ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

Απόψεις

 
Tου ΓIANNH ΣΠIΛANH
H κρίση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κρίση της δημόσιας εκπαίδευσης
A' MEPOΣ

   Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Τμημάτων της χώρας
είναι σε κατάληψη και δεν λειτουργούν εδώ και τουλάχιστον ένα μήνα μέσα
από μια χωρίς προηγούμενο τα τελευταία χρόνια κινητοποίηση διδασκόντων
και διδασκομένων -ως απάντηση των νομοθετικών ρυθμίσεων που προωθεί η
κυβέρνηση- δείχνει κατ'αρχή ότι το θέμα της προάσπισης της δημόσιας
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί προτεραιότητα της πανεπιστημιακής
κοινότητας.
   Αυτό αποτελεί ένα θέμα καθαρά πολιτικό και ως τέτοιο θα πρέπει να
αντιμετωπιστεί. Αν όμως η κυβέρνηση Πμε τη συναίνεση του ΠΑΣOΚ- προχωρεί στη τροποποίηση του άρθρου 16 το κάνει όχι μόνο γιατί υπάρχει η πίεση των διαφόρων γνωστών και αγνώστων συμφερόντων που θέλουν να
κερδοσκοπήσουν και να ελέγξουν την παραγωγή επιστημόνων και την
εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά κυρίως γιατί η κοινωνία και ιδιαίτερα εμείς ως
γονείς έχουμε δεχτεί ότι η δημόσια εκπαίδευση είναι περίπου «άχρηστη».
   Αν και οι περισσότεροι έχουν εστιάσει την κριτική τους στο πρώτο
θέμα, εγώ θεωρώ ότι το δεύτερο είναι το πλέον επικίνδυνο και κυρίως το
πιο ύπουλο. Και εξηγούμαι: αν η ελληνική κοινωνία δεν είχε «εθιστεί»
στην άποψη που καλλιεργείται χρόνια τώρα ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν
έχει τίποτα να δώσει στα παιδιά της και ότι ιδιαίτερα η τριτοβάθμια
αποτελείται από ένα συνοθύλευμα καλοπληρωμένων και αργόσχολων
ιντριγκαδόρων που ασχολούνται μόνο πως θα πλουτίσουν χωρίς να
ενδιαφέρονται για το εκπαιδευτικό τους έργο με αποτέλεσμα να παράγονται
στρατιές ημιμαθών εν δυνάμει ανέργων, τότε τα δημόσια πανεπιστήμια δεν
θα κινδύνευαν από την ίδρυση κανενός ιδιωτικού ή γενικότερα μη κρατικού
Πανεπιστημίου.
   Βέβαια από πότε ένας μισθός 1896­ για έναν επίκουρο καθηγητή με
οικογένεια, 18 χρόνια προϋπηρεσία και απαραίτητο ελάχιστο προσόν
διδακτορικό δίπλωμα και αρκετές δημοσιεύσεις, θεωρείται υψηλός, αυτό θα
ήθελα να μας εξηγήσει κάποιος. Ακόμη περισσότερο όταν ο μισθός αυτός
αποτελείται σε μεγάλο μέρος από επιδόματα που ούτε στα δώρα
υπολογίζονται (1017­ το Δώρο Χριστουγέννων, όταν όλοι οι μισθωτοί
παίρνουν τον 13ο μισθό), ούτε στη σύνταξη. Ακόμη το γεγονός ότι με βάση
τον νόμο ελάχιστος αριθμός ωρών διδασκαλίας είναι οι 6 ανά εβδομάδα,
δίνουν την εντύπωση ότι αυτή είναι η μόνη απασχόληση, ενώ αγνοούνται οι
ώρες διδασκαλίας στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, οι ώρες που
αφιερώνονται στη καθοδήγηση πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών,
διδακτορικών διατριβών που όλα μαζί αποτελούν το διδακτικό έργο. Σε αυτά
θα πρέπει να προστεθούν οι ώρες που αφιερώνονται στη διοίκηση του
Πανεπιστημίου (συμμετοχή σε όργανα, σε επιτροπές εντός και εκτός
Πανεπιστημίου, διεθνείς συνεργασίες κλπ προφανώς χωρίς πρόσθετη αμοιβή),
αλλά και σε κάθε είδους εσωτερικές «αγγαρείες». Είναι λοιπόν να μην
εκνευρίζεσαι όταν οι διάφοροι γνωστοί γύρω στις 20 Μαΐου (τότε δηλαδή
που σταματούν τα μαθήματα στα Γυμνάσια) σε συναντούν και σχολιάζουν
«τώρα και εσείς κλείσατε για εξετάσεις!!!». Βέβαια εκεί που βγαίνεις από
τα ρούχα σου είναι όταν η κα Υπουργός ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζονται
άλλοι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια και όταν λείπει κάποια ειδικότητα
μπορεί να την αναπληρώνει συνάδελφος που έχει λίγες ώρες. Λες και στο
Πανεπιστήμιο είναι δυνατόν να επαναληφθεί ότι γίνεται στο Γυμνάσιο όπου
ο φυσικός που δεν συμπληρώνει πρόγραμμα διδάσκει και γεωγραφία!!!!
   Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ο χρόνος που χρειάζεται για
έρευνα, για συγγραφή άρθρων, για συμμετοχές σε συνέδρια (που αποτελούν
το δεύτερο πυλώνα των καθηκόντων και μάλιστα καθοριστικής σημασίας για
την εξέλιξη μας σε ανώτερες βαθμίδες). Αφησα τελευταίο το μήλο της
έριδας: τα ερευνητικά προγράμματα και την εξωπανεπιστημιακή απασχόληση.
Τα ερευνητικά προγράμματα (το συνηθέστερο εφαρμοσμένης έρευνας) που
αποτελούν ανάσα οξυγόνου τόσο για τους διδάσκοντες όσο και για τους
υποψήφιους διδάκτορες ώστε να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο την έρευνα τους,
την αγορά βιβλίων και επιστημονικών περιοδικών και τα ταξίδια τους, αλλά
ακόμη για να αγοράσουν χαρτί, μελάνια και οποιοδήποτε άλλο αναλώσιμο!!!!
Το Υπουργείο Παιδείας έχει εδώ και χρόνια πρακτικά μηδενίσει τα κονδύλια
αυτά προς τα Ιδρύματα. Τέλος, σε ότι αφορά την εξωπανεπιστημιακή
απασχόληση η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων είμαστε υπέρ της
καθιέρωσης ακαδημαϊκών δύο ταχυτήτων για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση: των
πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και των μερικής απασχόλησης με
μειωμένες αποδοχές και περιορισμένη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης.
   Μετά από αυτή τη μεγάλη παρένθεση, ας επιστρέψω στην ευθύνη μας ως
γονέων στην απαξίωση του δημόσιου Πανεπιστημίου. Oπως φαίνεται χρόνια
τώρα Πκαι επεσήμανα σε προηγούμενο μου σημείωμαΠ εμείς οι γονείς αντί
συμπεριφερόμενοι ως Πολίτες να απαιτούμε τη σωστή λειτουργία της
δημόσιας εκπαίδευσης ώστε να παράγει πολίτες, επιστήμονες και
τεχνολόγους έτοιμους να συμβάλλουν -μέσα από την προσπάθεια τους για τηνπροσωπική τους ευημερία- στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική
ανάπτυξη της χώρας, συμπεριφερόμαστε ως Ιδιώτες προσπαθώντας να
αποκτήσουν τα παιδιά μας τα απαραίτητα τυπικά εφόδια με όποιο οικονομικό
κόστος.
   Η κατάσταση αυτή, που έχει τις ρίζες της στη α'βαθμια εκπαίδευση
(ξένη γλώσσα, υπολογιστές, κλπ), συνεχίζεται με εντονότερους ρυθμούς στο
γυμνάσιο και κορυφώνεται(;) στο λύκειο σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η
είσοδος σε μια Σχολή. Αν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί, διέξοδο
αποτελούν (εδώ και πολλά χρόνια) τα χαμηλής στάθμης Πανεπιστήμια της Μ.
Βρετανίας και άλλων χωρών της Δ.Ευρώπης, Πανεπιστήμια βαλκανικών χωρώνκαι πιο πρόσφατα τα κάθε είδους Κολέγια που είτε λειτουργούν αυτόνομαείτε σε συνεργασία (;) με ξένα Πανεπιστήμια. Η απόκτηση τίτλων απόιδρύματα που δεν λειτουργούν με κανένα από τους γραπτούς και άγραφους κανόνες που διέπουν την ανώτατη εκπαίδευση ανά τον κόσμο τα τελευταία 500 χρόνια, κοστίζουν ιδιαίτερα ακριβά και δεν καταλήγουν παρά σε ένα καλό ή λιγότερο καλό δίπλωμα κατάρτισης. Oρισμένα από τα ιδρύματα αυτά είτε γιατί κάνουν καλή δουλειά, είτε γιατί έχουν αντικείμενα που
επιθυμεί η αγορά εργασίας, δίνουν τίτλους που εξασφαλίζουν απασχόληση.
Αυτό δεν συμβαίνει όμως με την πλειοψηφία τους. Όμως ως γονείς-ιδιώτες
είμαστε έτοιμοι να ξοδέψουμε τόσα και άλλα τόσα χρήματα σε αμφίβολης
ποιότητας ιδιωτική εκπαίδευση, ενώ ως γονείς-πολίτες είμαστε αντίθετοι
να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημόσια εκπαίδευση που δεν
εμπιστευόμαστε.
   Αλλά ακόμη και αν όλα αυτά τα ιδρύματα παρήγαγαν ανθρώπους που θα
εύρισκαν δουλειά Π όπως υπόσχονται χρόνια τώρα οι σχολές του Αντέννα ή
οι άλλες σχολές δημοσιογραφίας και αύριο οι Σχολές Πληροφορικής του
Ιδρύματος Κόκκαλη και Επικοινωνίας του Ιδρύματος Λαμπράκη - αυτό δεν
σημαίνει ότι οι απόφοιτοι των σχολών αυτών είναι Επιστήμονες όπως αυτούς
που πρέπει να διαμορφώνει ένα Πανεπιστήμιο. Oύτε τα μη κρατικά
Πανεπιστήμια που συζητούσαν να ιδρύσουν η ΓΕΣΕΕ, η ΚΕΔΚΕ, Δήμοι και
άλλοι φορείς, θα παρήγαγαν επιστήμονες. Στη καλύτερη των περιπτώσεων θα παρήγαγαν καταρτισμένα στελέχη, με γνώσεις και δεξιότητες που οι φορείς
αυτοί θεωρούν ότι χρειάζονται για τη καλύτερη λειτουργία των θεσμών που
εκπροσωπούν. Μα αν όλοι αυτοί έχουν χρήματα που θέλουν να επενδύσουν
πραγματικά σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα (και όχι να υφαρπάξουν δημόσια
χρήματα από αυτά που προορίζονται για τα δημόσια πανεπιστήμια και να τα
διαχειριστούν ανεξέλεγκτα), γιατί δεν αξιοποιούν τους απόφοιτους
παρεμφερών γνωστικών αντικειμένων που θεραπεύονται στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της
χώρας, προσφέροντας τους αν χρειάζεται μια πρόσθετη σύντομη (πχ
εξαμηνιαία) επαγγελματική κατάρτιση είτε από δικούς φορείς είτε ακόμη
μέσα από (υπό ίδρυση) τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΒΕ) των
Πανεπιστημίων; Γιατί ακόμη να μην σκεφτούμε ακόμη και τη χρηματοδότηση
Τμημάτων από τους φορείς αυτούς, ιδιωτικούς και δημόσιους, με τη λογική
που χρηματοδοτούνται και λειτουργούν οι Εδρες Ελληνικών στα καλύτερα
Πανεπιστήμια του κόσμου;
   Και εδώ θα πρέπει να τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων αντιφάσεις που
αποπροσανατολίζουν τις συζητήσεις και κυρίως τους γονείς και τους
φοιτητές. Ξέρουμε ως κοινωνία τι θέλουμε από το Σύγχρονο Πανεπιστήμιο;
Να είναι μόνο χώρος διαβουλεύσεων και ανάπτυξης της προσωπικότητας των
φοιτητών; Να είναι χώρος δημιουργίας Επιστημόνων ανεξάρτητα από την
δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης; Να είναι χώρος παραγωγής
ανθρώπων με πολύ καλή κατάρτιση σε τομείς που ζητά η αγορά εργασίας; Να
είναι χώρος αυτόματης έκδοσης πτυχίου «επί τη εμφανίσει» του φοιτητή και
χωρίς συστηματική και ουσιαστική προσπάθεια; Η μήπως θα πρέπει το
Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα να είναι κέντρο αναζήτησης της επιστημονικής
αλήθειας, κέντρο παραγωγής και διάχυσης της γνώσης μέσα από διδακτικές
και ερευνητικές διαδικασίες, και ο απόφοιτος του να είναι πρώτα καλός
Επιστήμονας αλλά ταυτόχρονα να έχει και όλα τα εφόδια εκείνα που θα του
επιτρέψουν να είναι και καλός Επαγγελματίας στον τομέα που έχει
επιλέξει;
   Αν η παραγωγή επιστημόνων και επαγγελματιών -δηλαδή η φιλοσοφία πάνω στην οποία στήθηκαν οι σχολές μηχανικών- είναι το επιθυμητό, τότε
χρειάζεται πολλαπλή προσπάθεια (εντατικοποίηση την ονομάζουν ορισμένοι)
από όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας για να επιτευχθούν και οι 2
στόχοι. Όμως δεν αντέχει σε καμία λογική η άποψη που εκφράζεται από
πολλούς φοιτητές και γονείς ότι εφόσον το πτυχίο δεν εξασφαλίζει εργασία
γιατί να καταβάλλεται προσπάθεια για πτυχία χωρίς αντίκρισμα; Ας πάρουμε
στα γρήγορα το δίπλωμα για να συνεχίσουμε (με την ίδια λογική) για
μεταπτυχιακά και διδακτορικό; Τελικά ξέρουμε τι ψάχνουμε από το
Πανεπιστήμιο; Χαρτί για να βρούμε δουλειά (επομένως το ΙΕΚ Κόκκαλη είναι
καλύτερο) ή να γίνουμε καλοί επιστήμονες και με τα προσόντα μας είτε να
βρούμε δουλειά είτε να φτιάξουμε τη δική μας; Ερώτημα στο οποίο
χρειάζεται να απαντήσουμε τόσο ως κοινωνία όσο και ως μεμονωμένα άτομα.
   Εάν επιμένω ιδιαίτερα στο ποιος είναι ο στόχος του Πανεπιστημίου
είναι γιατί στη καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή βλέπουμε το άγχος των φοιτητών
και των γονιών τους για επαγγελματική αποκατάσταση. Τι απάντηση μπορούμε να δώσουμε στους μεταπτυχιακούς φοιτητές πού «απαιτούν» να πάρουν γνώσεις πρακτικές που να τους βοηθήσουν στην αγορά εργασίας, γνώσεις που δεν απόκτησαν στις προπτυχιακές σπουδές; Επομένως είναι απαραίτητο ως κοινωνία να ξεκαθαρίσουμε τι επιδιώκουμε από κάθε μια βαθμίδα της εκπαίδευσης γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε σωστά τις απαραίτητες αλλαγές.
   Βέβαια τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν υπονοούν ότι δεν υπάρχει κρίση στα Πανεπιστήμια. Σαφώς και υπάρχει και αφορά στην αδυναμία του
συστήματος να παράγει ταυτόχρονα καλούς επιστήμονες και ετοιμοπόλεμους
επαγγελματίες. Όμως με το θέμα αυτό και σκέψεις για την αντιμετώπιση της
παθογένειας αυτής θα ασχοληθούμε στη συνέχεια του άρθρου.

H κρίση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και σκέψεις αντιμετώπισής της
   Η κρίση στη 3βάθμια εκπαίδευση όπως θα περιγραφεί στη συνέχεια δεν
εμφανίζεται σε όλα τα Πανεπιστήμια με τον ίδιο τρόπο και την ίδια
ένταση. Σίγουρα στις «καλές» σχολές που συγκεντρώνουν τους καλύτερους
φοιτητές, αυτούς που πέτυχαν τον στόχο τους και «βλέπουν» το μέλλον τους
κάτω από καλύτερες συνθήκες, η κατάσταση είναι λιγότερο οξυμένη. Η κρίση
όμως αυτή έχει κοινές πηγές προέλευσης, τόσο εξωγενείς, όσο και
ενδογενείς, που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε:
   - Η πρώτη αφορά στη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τη δημόσια
εκπαίδευση συνολικά που αναλύσαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Φοιτητές και κυρίως οι Γονείς ενδιαφέρονται για το χαρτί και δευτερευόντως για τις
γνώσεις. Σ'αυτό θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ατελής
λειτουργία του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στα σχολεία έχει
ως συνέπεια οι υποψήφιοι φοιτητές να μην ξέρουν τι θέλουν να σπουδάσουν.
Το ρόλο αυτό καλούνται συχνά να τον καλύψουν οι γονείς με βάση τις δικές
τους αντιλήψεις και προσδοκίες, ενώ ο φόβος να «μην μείνει το παιδί έξω
από το Πανεπιστήμιο» οδηγεί στην επιλογή όλων των τμημάτων στα οποία
μπορεί να έχει πρόσβαση με τον βαθμό που έχει επιτύχει.
   Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: φοιτητές που προσγειώνονται σε Τμήματα με
γνωστικό αντικείμενο που δεν είχαν πραγματικά επιλέξει και δεν
ενδιαφέρονται να σπουδάσουν. Τη συνέχεια του έργου την βλέπουμε εμείς
στα (Περιφερειακά μόνο;) Πανεπιστήμια με τις άδειες αίθουσες διδασκαλίας
-όπου όποια προσπάθεια γίνεται πάει χαμένη- και μετατροπή τους σε
εξεταστικά κέντρα με βάση το «σύγγραμμα» και όποιος περάσει, όποτε
περάσει. Αλλωστε ούτε η συμμετοχή στις εξετάσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή.
   Πως μπορεί να αντιδράσει ένας διδάσκοντας;
   (α) Βάζει υποχρεωτικές παρουσίες για να τους μαζέψει στην τάξη,
οργανώνοντας φροντιστήρια, ασκήσεις, εργασίες κλπ και ότι βγει.
   (β) Κόβει βάζοντας θέματα που πιστεύει ότι αντανακλούν τις γνώσεις
που πρέπει να έχουν πάρει οι φοιτητές από το συγκεκριμένο μάθημα,
συσσωρεύοντας τον κόσμο με τον κίνδυνο να δημιουργηθούν αντιδράσεις.
   (γ) Χαμηλώνει τις απαιτήσεις βάζοντας εύκολα θέματα και «σπρώχνει»
όσους έπιασαν γύρω στο 4, ώστε να περάσουν όσο γίνεται περισσότεροι.
   (δ) Τέλος υπάρχουν και εκείνοι οι συνάδελφοι που έχουν βρει τρόπους
(συνήθως εργασίες) ώστε να περνούν όλοι οι φοιτητές τους.
   Όμως αυτόν τον φαύλο κύκλο της «ήσσονος προσπάθειας» και κατ'επέκταση της απαξίωσης των διπλωμάτων δεν μπορούμε να τον σπάσουμε αν όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν συνεργαστούμε για την επίτευξη του βασικού στόχου που ανέφερα προηγούμενα: οι πτυχιούχοι πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλοί επιστήμονες και καλοί επαγγελματίες. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δεχόμαστε την διάχυτη άποψη που κάποια στιγμή μου εξέφρασε φοιτητής όταν του είπα ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια «Μα τι θέλετε να κάνουμε, εμείς είμαστε μαθητές του 12!!!!». Η απάντηση μου ήταν άμεση: «δηλαδή εσείς τι θέλετε, πτυχία 4ης κατηγορίας χωρίς αντίκρισμα;». Ακόμη περιμένω την απάντηση. Θα ήθελα την δική σας.
   - Η δεύτερη αιτία της κρίσης αφορά το ρόλο του κράτους το οποίο
αξιοποιώντας έντεχνα την υπάρχουσα εικόνα απαξίωσης της δημόσιας
εκπαίδευσης (αλλά και όλων των δημόσιων υπηρεσιών γενικότερα) στη κοινή
γνώμη, με την υποχρηματοδότηση και το ασφυκτικό αλλά αναποτελεσματικό
σύστημα ελέγχου που έχει καθιερώσει, απλώς επιτείνει τη κατάσταση.
Επιπλέον η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου υιοθετώντας την λογική των
τηλε-δικών, καταφέρεται εναντίον της ακαδημαϊκής κοινότητας, αντί να
επιλέξει τον συντεταγμένο ουσιαστικό διάλογο χωρίς προαποφασισμένες
λύσεις. Αποτελεί προϋπόθεση για την καλή λειτουργία ενός Πανεπιστημίου η
ύπαρξη υποδομών, εξοπλισμού, αναλώσιμων, προσωπικού (κύριου, βοηθητικού και διοικητικού), η χρηματοδότηση της έρευνας. Χωρίς αυγά ομελέτα δεν γίνεται. Βέβαια για να γίνει καλή ομελέτα δεν αρκούν τα αυγά και το ξέρουμε καλά αυτό!!! Χρειάζεται και τα υλικά (βλέπε φοιτητές) να είναι
καλά, τα μέσα επαρκή (υλικοτεχνική υποδομή) αλλά κυρίως ο μάγειρας
(βλέπε διδακτικό προσωπικό) να είναι μάστορας.
   - Η τρίτη αφορά την ίδια τη λειτουργία της ακαδημαϊκής κοινότητας και
ιδιαίτερα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Βρισκόμαστε όλοι στο ύψος των
περιστάσεων όπως επιτάσσει ο ρόλος μας ως λειτουργών; Η απάντηση είναι
απερίφραστα όχι. Η πλειοψηφία μας, κάνουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες
«εκπτώσεις» από το έργο μας, επικαλούμενοι διαφορετικούς λόγους και
ιδιαίτερα το μισθολογικό και τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων. Σίγουρα
δεν μπορεί να αποτελεί θέση «τόσα με πληρώνουν, τόσο δουλεύω». Αυτό το
ξέραμε από την αρχή και παλεύουμε να αλλάξει. Όμως όποιος συνεχίζει να
παραμένει στην ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να εκπληρώνει τα καθήκοντα
του στο ακέραιο. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να πιστεύει η κοινωνία
και η πολιτεία ότι στην εποχή που ζούμε μπορεί ένας λειτουργός με τόσο
υψηλά προαπαιτούμενα προσόντα (που για να αποκτηθούν και να συντηρηθούν απαιτούν συνεχείς επενδύσεις με υψηλό προσωπικό και οικονομικό κόστος) και τόσο απαιτητικά καθημερινά καθήκοντα μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του με ψίχουλα. Επόμενο είναι άλλοι γρηγορότερα και άλλοι αργότερα θα δώσουμε το βάρος μας στα προγράμματα ή σε άλλες εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες που προσφέρουν και χρήματα και κοινωνική καταξίωση.
   Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: η πολιτική που
ακολουθείται από την Κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει τη κρίση;
Αποτελούν απάντηση στη κρίση η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και οι
ρυθμίσεις που η κα Υπουργός απειλεί ότι θα επιφέρει στα Πανεπιστήμια;
Απερίφραστα όχι. Γιατί; Μα αντί να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις
αιτίες των προβλημάτων, ασχολούνται με το να ρυθμίσουν (βλέπε να
κουκουλώσουν) τις συνέπειες τους μέσα από αύξηση των ελέγχων και των
πειθαρχικών μέτρων μόνο προς τα μέλη της Πανεπιστημιακής Κοινότητας.
Πουθενά δεν φαίνεται το Υπουργείο να αναλαμβάνει τις δικές του τεράστιες
ευθύνες και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των
προβλημάτων που το ίδιο προκαλεί.

O κ. Γ. Σπιλάνης είναι επίκουρος καθηγητής του τμήματος Περιβάλλοντος
του Πανεπιστημίου Aιγαίου.


 
 
Φύλλο αρ. 173
Παρασκευή 14 Ιουλίου 2006
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Editorial
Για τα Ιουλιανά
ΑντεπΙθέσεις
Σώστε το ποδόσφαιρο
Ειδήσεις
Συνάντηση Zαγορίτη - Λεονταρίτη
Παρέμβαση για την ηλεκτρική διασύνδεση των Kυκλάδων
Η φωνή της νησιωτικής Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Αριστερά
Επερώτηση για την τουριστική πολιτική
Στραβά κι ανάποδα
.όπως τα βλέπει ο Αμετανόητος
Απόψεις
H κρίση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κρίση της δημόσιας εκπαίδευσης A' MEPOΣ - Tου ΓIANNH ΣΠIΛANH
Σχολείο, οικογένεια, κοινωνία
Λήψη αυξημένων μέτρων στο λιμάνι ενόψει τουριστικής περιόδου - Tου MANΩΛAKOY ΛEΩNIΔA
Έμφαση στην υγεία - ΔHMHTPH MΠAΪΛA
Πολιτισμός
ΑΤΜOΣΦΑΙΡΕΣ - Έβδομη Θερινή Ακαδημία Eθνικού Θεάτρου
Συνεχίζονται τα «Eρμουπόλεια 2006»
O τρελός λαγός 2

Βιβλίο

Παρουσίαση του μυθιστορήματος «Η Χρυσή Ακτή» του Μιχάλη Μοδινού
Tο Aιγαίο στις φλόγες, Iουλίου Bερν
Όταν η Kίνα αλλάζει τον κόσμο, Erik Izraelewicz
Κυδωνιών και Ρέμπραντστραατ γωνία, Πόπης Στεριάδου
Τα τζοβαΐρια της αγάπης, Παναγιώτας Σμυρλή
Zάπινγκ σε ιδέες του μέλλοντος, Σύλβιας Oκαλιόβα

Μουσική
Από το Μέμφις ως το Παντζάμπ

ΗμεροΔείκτες

Μοιράζοντας βραβεία στα μέγαρα και τις στρούγκες
Τίτλος: Η τηλεοπτική ωχρά σπειροχαίτη