το πεδίο των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Όλα όσα ο
άνθρωπος μπορεί να γίνει, όσα είναι ικανός να κάνει». Τι είναι ο ήρωάς
μας ικανός να κάνει; Να αποδράσει από την πραγματικότητα που τον
στενεύει και ν' αναζητήσει μια άλλη, δική του, έτσι όπως την ονειρεύεται
ή να τη δει από μια άλλη οπτική γωνία; Η Χρυσή Ακτή θα νοηματοδοτήσει
αυτή την περιπλάνηση στο άγνωστο με το δικό της τρόπο. Γίνεται σύμβολο
αρχετυπικό της προσωπικής του ελευθερίας. Δεν έχει σημασία το πού τελικά
κουρνιάζει ο εξουθενωμένος μετά από τις περιπλανήσεις του ήρωας Μέσα από μια εσωτερική διαδρομή και τα συναπαντήματά του, στο τέλος αναρωτιέται:
«Γιατί να επιτρέψω στην πραγματικότητα να μακελέψει τα αρχέτυπα του νου;
Εν τω μεταξύ, πρέπει να γυρίσω σπίτι, χωρίς να έχω πιει τον
πολυπόθητο καφέ.

2/07/06
Βιβλιοπωλείο «Στην Πλάστιγγα», Ερμούπολη

Στα μεσοδιαστήματα της ομιλίας διαβάστηκαν αποσπάσματα από το βιβλίο από την Μαρία Αλεξάκη και τη Σόνια Καραγιαννίδου. Στο τέλος μίλησε ο
συγγραφέας Μιχάλης Μοδινός


 
 
Φύλλο αρ. 173
Παρασκευή 14 Ιουλίου 2006
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Editorial
Για τα Ιουλιανά
ΑντεπΙθέσεις
Σώστε το ποδόσφαιρο
Ειδήσεις
Συνάντηση Zαγορίτη - Λεονταρίτη
Παρέμβαση για την ηλεκτρική διασύνδεση των Kυκλάδων
Η φωνή της νησιωτικής Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Αριστερά
Επερώτηση για την τουριστική πολιτική
Στραβά κι ανάποδα
.όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος
Απόψεις
H κρίση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κρίση της δημόσιας εκπαίδευσης A' MEPOΣ - Tου ΓIANNH ΣΠIΛANH
Σχολείο, οικογένεια, κοινωνία
Λήψη αυξημένων μέτρων στο λιμάνι ενόψει τουριστικής περιόδου - Tου MANΩΛAKOY ΛEΩNIΔA
Έμφαση στην υγεία - ΔHMHTPH MΠAΪΛA
Πολιτισμός
ΑΤΜOΣΦΑΙΡΕΣ - Έβδομη Θερινή Ακαδημία Eθνικού Θεάτρου
Συνεχίζονται τα «Eρμουπόλεια 2006»
O τρελός λαγός 2

Βιβλίο

Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Η Χρυσή Ακτή» του Μιχάλη Μοδινού
Tο Aιγαίο στις φλόγες, Iουλίου Bερν
Όταν η Kίνα αλλάζει τον κόσμο, Erik Izraelewicz
Κυδωνιών και Ρέμπραντστραατ γωνία, Πόπης Στεριάδου
Τα τζοβαΐρια της αγάπης, Παναγιώτας Σμυρλή
Zάπινγκ σε ιδέες του μέλλοντος, Σύλβιας Oκαλιόβα

Μουσική
Από το Μέμφις ως το Παντζάμπ

ΗμεροΔείκτες

Μοιράζοντας βραβεία στα μέγαρα και τις στρούγκες
Τίτλος: Η τηλεοπτική ωχρά σπειροχαίτη