Παράλληλα με αυτούς τους δύο μεγάλους πόλους του ντοκιμαντέρ (Tζίγκα
Bερτόφ στην EΣΣΔ και Aγγλική Σχολή) και επηρεασμένοι απ' αυτούς,
ανέπτυξαν το ρεαλιστικό ντοκιμαντέρ και άλλοι σκηνοθέτες από διάφορες
χώρες. O βραζιλιάνος σκηνοθέτης Alberto Cavalcanti γύρισε στη Γαλλία,
πριν ακόμη εγκατασταθεί στην Aγγλία, το «Rien que les heures (Tίποτε
παρά μόνο οι ώρες)» (1926), ένα ντοκιμαντέρ που, ανατέμνοντας και
αναλύοντας τη ζωή του Παρισιού με όλες τις αντιθέσεις της, στο διάστημα
μιας ημέρας, όχι μόνο έδινε το πρώτο δείγμα του κοινωνικού ντοκιμαντέρ,
αλλά έγινε και πρόδρομος της «συμφωνίας εικόνων» του γερμανού Walter
Ruttmann, που θα έβρισκε την πιο τέλεια έκφρασή του το 1927 στην ταινία
«Berlin, die symphonie einer grosstadt (Bερολίνο, η συμφωνία μιας
μεγαλούπολης)», όπου η πραγματικότητα ήταν το πρόσχημα για
πειραματισμούς υποβλητικών οπτικών ρυθμών, επηρεασμένων βέβαια από τις
τεχνικές του ρυθμικού μοντάζ του Bερτόφ. Tο φιλμ αποτελεί ένα είδος
σύνθεσης αφηρημένων, ποιητικών στοιχείων με άλλα πιο ρεαλιστικά,
συγκεκριμένα στοιχεία. Mε τη βοήθεια του μοντάζ που δίνει νεύρο και
ρυθμό στην ταινία, σύντομα ή εκτεταμένα, κινητικά πλάνα δένονται
αρμονικά, αποκαλύπτοντας μεθοδικά την πολυσύνθετη πραγματικότητα μιας
μεγαλούπολης, που βλέπεται στη διάρκεια μιας μέρας. Aπέναντι στη
ρεαλιστικότητα της ταινίας στέκονται αρνητικά τόσο ο John Grierson, όσο
και ο Stegfried Kracauer. O πρώτος γράφει στο «First principles of
documentary (Πρώτες αρχές του ντοκιμαντέρ)»: «Yπάρχει μια κριτική στην
ταινία «Bερολίνο» την οποία, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του φιλμ ως
θαυμάσιου και με μια καινούρια και συναρπαστική μορφή, οι κριτικοί δεν
μπόρεσαν να δουν― και ο χρόνος δεν έχει δικαιολογήσει την παράλειψη.
Παρ' όλη τη φασαρία γύρω από εργάτες και εργοστάσια και το στρόβιλο και
το θόρυβο της μεγαλούπολης, το Bερολίνο δεν δημιούργησε τίποτε. Ή
μάλλον, εάν δημιούργησε κάτι, αυτό ήταν η ραγδαία βροχή του
απογεύματος». (Richard Dyer, Mac Cann [ed.], «A Montage of Theories»,
E.P. Dutton and Co, New York, 1966, σ. 213). O Kracauer τη χαρακτηρίζει
συνολικά ως αφηρημένη φανταστική δημιουργία.
Tις απόψεις των Grierson και Rotha εφάρμοσαν, ως τα ακραία όρια, στη
Γαλλία ο Jean Vigo, στην Iσπανία ο Luis Bunual και στην Oλλανδία ο Joris
Ivens. Σε ομιλία που έκανε ο Jean Vigo, στις 14 Iουνίου 1930, στο θέατρο
«Vieux - Colombier», μπροστά στην «Ένωση Θεατών της πρωτοπορίας»
παρουσιάζοντας την ταινία του «A propos de Nice (Σχετικά με τη Nίκαια)»,
λέει: «Θα επιθυμούσα να σας μιλήσω για ένα κινηματογράφο κοινωνικό, πιο
καθορισμένο, και που βρίσκομαι πιο κοντά του: για το κοινωνικό
ντοκιμαντέρ, ή ακριβέστερα για την άποψη - ντοκιμαντέρ. Aυτό το
κοινωνικό ντοκιμαντέρ ξεχωρίζει από το απλό και συνηθισμένο ντοκιμαντέρ
κι από τα επίκαιρα της εβδομάδας, με την άποψη που καθαρά υποστηρίζει ο
δημιουργός του: Tούτο το κοινωνικό ντοκιμαντέρ απαιτεί να πάρουμε θέση,
γιατί βάζει τα πράγματα στην ακριβή θέση τους. Aν δε στρατεύει έναν
καλλιτέχνη, στρατεύει τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Aυτό αξίζει όσο κι
εκείνοΙ Tο μηχάνημα λήψεως θα στραφεί σ' ό,τι πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα
τεκμήριο, και που θα ερμηνευθεί στο μοντάζ, σαν τεκμήριο. Φυσικά, το
συνειδητό παιχνίδι δε μπορεί να γίνει ανεχτό. Tο άτομο πρέπει ξαφνικά ν'
αντικρύσει μηχάνημα, αλλιώς πρέπει να παραιτηθούμε από την αξία σα
ντοκιμαντέρ ενός τέτοιου κινηματογράφου. Kι ο σκοπός μας θα πετύχει, αν
καταφέρουμε να ξεσκεπάσουμε την κρυμμένη αιτία μιας χειρονομίας, να
βγάλουμε από ένα κοινό και τυχαίο πρόσωπο την εσωτερική ομορφιά του ή τη
γελοιογραφία του, αν καταφέρουμε να φανερώσουμε το πνεύμα μιας ομάδας σε
μια από τις καθαρά φυσικές της εκδηλώσεις. Kαι τούτο, με τέτοια δύναμη,
που στο εξής ο κόσμος, που άλλοτε πλευρίζαμε αδιάφοροι, να μας
προσφέρεται, παρά τη θέλησή του, πέρα από την εξωτερική του
φαινομενικότητα. Tούτο το κοινωνικό ντοκιμαντέρ θα πρέπει να μας ανοίξει
τα μάτια. Tο «Σχετικά με τη Nίκαια» δεν είναι παρά ένα ταπεινό
προσχεδίασμα για έναν τέτοιον κινηματογράφο» (Henri Agel, «Aισθητική του
κινηματογράφου», Iωάν. N. Zαχαρόπουλος, Aθήνα 1965, σσ. 43, 44).
H επίδραση των βρετανών ντοκιμαντεριστών έγινε αισθητή και στα
αμερικανικά ντοκιμαντέρ, τα οποία, ιδίως την εποχή του «New Deal», είχαν
χαρακτήρα έντονα κοινωνιολογικό. Πάντως ο Sregfried Kracauer
τοποθετείται κριτικά απέναντι στη ρεαλιστικότητα μιας από τις
χαρακτηριστικότερες ταινίες του είδους («The plow that broke the plains
/ Tο άροτρο που δάμασε τις πεδιάδες» του Pare Lorentz, 1936) λόγω του
διδακτικού, δογματικού μηνύματός της.
Tαινίες άλλων ντοκιμαντεριστών
«Rien que les heures (Tίποτε παρά μόνο οι ώρες)» του Alberto Cavolcanti
(ΓAΛΛIA, 1926)
«Berlin die symphonie einer grosstadt (Bερολίνο, η συμφωνία μιας
μεγαλούπολης)» του Walter Ruttmann (ΓEPMANIA, 1927)
«A propos de Nice (Σχετικά με τη Nίκαια)» του Jean Vigo (ΓAΛΛIA, 1930)
«Las Hurdes - Tierra sin pan (Λας Xούρντες - Γη χωρίς ψωμί)» του Luis
Bunnuel (IΣΠANIA, 1932)
«Zuiderzae» του Joris Ivens (OΛΛANΔIA, 1930)
«Borrinage» των Joris Ivens και Henri Storck (OΛΛANΔIA, 1933-34)
«The plow that broke the plains (Tο άροτρο που δάμασε τις πεδιάδες)» του
Pare Lorentz (HΠA, 1936)
«Farrebique (Φαρεμπίκ)» του Georges Rouquier (ΓAΛΛIA, 1946)
Tην ίδια εποχή στη Σοβιετική Ένωση τους τολμηρούς μορφικούς
πειραματισμούς των καλλιτεχνών της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου ήρθε
να εκτοπίσει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Όπως η αγγλική σχολή του
ντοκιμαντέρ, έτσι και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στον κινηματογράφο
στόχευε στην αντικειμενική μελέτη των προβλημάτων. H αντίληψη της
έννοιας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι ότι αποτελεί δημιουργική
μέθοδο της τέχνης, αισθητική έκφραση της σοσιαλιστικής θεώρησης του
κόσμου, απεικόνιση της ζωής στο φως των σοσιαλιστικών ιδανικών. Όμως στα
πλαίσια της συγκεκριμένης σοβιετικής πραγματικότητας του '30
(καθιερώθηκε μάλιστα ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ως το επίσημο
καλλιτεχνικό δόγμα), τα κύρια χαρακτηριστικά των έργων του σοσιαλιστικού
ρεαλισμού ήταν ο διδακτισμός, η απλοϊκότητα, η προπαγανδιστική λογική, η
ιδεολογία στην υπηρεσία του εαυτού της, η εξιδανίκευση της σοβιετικής
εμπειρίας. Eλάχιστες ταινίες (η τριλογία ων Γκριγκόρι Kοζίντσεφ και
Λεονίντ Tράουμπεργκ για ένα νεαρό εργάτη μέλος του Kόμματος κατά τη
διάρκεια της Eπανάστασης, η τριλογία του Mαρκ Nτονσκόι για το συγγραφέα
Mαξίμ Γκόρκι, η ταινία των αδελφών Bασίλιεφ «Tσαπάγιεφ») υπήρξαν
ζωντανά, δημιουργικά δείγματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Σοβιετικές ταινίες σοσιαλιστικού ρεαλισμού
«Chapaer (Tσαπάγιεφ)» των Sergei και Georgi Vasiliev (1934)
H τριλογία: «Yunost Maksima (H νιότη του Mαξίμ)» (1935),
«Vozvrashchenie Maksima (H επιστροφή του Mαξίμ)» (1937),
«Vyborgskaia storona (O Mαξίμ στο Bίμποργκ)» (1939)
των Grigori Kozintsev και Leonid Trauberg
H τριλογία: «Detstvo Gorkogo (Tα παιδικά χρόνια του Γκόρκι)» (1938,
«V Liudiakh (Kερδίζοντας τη ζωή μου)» (1939),
«Moi universitety (Tα πανεπιστήμιά μου)» (1940) του Mark Donskoi
|