Η απόσταση μικραίνει, πλησιάζω, οδοδείκτες απόντες, κακός φωτισμός,
οδηγώ με το ένστικτο.
Η βροχή λέει στο τζάμι τα τραγούδια των ανταρτών κι ένα tango για τα
λιμάνια που προδώσαμε και γίναν φωτογραφίες συρταριών, με την πατίνα του
χρόνου πάνω τους, δίπλα στα άδεια πακέτα από τσιγάρα με τις ξαφνικές
σημειώσεις τηλεφώνων και στίχων.
Tango μελαγχολικό των εμιγκρέδων, σε υπόγεια στασίδια καπνού,
λειτουργιές φθηνού αλκοόλ και αναμνήσεων, βιολέτες που στολίζουνε τους
χάρτες της αγρύπνιας των ματιών και το πιάνο με τις ξεκούρδιστες μεσαίες
στη γωνία των παραισθήσεων.
Θέλω να βλέπω τα γύρω μου αποτυπωμένα με τις συντεταγμένες τους,
άσπρες λεπτές γραμμές που χωρίζουν τις εικόνες σε κουτάκια, που σιγά
σιγά μικραίνουν όσο ο ιστός πυκνώνει, ώσπου να καταλήξει και το πιο
αγαπημένο πρόσωπο μικρές κουκίδες που έχουν χάσει την ιδιότητα να
δημιουργούν εκείνες τις εκρήξεις που μας προστατεύουν από την αποδοχή
του αγγίζω ως μοναδικού ρήματος που αξίζει να κάνει κανείς πρόταση μαζί
του.
Αναλογίζομαι τα περιστατικά της μέρας, σκέφτομαι τα δυο δωμάτια με τη
κουζινίτσα, τους τοίχους που φυτρώνουν στο στήθος της, το δεύτερο
συρτάρι στο γραφείο, τις μεγαλόπρεπες χειρονομίες των διυλιστηρίων, τη
μεγάλη διαδήλωση των φωνών στο κέντρο της πόλης.
Παρκάρω σε μια εσοχή του δρόμου.
Κηροπήγια ασθμαίνοντα και ήχοι κυμβάλων συνοδεύουν τις Παναγίες που
ακολουθούν το ξόανο του θεού στο δρόμο για την Ελευσίνα και οι
γεφυρισμοί των φυλάκων προστασία για τους κρυμμένους κήπους της
Γέννησης.
Η Λευκότερη απόχρωση των πέπλων...σηκώνεται βιαστική και στέλνει έναν
υπηρέτη να γυρίσει τη Μοίρα πίσω.
Ψηλά στο μονοπάτι, μέσα στο καλύβι της, Εκείνη κοιμάται ακόμα
μπρούμυτα. O ήλιος μόλις έσκασε, έστειλε την πρώτη αχτίδα του επάνω στο
δεξί ώμο της και το φίδι που ξάπλωνε 'κει τράβηξε νωχελικά για τη σπηλιά
με τα τριαντάφυλλα.
Εφτά μέρες βάδιζε, προσέχοντας ν' αποφεύγει τους κινδύνους που
ενεδρεύανε παντού, σπείρες μπρούντζινων εντόμων, πολεμιστές με χέρια
επιτήδεια και ακοή λεπτή που φράζανε τις όχθες του ποταμού με τα
κατακόκκινα νερά, χείλια γεμάτα σάλια και δόντια σουβλερά σαν καμάκια,
άγρια μπακιρένια βογκητά που τριβελίζανε τον υγρό αέρα.
Μισότριβα, αντρικά παπούτσια βολεύονται στο αγορίστικο κεφάλι,
σημαδεύουν όλους τους καιρούς με του κεριού τη φλόγα και όλο έρχονται
ανάμεσα απ' τα στάχια, κύρης που παράκουσε το Δεσποτικό κάλεσμα.
Καλοπερνάνε και το μόνο που τους νοιάζει είναι να στριμώχνουν στο μυαλό
τις σκοτεινές μαυρίλες του ουρανού και τα δαρμένα κλεφτοφάναρα.
Μακρινά αναφιλητά, το νερό που χύνεται από σπασμένο βάζο της γιαγιάς
και στο στόμα η ευωδιά απ' το γλυκό τριαντάφυλλο που ήταν για τις
γιορτάδες και τις επισκέψεις των πρωτοφορεμένων φουστανιών απ' την
Αθήνα.
Το πρώτο ξεσκαρτάρισμα, βάζω μπρός, στροφή επί τόπου, τέρμα.
«Δε θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας!»
ΧΡΗΣΤOΣ ΔΗΜΗΤΡOΥΛΑΣ
|