Τα περισσότερα από όσα ακούστηκαν και γράφηκαν αυτές τις μέρες μετά
την αναγγελία της μουσουλμάνας υποψήφιας του ΠΑΣΟΚ στην υπερνομαρχία,
είναι «πέριξ του θέματος». Ακόμα και οι δηλώσεις ενός έμπειρου
προοδευτικού πολιτικού όπως ο Φώτης Κουβέλης, πάλι «πέριξ του θέματος»
είναι (τυχαία αναφέρομαι σε αυτόν, δεκάδες άλλοι πολιτικοί έκαναν
ανάλογες ενθαρρυντικές και υποστηρικτικές δηλώσεις). Δήλωσε λοιπόν ο
βουλευτής του Συνασπισμού: «Όλοι οι έλληνες πολίτες, ανεξάρτητα από το
θρησκευτικό τους φρόνημα, έχουν τα ίδια πολιτικά, ατομικά και κοινωνικά
δικαιώματα». Σωστά, αλλά εκεί είναι το ζήτημα; Έχουμε πράγματι ανάγκη,
στην Ελλάδα του 2006, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1981, να
υπερασπιστούμε το αυτονόητο δικαίωμα των ελλήνων πολιτών να πολιτευτούν;
Θα πείτε, με τέτοια Νέα Δημοκρατία και τέτοια στελέχη (όπως ο υπουργός
Μακεδονίας Π Θράκης ή ο νομάρχης Θεσσαλονίκης) ναι, ακόμα και τα
στοιχειώδη αναγκάζεται κανείς να υπερασπιστεί. Το πραγματικό όμως
ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με
τους εαυτούς μας, είναι το εξής: Αν η κα Καρά Χασάν δήλωνε Ελληνίδα κατά
το διαβατήριο, την ταυτότητα, το πιστοποιητικό γέννησης και άλλα δέκα
τέτοια έγγραφα, αλλά «τουρκάλα» στην ψυχή, θα είχαμε αντίρρηση να
πολιτευτεί;
Οι ίδιοι οι Έλληνες είναι άνθρωποι που μετανάστευσαν, που δούλεψαν,
προόδευσαν και έφτιαξαν οικογένεια στο εξωτερικό. Οι παλιότεροι από
αυτούς, αυτοί που ανήκαν στη λεγόμενη «πρώτη γενιά» μεταναστών
αισθάνονταν πάντα Έλληνες, συναναστρέφονταν μεταξύ τους, έκαναν κοινές
γιορτές, κλειστούς γάμους και όλα τα συναφή που τους βοηθούσαν να
επιβιώνουν στον ξένο τόπο. Οι επόμενες γενιές μεταναστών, τα παιδιά τους
και τα εγγόνια τους ανοίχτηκαν περισσότερο -όπως είναι φυσιολογικό- στην
κοινωνία που μεγάλωσαν, πήραν τα χούγια της (ήταν και μια μορφή άμυνας
κατά της απόρριψης αυτή), έκαναν μικτούς γάμους, πολλοί μιλάνε τα
ελληνικά σπαστά ή και καθόλου, νιώθουν πλέον -και είναι- πολίτες του
τόπου τους, της νέας πατρίδας τους. Ασυζητητί εκλέγονται βουλευτές,
γίνονται δικαστές, ορίζονται υπουργοί κλπ. Ανάλογα δε με την περίπτωση,
τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, τους δεσμούς με την Ελλάδα,
ποικίλουν και τα συναισθήματά τους για την καταγωγή τους.
Ένα είναι σίγουρο: Αυτοί οι ίδιοι ξέρουν τι είναι. Αυτοί θα πουν αν
είναι πχ. Αμερικανοί, Ελληνοαμερικανοί, Έλληνες, ή πολλά από αυτά
ταυτόχρονα. Αυτοί θα πουν πάλι αν είναι Έλληνες, αν είναι
Βορειοηπειρώτες ή Αλβανοί. Αν είναι Τούρκοι, Ρωμιοί, Έλληνες ή Πομάκοι.
Τι αισθάνεται ότι είναι ο καθένας δεν επιβάλλεται ούτε με κανόνες, ούτε
με συμβάσεις εκατό χρονών, ούτε με τη βία. Η ιστορία έχει διδάξει ότι
όσοι ξέχασαν αυτή τη στοιχειώδη αρχή, μόνο πόνο και αίμα σκόρπισαν γύρω
τους. Στις ανταλλαγές του 1923, ξεριζώθηκαν στην από δω μεριά Έλληνες,
μουσουλμάνοι όμως στο θρήσκευμα (πχ. στην Κρήτη) και οδηγήθηκαν με το
ζόρι στη νέα Τουρκία. Τραγωδία; Η μεγαλύτερη... Το ίδιο έγινε και από
εκεί, αντίστροφα. Βέβαια με τον καιρό και τις γενιές ο πόνος ξεχάστηκε,
μένουν όμως ευτυχώς τα γραπτά να μας τον θυμίζουν. Η Έλλη Αλεξίου
περιγράφει στο συγκλονιστικό της αφήγημα «η βρύση του Μπραήμ Μπαμπά» τον
πόνο του γέρο Μπραήμ που δεν θέλει να φύγει με το ζόρι από το Ηράκλειο,
προτιμά να γίνει χριστιανός. Γυρνάει πόρτα πόρτα και ρωτά απελπισμένος
τους γειτόνους του: «Μα πείραξα ποτέ κανέναν σας;» Καταφεύγει στο τέλος
ακόμα και στο Μητροπολίτη: «Τούρκικα δεν ξέρω. Είμαι γέρος, ολομόναχος...
πού να πάω; Είδες του λόγου σου Εφέντη μου, κανέναν άνθρωπο να τον
πιάσουνε, να του ξεριζώσουνε την καρδιά του και ύστερα να του πούνε σήκω
περπάτα; Έτσι πασκίζουνε να μου το κάνουνε». Τίποτα δεν πέτυχε με αυτά ο
γέρο Μπραήμ. Ανέβηκε στα πλοία, έστω και από τους τελευταίους...
Για χρόνια η ελληνική πολιτική απέναντι στις μειονότητες ήταν τυφλή.
Τη μειονότητα στη Θράκη τη βάπτισε μουσουλμανική «σύμφωνα με τις
συνθήκες» και την κλείδωσε στα σπίτια της για δεκαετίες, με μπάρες,
χωρίς σχολεία, χωρίς δουλειές, χωρίς δικαιώματα. Θαρρείς και θα μας πουν
οι συνθήκες που έγιναν τον περασμένο αιώνα πάνω στα τραπέζια των
συσκέψεων ειρήνης, με τους πολέμους ακόμα φρέσκους, τι είναι ο άνθρωπος
και τι είναι η ψυχή του. Και αυτό ακόμα, μονόπλευρα: Γιατί την ίδια
στιγμή που οι Έλληνες της Αλβανίας είναι Έλληνες, οι Έλληνες της
Κωνσταντινούπολης πάλι Έλληνες, οι Έλληνες της διασποράς παντού Έλληνες,
οι τούρκικης καταγωγής Θρακιώτες είναι στερεότυπα και συλλήβδην «Έλληνες
πολίτες, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα». Και αν τολμήσει κανείς από αυτούς
να πει δημόσια ότι είναι Τούρκος, τότε αρχινά το «πανηγύρι»!
Ακόμα και έτσι όμως, οι στερεότυπες διαβεβαιώσεις είναι υποκρισίες
κατάλληλες μόνο για τις τηλεοράσεις και τις εθνικές επετείους. Γιατί
μόλις προκύψει κάποιο απρόοπτο, όπως η υποψηφιότητα Καρά Χασάν, τότε
αποκαλύπτεται ότι εκείνοι που πρώτοι πιστεύουν ότι οι μουσουλμάνοι της
Θράκης είναι Τούρκοι, είναι οι ίδιοι οι Ψωμιάδηδες που ξεσπαθώνουν κατά
της «ελληνικότητας» της μειονότητας...
|